δημιουργική γραφή

  • 36

    “…34, 35 και… 36! Όλα έτοιμα λοιπόν!” ανακοίνωσε χαμογελώντας στον εαυτό του, αφού ήταν μόνος στο δωμάτιο. Έπειτα ακούμπησε τα κεριά στο τραπέζι κι έβγαλε την τούρτα από το ψυγείο, η οποία ήταν εξαιρετικά πληθωρική όπως κάθε έργο τέχνης που σκοπό έχει να συναρπάσει χωρίς να έχει κάτι να πει, παρά προορίζεται για άμεση κατανάλωση. Είχε γλυκίσματα σε σχήμα τριαντάφυλλου, φρέσκες φράουλες, ευχές γραμμένες με σοκολάτα, έναν πλαστικό Άγιο Βασίλη λόγω των ημερών και στην άκρη μια κορνίζα από σαντιγί, μάλλον κορινθιακού ρυθμού. Είχε τόσα πολλά που της έλειπε μόνο ένα πράγμα για να μπορεί κανείς να την αποκαλέσει “τούρτα γενεθλίων”· ο χώρος για τα 36 κεριά.

  • Άγονος κόσμος

    “Δεν πειράζει, όλοι μπορεί να ξεχάσουμε κάτι, για μια φορά δεν χάθηκε δα ο κόσμος” είπε η κα Πράις στην μικρή μαθήτρια ξύνοντας νευρικά την παλάμη της. Γύρισε το κεφάλι προς το παράθυρο χαζεύοντας το ηλιοβασίλεμα. Ήξερε πως ο ήλιος θα έδυε στις 18.47, πως κατά μέσο όρο σε εκείνη τη στιγμή είχαν γεννηθεί 4,3 παιδιά και πως την ίδια μέρα πριν από 12 χρόνια ο Τζέιμς της άφηνε ένα σημείωμα στο κομοδίνο με τις λέξεις “Φεύγω, κουράστηκα”.

  • Βροχή

    Σηκώθηκε από το κρεβάτι μουγκρίζοντας από τον πόνο στην μέση. Κοίταξε το ρολόι δίπλα στο κομοδίνο και για μια στιγμή ένιωσε να πανικοβάλεται· μα η στιγμή πέρασε και ήταν Κυριακή, τα ρολόγια μπορούσαν να παν να κουρδιστούνε όλα μαζί. Με βήματα πιο ανάλαφρα τώρα που δεν τον κυνηγούσε ο χρόνος πήγε στην κουζίνα, άναψε τσιγάρο κι άρχισε να ετοιμάζει τον καφέ. Η βίαιη κακοφωνία του βήχα τον συντάραξε, τόσο που αναγκάστηκε να κρατηθεί από τον πάγκο για να μην χάσει την ισορροπία του. Όταν κι εκείνη η στιγμή πέρασε, κοίταξε ξανά το ρολόι της κουζίνας. Τα ρολόγια είχαν κι αυτή την χρησιμότητα, να δίνουν την ασφάλεια της ζωής που υπάρχει και συνεχίζεται. Ίσως να ήταν λίγο αυστηρός απέναντί τους νωρίτερα.

  • Δεν προλαβαίνεις

    Έτρεχε σαν τρελός, όπως κάθε ημέρα, όπως κάθε σοβαρός ενήλικος οφείλει να κάνει αν θέλει να παίξει σωστά τον ρόλο του. Τον ρόλο του επιτυχημένου, του πολυάσχολου, αυτού που το μόνο κοινό που έχει με τους τρελούς είναι ακριβώς αυτό. Το τρέξιμο. Αλλά αυτός ο λαχανιασμένος αγώνας δεν έχει σκοπό. Σκοπό που έμοιαζαν όμως να έχουν όλοι οι υπόλοιποι ταξιδιώτες στον σταθμό των τρένων εκείνο το πρωινό· ακόμα και τα αντικείμενα!

  • Δύο ήλιοι

    Η αφήγηση του συγγραφέα

    Μια ιστορία σαν κι αυτή δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει με έναν συνηθισμένο τρόπο αφού κάτι τέτοιο θα προδιέγραφε το τέλος της. Παρόλα αυτά σας διαβεβαιώνω πως ο κόσμος στον οποίο θα εξελιχθεί είναι απόλυτα συνηθισμένος, ο δικός μας, αυτός που υπομένουμε καρτερικά εγώ κι εσείς μάταια προσμένοντας ένα κάποιο θαύμα να του δώσει λίγη μαγεία ή έναν λόγο ύπαρξης ή ένα κάποιο νόημα ή και τα τρία μαζί που στην ουσία είναι το ίδιο. Μέσα του κάθε τι διέπεται από νόμους κι όπου ακόμα και τα ψέματα βρωμάν ρεαλισμό. Εδώ η μύγα είναι ένα έντομο, ο άνθρωπος ένας θνητός και το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας αποτελείται από σελίδες και το μελάνι σ' αυτές σχηματίζει λέξεις κι οι λέξεις αυτές διηγούνται την ιστορία ετούτου του μικρού νησιού την ώρα που αναχωρεί το πλοίο με τους τελευταίους τουρίστες και οι κάτοικοί του μένουν μόνοι να αγναντεύουν τον χειμώνα που έρχεται.

    Εκτός από τον Άρη.

    Ο Άρης δεν κατέβηκε στο λιμάνι με τους υπόλοιπους για να χαιρετίσει τις καλοκαιρινές του γνωριμίες αφού είχε ένα πιο σημαντικό θέμα να τακτοποιήσει· έπρεπε να βρει έναν τρόπο να δικαιολογήσει πως είχε χάσει την σκιά του!

    Είδατε; Σας το είπα πως δεν είναι μια ιστορία συνηθισμένη και τύψη καμιά δεν έχω, ότι κι αν πρόκειται να συμβεί.

  • Ένας που κάτι ξέχασε

    Οφείλω να παραδεχτώ πως είχα κι εγώ τις αμφιβολίες μου στην αρχή. Δεν είναι δα εύκολο να πιστέψεις πως ένας κομήτης θα έρθει να σου πάρει την ψυχή και να την πάει στον παράδεισο. Γιατί οι δαίμονες και τα πνεύματα είναι ένα πράγμα, αλλά μια πέτρα, τι να περιμένει κανείς από μια πέτρα; Οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν ένα τέτοιο θέαμα και λεν “α! πέφτει ένα αστέρι!” Πεζοί άνθρωποι, χωρίς φαντασία… 

    Άλλοι πάλι κάνουν μια ευχή. Έτσι το είδα κι εγώ. Έκανα μια ευχή. Με όλη μου την ψυχή!

  • Η γέννα

    Έσυρε τα δάχτυλά του στην λεία πέτρα, προσπαθώντας να αντιληφθεί τον χώρο γύρω του. Τα πόδια του πονούσαν, η μέση του, το κεφάλι του, όλα, μα αυτό που τον τρόμαζε περισσότερο δεν ήταν ο χώρος. Πολλές φορές είχε βρεθεί σε άγνωστα μέρη, με ανθρώπους που δεν γνώριζε, σε καταστάσεις που τον ξεπερνούσαν. Μα τώρα, δεν έβλεπε, τίποτα δεν ξεχώριζε μέσα στο σκοτάδι, κάτι που να τον κάνει να νιώσει μια -στιγμιαία έστω- ασφάλεια, ουτε καν τον ιδιο του τον εαυτο! Ίσως αν είχε την γνώση του χρώματος των τοιχωμάτων να μπορούσε να βρει ένα σταθερό σημείο, μια αρχή, κάτι από το οποίο θα μπορούσε να προοδεύσει.

  • Η συμφορά του να δημιουργεί κανείς τις λέξεις του

    Η εικόνα του απαγορευμένου καρπού μου δημιουργεί μια έντονη αδιαθεσία. Τα μάτια μου καίνε λες και κοιτάζω το μεγάλο άστρο τ' ουρανού, η καρδιά χτυπά γοργά και τα γόνατά μου τρέμουν, θαρρώ πως το χώμα δεν θα με κρατήσει άλλο. Στηρίζομαι στον κορμό των δέντρων βαριανασαίνοντας.

  • Η φθαρμένη ράχη

    Εκείνη την ημέρα πέθανε ο τελευταίος άνθρωπος που διάβασε ποτέ βιβλίο. Είχε παραδεχτεί δημόσια πως ντρεπόταν γι' αυτή του την παιδιάστικη ασχολία αλλά αλίμονο, δεν μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω. Έλεγε πως αδυνατούσε να βγάλει το βιβλίο απ’ το μυαλό του, σαν να το διάβασε την προηγούμενη μέρα και καλωσόριζε τον θάνατο που ήταν, τελικά, η μοναδική θεραπεία για κάτι τέτοιες αρρώστιες της μνήμης.

  • Μπουρμπουλήθρες

    Είμαι μαθηματικός, όχι κάποιος που εργάζεται απλά ως ένας τέτοιος επιστήμονας, αλλά ένας παθιασμένος εραστής των αριθμών, των συναρτήσεων και των λογικών συμπερασμάτων. Είμαι πεπεισμένος πως ότι μου συμβαίνει είναι αποκλειστικά το άθροισμα των επιλογών μου. Δεν αφήνω χώρους κενούς να περιφέρονται όσα δεν μπορούν να αιτιολογηθούν επακριβώς και το ίδιο κάνω και στους ανθρώπους που συναντώ. Έχω τρείς φίλους. Αν ήθελα να έχω τέσσερεις, θα έπρεπε να αλλάξω το σύστημα αξιολόγησής μου ή να είμαι εξωφρενικά τυχερός. Η λέξη "εξωφρενικά" ορίζεται ως μια πιθανότητα στις 12.000, δεδομένου του ρυθμού με τον οποίο κάνω νέες γνωριμίες, κατά μέσο όρο πάντα.

  • Ξανά

    Η Εσπεράνθα ήθελε απλά να γεννήσει. Δεν άντεχε τις επισκέψεις του συντάγματος των θειάδων, τις προκαταλήψεις που σχετίζονταν με τα ρούχα του μωρού και το φεγγάρι και όλες τις συζητήσεις που ξεκινούσαν με το “έχω ακούσει πως δεν κάνει…”. Αντιπαθούσε τους καταλόγους με τα βρεφικά είδη και μόνο κάποια παπουτσάκια της φαίνονταν χαριτωμένα. Οι φίλες της τής έλεγαν πως είναι τυχερή, πως αυτή την εμπειρία θα την θυμάται σε όλη της την ζωή, μα εκείνη αναπολούσε την ευτυχία του να κοιμάται κανείς μπρούμυτα χωρίς να χρειάζεται να πηγαίνει στην τουαλέτα κάθε λίγο και λιγάκι. Την απασχολούσε αν θα αποκτούσε ραγάδες και το γεγονός πως είχε διπλασιαστεί και “έβρισκε” σε όλες τις γωνιές, όλων των επίπλων, όλων των σπιτιών.

  • Ο ήχος του κόσμου που 'ρχεται

    Ήταν δύσκολο να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά, έτσι γλυκά που μουρμούριζε ο άνεμος στα σπαρτά· το βουητό τους θύμιζε τα κύματα της θάλασσας. Μα την στιγμή ακριβώς που η αναπνοή του βάρυνε και ο θόρυβος του κόσμου άρχισε να θαμπαίνει ακούστηκε ο επιβλητικός ήχος της καμπάνας. Ο Άρης, ο εγγονός του, στεκόταν μπροστά του χαμογελώντας, δείχνοντας το χωριό με το δάχτυλο. Του χαμογέλασε κι εκείνος. Σηκώθηκε τινάζοντας το χώμα από τις παλάμες του και χάιδεψε το παιδικό κεφάλι καθώς έπαιρναν τον δρόμο του γυρισμού.

  • Ο θάνατος του συγγραφέα

    Ο απλούστερος τρόπος για να διαπιστώσεις την ηλικία ενός συγγραφέα, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο γράφει το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του. Όσο γερνά, τόσο νωρίτερα το γράφει. Το παραδέχομαι, έχεις δίκιο να διαμαρτύρεσαι που γενικεύω, αλλά κρίνω με βάση τον εαυτό μου· ξεκινώ τα βιβλία μου από το τέλος εδώ και τρεις έρωτες περίπου.

  • Ο τρόπος

    “Πιο γρήγορα!” ακούστηκε η ηχώ από ένα μέρος που υπήρξε παλιά, πριν η ρόδα του ποδηλάτου της το περάσει για πάντα. Τα χαλίκια φλυάρισαν για μια στιγμή, το τιμόνι γουργούρισε μέσα στις παλάμες της, ο δρόμος άνοιξε σε εκατομμύρια πιθανούς προορισμούς. “Είναι υπέροχο πόσο δροσερός είναι ο αέρας εδώ” σκέφτηκε, “μετά από ένα πενθήμερο κλεισμένη σε μια γυάλα. Όλος ο κόσμος είναι νέος!”. Άλλη μια πεταλιά· ένα εκατομμύριο προορισμοί ακόμα.

  • Οι κατά συρροήν μόδιστροι

    Θα μπορούσα, προκειμένου να σας πείσω να συνεχίσετε τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, να αναφερθώ στο επίπεδο των μαθημάτων, στον άμεσο και ζωντανό τρόπο παράδοσης του κ. Τανούδη ή στα ενθουσιώδη λόγια μου στους συναδέλφους κάθε φορά που έρχεται η Παρασκευή. Θα μπορούσα ακόμα να σας ευχαριστήσω που στους δύσκολους αυτούς καιρούς μας δίνετε την ευκαιρία να εκφραστούμε μέσα από την τέχνη αυτή που το χρόνο δεν παραδέχεται και να μιλήσω με λόγια κολακευτικά για τις ενέργειές σας που αναβαθμίζουν το όνομα του Δήμου σας όταν μιλάμε για πολιτισμό.

  • Οι λεμονιές την άνοιξη

    Η άνοιξη για μένα ήταν τ’ απέραντα λιβάδια και τ’ αεράκι στα γόνατα, η μέρα που διαρκούσε όσο μια εξερεύνηση κι η νύχτα που ευωδίαζε παιδική ανεμελιά. Μόνο που ‘χα κι αυτή τη ρημάδα την αλλεργία που μ' έκανε να κλείνομαι στο σπίτι όταν περισσότερο από ποτέ ήθελα να δραπετεύσω.
    Ήταν ένα απ'τα πρώτα απογεύματα της άνοιξης τότε που πήγαμε στ' Οριστάνο με την σχολή, μόλις μια ώρα με το τρένο. Η Μάρτα προχώρησε μπροστά δήθεν τυχαία κι εγώ ανέμελα την ακολούθησα χαζεύοντας το τοπίο, μέχρι που βάλαμε ανάμεσα σε μας και τους συμφοιτητές μας την σκουριασμένη περίφραξη ενός περιβολιού με λεμονιές.

  • Οι μεταξωτές κάλτσες

    Δεν μπορούσα να τραβήξω το βλέμμα μου από τα πόδια της που 'ταν τυλιγμένα στις μεταξωτές κάλτσες, τις τόσο ντελικάτες και θηλυκές. Ο ανοιξιάτικος ήλιος τόνιζε τις καμπύλες τους και το μονότονο μουρμουρητό από τις ράγες έκανε την ατμόσφαιρα στο κουπέ ανυπόφορα ονειρική. 

    Ήταν μια άγνωστη φυσικά, όπως ήμουν κι εγώ, ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν, ελεύθερος, κάποιος που θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σε οτιδήποτε ποθούσε εκείνη, προκειμένου να την κατακτήσει.

  • Όταν σωπάσαν τα πουλιά

    Είχε φανταστεί πολλές φορές τον θάνατό του, όπως κάθε στρατιώτης πριν ακόμα φύγει για το μέτωπο. Αλλά ο Φραντσέσκο δεν περίμενε πως θα τον έβρισκε εκεί, σ' εκείνο το χωράφι, μόνο, αν εξαιρέσει κανείς τον φονιά του φυσικά. Έναν στρατιώτη που είχε, τι ειρωνία, κι εκείνος κόκκινα μαλλιά, πράγμα σπάνιο στις χώρες του νότου. Το χαρακτηριστικό αυτό τον έκανε να νιώσει μια συμπάθεια για τον στρατιώτη, σαν να ήταν η οικογένειά του, ένας μακρινός του ξάδερφος ή ένας χαμένος αδερφός. Το 'ξερε λοιπόν, έτσι όπως ο ένας σημάδευε τον άλλο, ακίνητοι κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο του μεσημεριού, πως δεν θα πατούσε πρώτος εκείνος την σκανδάλη· καταλάβαινε πως επρόκειτο να πεθάνει. Αν μονάχα ήταν νύχτα ή αν ο κοκκινομάλλης στρατιώτης αυτός ήταν ένας μακρινός στρατιώτης του αντίπαλου στρατού, δεν θα δίσταζε. Μα τώρα απλά αναρωτιόταν μπας κι είναι αλήθεια όσα λένε για την στιγμή του θανάτου, πως βλέπεις δηλαδή όλη σου την ζωή να περνά μπροστά απ' τα μάτια σου.

  • Παντελής Φυσφιρίγγος

    Τα παιδικά χρόνια

    Ο Φυσφιρίγγος γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιανουαρίου του 1980. Οι γονείς του ήταν ακροβάτες, μία τέχνη για την οποία ο Φ. έδειξε την αποστροφή του από μικρός, θεωρώντας απαράδεκτο το να ιδρώνει κανείς κατά την εργασία του [1].

    Ο Φ. δείχνει από μικρός την ικανότητά του στην ζωγραφική. Σε ηλικία μόλις 5 ετών φτιάχνει το πρώτο του έργο με την ονομασία “Μαμά κοίτα, 'κόνη” στο οποίο απεικονίζεται μια μικροσκοπική μαύρη κουκκίδα σε κενό καμβά (ξυλομπογιά, 21x29.7 εκ. Εθνική Πινακοθήκη). Πριν ακόμα φτάσει στην ηλικία των 10 ετών, τα έργα του εκτίθενται σε μια σκηνή του Straordinario, του τσίρκο στο οποίο εργαζόταν η οικογένειά του. Καθώς το Straordinario περιοδεύει στην Ευρώπη, η φήμη του μικρού Φ. εξαπλώνεται κι είναι θέμα χρόνου να περάσει τον Ατλαντικό. Το 1992 γίνεται εξώφυλλο στο New Yorker με τον τίτλο “Ένας μικροσκοπικός θαυματοποιός - Πως ένα δωδεκάχρονο αγόρι αλλάζει την πορεία της τέχνης”. Οι γονείς του αποφασίζουν να τον γράψουν στην ΑΣΚΤ του Μιλάνο, όπου αποφοιτά σε ηλικία μόλις 15 ετών. Φιλοτεχνεί το (διάσημο σήμερα) “λάμπα αναμμένη και γύρω σκοτάδι” όπου απεικονίζεται μια μεγάλη λευκή βούλα σε μαύρο καμβά (ελαιογραφία, 12x12 εκ., Λούβρο).  

  • Τα λευκά παπούτσια

    Πάλιωσαν τα παπούτσια μου, τρύπησαν, εδώ στην άκρη κι εκεί και πίσω στην φτέρνα. Και η σόλα φθάρηκε και τώρα πια με πονάν τα πέλματα σαν περπατάω. Επιλέγω λοιπόν τα πεζοδρόμια και για κανένα λόγο δεν περνάω μέσα από πάρκα και πλατείες, από μέρη που μπορεί να έχουν λάσπες και πέτρες.