επιστημονική φαντασία

  • Η σκουριασμένη γυναίκα με το χρυσό κοντέρ

    Ονομάζομαι Θύμιος Λάντρος και είμαι κλέφτης.

    Ένας εξαιρετικός, ένας απίθανος κλέφτης! Με αρχές παρόλα αυτά.

  • Η φθαρμένη ράχη

    Εκείνη την ημέρα πέθανε ο τελευταίος άνθρωπος που διάβασε ποτέ βιβλίο. Είχε παραδεχτεί δημόσια πως ντρεπόταν γι' αυτή του την παιδιάστικη ασχολία αλλά αλίμονο, δεν μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω. Έλεγε πως αδυνατούσε να βγάλει το βιβλίο απ’ το μυαλό του, σαν να το διάβασε την προηγούμενη μέρα και καλωσόριζε τον θάνατο που ήταν, τελικά, η μοναδική θεραπεία για κάτι τέτοιες αρρώστιες της μνήμης.

  • Ο ήχος του κόσμου που 'ρχεται

    Ήταν δύσκολο να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά, έτσι γλυκά που μουρμούριζε ο άνεμος στα σπαρτά· το βουητό τους θύμιζε τα κύματα της θάλασσας. Μα την στιγμή ακριβώς που η αναπνοή του βάρυνε και ο θόρυβος του κόσμου άρχισε να θαμπαίνει ακούστηκε ο επιβλητικός ήχος της καμπάνας. Ο Άρης, ο εγγονός του, στεκόταν μπροστά του χαμογελώντας, δείχνοντας το χωριό με το δάχτυλο. Του χαμογέλασε κι εκείνος. Σηκώθηκε τινάζοντας το χώμα από τις παλάμες του και χάιδεψε το παιδικό κεφάλι καθώς έπαιρναν τον δρόμο του γυρισμού.

  • Τουρινάι

    Παρασκευή πρωί

    Ο Ντισπερόν, είναι ένα αγοράκι 8 ετών, ένα πολύ αγχωμένο αγοράκι 8 ετών για να είμαστε ακριβείς. Στο σχολείο θα τον εξέταζαν στην λογοτεχνία και - ανάθεμα - δεν είχε διαβάσει τίποτα, μα τίποτα απολύτως. Μα τι του είχε περάσει από το μυαλό; Οι εξετάσεις, όπως και κάθε τι στο σχολείο και την ζωή του ήταν προγραμματισμένο με μαθηματική ακρίβεια. Κι αν ακόμα μπορούσε κανείς να ξεγελάσει τους γονείς του, με κάποιο αθώο ψεματάκι ή έστω να αποφύγει μια τιμωρία επειδή ο μπαμπάς τύχαινε να είναι καλοδιάθετος, τα ρομπότ ήταν πάντοτε τόσο εκνευριστικά νομοταγή που σε θέματα τιμωρίας δεν έκαναν ποτέ σκόντο.