σκάκι

  • Σκάκι

    Ήταν ένα ζεστό απόγευμα του Μαΐου. Ήμουν σε ένα παραλιακό χωριουδάκι έξω απο το Κάλιαρι, παρέα με την Βερόνικα, μια φίλη μου απο το πανεπιστήμιο. Καθόμασταν σε ένα καφέ, σε μια πέτρινη εξέδρα πάνω απο την παραλία. Δίπλα μας ήταν δυο ηλικιωμένοι κύριοι, που κοιτούσαν αμίλητοι μια σκακιέρα. Τότε με ενδιέφερε πολύ το σκάκι και θυμάμαι οτι κοιτούσα την παρτίδα όσο η Βερόνικα αγνάντευε την ήρεμη θάλασσα. Όταν το παιχνίδι τελείωσε, ο νικητής που είχε παρατηρήσει το ενδιαφέρον μου όση ώρα έπαιζε, με προσκάλεσε να παίξω μαζί του. Κοίταξα την φίλη μου κι εκείνη σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. Κάθισα απέναντι του κι αφού συστηθήκαμε, αρχίσαμε να παίζουμε. Η παρτίδα δεν κράτησε πολύ. Αν κι έπαιζε γρήγορα, φαινόταν σαν να καταλάβαινε τις κινήσεις και τις σκέψεις μου και ήξερε τον τρόπο να αμυνθεί. Γρήγορα πέρασε στην επίθεση, έφαγε την βασίλισσα μου κι απο κει και πέρα ήταν θέμα χρόνου η ήττα μου.