ποδήλατο

  • 25 χρόνια και μια νύχτα

    Ο ήλιος έπεφτε βασανιστικά πάνω του και του έκαιγε το σβέρκο. Βρισκόταν περίπου στα μισά της διαδρομής του προς την κωμόπολη και, αν και οι μεγάλες ανηφόρες είχαν περάσει, είχε ακόμα πολύ περπάτημα. Σκέφτηκε να ξαποστάσει σε μια ελιά και να συνεχίσει όταν η ζέστη θα είχε υποχωρήσει, αλλά φοβόταν μήπως καθυστερήσει και τον πάρει η νύχτα, δεν ήξερε και καλά την διαδρομή... Και το χειρότερο ήταν πως του είχε τελειώσει το νερό και ο λαιμός του, κατάξερος, τον πονούσε φοβερά. Έτσι συνέχισε να σέρνει τα βήματά του στην καυτή άσφαλτο, ελπίζοντας πως θα συναντούσε κάποιο χωριό στην διαδρομή ή έστω κάποια πηγή.

  • 4 εικόνες

    Μια εικόνα γαλήνης

    Στέκομαι τώρα κάτω από τον πλάτανο. Έχω ακουμπήσει το ποδήλατο στον κορμό, έβγαλα και τα παπούτσια για να ξεκουραστούν τα πόδια μου πάνω στο δροσερό γρασίδι... Παράξενο που είναι έτσι πράσινο, στην καρδιά του καλοκαιριού... Ίσως ο ίσκιος του δέντρου να ήταν αρκετός για να κρατήσει την γη ζωντανή, όπως κρατά και μένα δροσερό, δροσερό και ήρεμο. Τι πιο όμορφο από το θρόισμα των φύλλων, το παιχνίδισμα του ήλιου, την μυρωδιά της γης... Τόση αρμονία που ένιωθα πως βρισκόμουν σε μια αληθινή αγκαλιά. Κι η κούραση έτρεχε από τα άκρα μου, σαν την βροχή του φθινοπώρου...

  • Il pirata

    Τα παιδικά του χρόνια

    Ο Pantani γεννήθηκε στις 13 Γενάρη του 1970, στο Bufalini de Cesena, ένα χωριό κοντά στις ακτές τις Αδριατικής. Ο πατέρας του ήταν υδραυλικός και τα παιδικά του χρόνια ήταν μάλλον φτωχικά. Το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του το περνούσε με τον παππού του Sotero, τον οποίο και υπεραγαπούσε και μάλιστα λέγεται πως τα λόγια του τον συντρόφευαν ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του.

  • Αγριοφράουλες

    Οι ρόδες κυλούσαν γλυκά κάτω από τ' αστέρια που σημάδευαν τον σκοτεινό ουρανό. Φεγγάρι δεν υπήρχε, ούτε σπίτια, μονάχα μια σειρά από κιτρινισμένα φωτάκια από τις ξύλινες καλυμμένες με πίσσα κολόνες του δρόμου, που κατέβαινε την πλαγιά σαν δαντέλα, πυκνώνοντας καθώς κρυβόταν σε μια στροφή στη ρίζα του λόφου. Ακόμα και η κορυφογραμμή των βουνών ήταν ελάχιστα πιο σκούρα από τον ουρανό, σχεδόν την υπέθετες μονάχα από την απουσία αστεριών.

  • Ακούς εκεί ποδήλατο!

    18 Δεκεμβρίου

    Αγαπημένο μου ημερολόγιο

    Τελικά αυτοί οι μεγάλοι δεν πάνε καθόλου καλά... Στο λέω αγαπημένο μου ημερολόγιο, καθόλου καλά... “Τι θέλεις για τα Χριστούγεννα, Γιωργάκη;” με ρώτησε ο πατέρας μου. “Να γράψουμε γράμμα στον Άγιο Βασίλη, να στο φέρει...” Ε, έπιασα εγώ και του έγραψα...

  • Από το φανταστικό ημερολόγιο του Karl von Drais

    Από το φανταστικό ημερολόγιο του Karl von Drais, Καρλσρούη 1817.

    Δεν μπορώ να κοιμηθώ, νομίζω πως κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε αν βρισκόταν στην θέση μου. Γιατί έχω στο πλάι μου μια μηχανή, την δική μου μηχανή, το παιδί μου. Θα το ονομάσω “Μηχανή περπατήματος” αν και ενδόμυχα θα ήθελα να ονομαστεί Draisine μια μέρα, να πάρει το όνομά μου, όπως συμβαίνει με όλα τα παιδιά στον κόσμο. Γιατί μπορεί κάποιος να το κοιτάξει και να δεί μοναχά δυό ξύλινες ρόδες και ένα ξύλινο πλαίσιο, αλλά αυτό το ξύλο είναι τόσο μαλακό σαν σάρκα. Κι αν κάποιος πει πως μια μηχανή δεν έχει ψυχή, θα το κάνει γιατί δεν θα ξέρει πως του έβαλα την δική μου.

  • Από τον Τσίχλα στην Μπουρίτα με αγάπη

    Αγαπημένη μου Μπουρίτα,

    Είμαι ο Τσίχλας από το Σύνταγμα, στην Αθήνα. Θυμάσαι που είχαμε γνωριστεί πέρσι το καλοκαίρι, όταν είχες έρθει με το αφεντικό σου διακοπές στην Ελλάδα; Τότε που είχε πάει να σε πατήσει ένα τζιπ στο πεζόδρομο, κι εσύ τρομαγμένη πετάχτηκες στην άλλη πλευρά όπου πήγε να σε πατήσει ένα μηχανάκι και τότε εγώ όρμησα στο μηχανάκι και το έκανα να αλλάξει πορεία και παραλίγο να συγκρουστεί με ένα άλλο διερχόμενο τζιπ; Σε θυμάμαι ακόμα τρομαγμένη, με την ουρά σου να τρέμει και τ αυτάκια σου κατεβασμένα, που μου γαύγιζες με αυτή την ισπανική - τόσο σέξυ - προφορά σου "Έχετε τους πιο παράξενους πεζόδρομους σε όλη την Ευρώπη"…

  • Γαριφαλιές

    Το πρωί που βγήκα βόλτα στον παραλιακό δρόμο, συνάντησα δυο γεροντάκια που καβάλα στα ποδήλατά τους, έκαναν τον πρωινό τους περίπατο. Για λίγα μέτρα τους έκανα κι εγώ παρέα κι άκουσα λίγα από αυτά που συζητούσαν. Επειδή δεν συστηθήκαμε όμως, δεν έμαθα τα ονόματά τους κι έτσι, για τις ανάγκες της ιστορίας, θα αποκαλώ τον ένα στωικό και τον άλλο κυνικό.

    Κυνικός: Κοίτα, κοίτα πως πετούν τα χελιδόνια, έτσι φεύγουνε τα χρόνια, πετούν γλυκά στον χρόνο και σε αφήνουν στάσιμο, να τα ακολουθείς με το βλέμμα...

    Στωικός: Μα αν τα κοιτάξεις πιο καλά, θα δεις πως είναι δυνατά, πως πάνε στους ανέμους κόντρα για να φτάσουν στ' ανοιχτά!

  • Γκότζι

    Δύο παλιοί συμμαθητές συναντιούνται τυχαία μετά από χρόνια σε μια καφετέρια στο κέντρο της πόλης, θυμούνται τα παλιά και συζητούν για όσα καταφέρανε από την εποχή του σχολείου, μέχρι που φτάνουνε στο σήμερα. Στο σημείο αυτό μπαίνουμε κι εμείς στην καφετέρια (αφού πρώτα χαιδέψουμε το κεφάλι ενός γατούλη που γουργουρίζει ανυπόμονα στην πόρτα) και στήνουμε διακριτικά αυτί.

    Αυτά είναι τα λεγόμενά τους.

  • Ε, πάψε πια να μιλάς για το ποδήλατο!

    - Πρέπει να σταματήσεις να μιλάς για ποδήλατα.

    - Μάλιστα, απλά θα κάνω ποδήλατο και δεν θα μιλάω γι αυτό!

    - Υπάρχουν κι άλλα πράγματα εκτός από το ποδήλατο ξέρεις... Η ζωή έχει δυσκολίες, ανηφόρες...

    - Κι είναι σοφός αυτός που επιλέγει το κατάλληλο γρανάζι για τις ανέβει...

  • Ένας δειλός καβάλα σ' έναν πήγασο

    Λοιπόν, έχουμε και λέμε.... πέντε εφτά τριανταπέντε και τέσσερα κι άλλα οχτώ και τα είκοσι... πως να τα ξεχάσεις τα είκοσι... Που είμασταν; Α, ναι! εξηνταεφτά και δεν βγάζεις ούτε την εβδομάδα... Προσθέτουμε σ' αυτά είκοσι και εννιά και δεκατέσσερα και οχτώ, μα τι τα ήθελα τα οχτώ! Κινηματογράφος σου λέει... Άντε να μου βγει ο προϋπολογισμός τώρα... Οι πολυτέλειες θα με φάνε... Φφφφφφφφφ... Οχτώ είναι οχτώ, δεν είναι παίξε γέλασε! Τώρα, ας προσθέσουμε και τα εξηντατέσσερα και εβδομήντα του λογαριασμού και τα δύο και σαράντα, μα ακούς εκεί δύο και σαράντα! Έναν καφέ ήθελα, δεν νοίκιασα το τραπέζι, αγαπητέ... Κι έπειτα άλλα μηδέν κόμμα πενήντα και...

  • Εταιρεία Ιπτάμενων Χριστουγεννιάτικων Πλασμάτων

    - Δεν με ενδιαφέρει, φώναζε ο Άγιος Βασίλης, κατακόκκινος από τον θυμό του. Τι πάει να πεί αυξήθηκε ο ΦΠΑ και τι με νοιάζει εμένα πόσο πάει το πετρέλαιο;

    - Κύ-Κύριε άγιε μου, τον διέκοψε ο Φρανκ το ξωτικό, θα πα-πάθετε τίποτα, μα ε-ε-έχετε δει τα ποσοστά της χο-χοληστερίνης σας; Αμ δεν κάνεις κι εσύ κράτει άγιε μου, μια α-α-αποθήκη μπουγάτσες τον μήνα κα-κα.. κα- καθαρίζεις στην καθισιά σου...

  • Η ιστορία του αυτοτσούλητου

    Ο Αδάμ ένιωθε μεγάλη μοναξιά εκείνον τον καιρό. Τι ο Θεός του πήγαινε όλα τα ζώα για να παίξει, τι του έφτιαχνε ουράνια τόξα, τι γέμιζε τον τόπο με ευωδιές, τίποτα...

    Ο Αδάμ ήταν μόνος του.

    Ο Θεός φυσικά ήξερε τι χρειαζόταν ο Αδάμ, ένας Θεός ξέρει τα πάντα εξάλλου, αλλά δίσταζε να δημιουργήσει την γυναίκα. Ήταν και διορατικός πως να το κάνουμε, ήξερε ήδη την ιστορία με το φίδι και τον απαγορευμένο καρπό και προσπαθούσε να το καθυστερήσει όσο μπορούσε. Έτσι έσπαγε το κεφάλι του να δει τι να του φτιάξει για να σκοτώνει την ανία του...

  • Η πρώτη μέρα

    - Συμβαίνει.

    - Μα πως είναι δυνατόν; Εγώ πάντοτε πίστευα, να, πίστευα πως άγγελοι δεν υπάρχουν...

    - Μπορεί όταν το πίστευες, άγγελοι για εσένα να μην υπήρχαν. Μπορεί να είχες δίκιο.

    - Και τότε, γιατί τώρα; Ποιος ο λόγος να περνάει ένας άνθρωπος όλη του τη ζωή, μην πιστεύοντας σε πράγματα που δεν είναι ορατά και τώρα, τώρα που πλησιάζει στο τέλος της ζωής του, να ανακαλύπτει πως τόσα χρόνια σπατάλησε την ζωή του με λάθος τρόπο; Λες πως είσαι άγγελος και λες ακόμα πως ότι ζω συμβαίνει, δεν το ονειρεύομαι. Κι εμφανίζεσαι μπροστά μου για να μου δώσεις κάτι που θα έχω χάσει μέχρι αύριο το πρωί;

  • Η σκουριασμένη γυναίκα με το χρυσό κοντέρ

    Ονομάζομαι Θύμιος Λάντρος και είμαι κλέφτης.

    Ένας εξαιρετικός, ένας απίθανος κλέφτης! Με αρχές παρόλα αυτά.

  • Κρίτς, κριτς...

    Κρίτς, κρίτς...

    Είχε την θήκη της κιθάρας περασμένη στον ώμο και είχε ακόμα το σαραβαλάκι του να τρίζει κουρασμένα κάτω από τα πόδια του, κάθε φορά που γυρνούσαν τα πετάλια. Είχε ακόμα και μια καρδιά να χτυπάει σαν τρελή κάθε φορά που την έβλεπε να χαμογελά, όμως εκεί τελείωναν τα υπάρχοντά του. Άλλο δεν είχε κι όλα ήταν γύρω του ήταν γκρίζα και θορυβώδη, σαν τα αυτοκίνητα που τον προσπερνούσαν φλύαρα.

  • Μια ιστορία για το Tour

    Διαβάζοντας την ιστορία του Tour de France, έπεσα πάνω σε ένα αρκετά παράξενο περιστατικό.

    Το 1904 ο Maurice Garin κέρδισε το Tour, αλλά… ένας πιτσιρίκος τον πρόδωσε! Ο μπόμπιρας είχε δει να μπαίνουν μέσα στο τρένο διάφοροι ποδηλάτες, ανάμεσα στους οποίους και ο μετέπειτα νικητής, για να καλύψουν τμήμα της διαδρομής, την ώρα που οι συναγωνιστές τους έκαναν μανιωδώς πετάλι… Τι ακριβώς συνέβη όταν το παιδί αναγνώρισε τον Garin δεν το γνωρίζουμε γιατί τα αρχεία εκείνης της χρονιάς χάθηκαν κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, όταν και τα μετέφεραν από την Γαλλία για να τα γλιτώσουν από την γερμανική κατοχή.

    Η ιστορία που ακολουθεί βασίζεται σε αυτό το γεγονός, αλλά με τελείως φανταστικά γεγονότα και ονόματα. Επίσης μπορεί να υπάρχουν τεχνικές λεπτομέρειες που να μου ξεφεύγουν, ούτως ή άλλως τα στοιχεία από τις εποχές εκείνες είναι λίγα…

    Α! Και κάτι άλλο. Το Tour φέτος ξεκινά στις 3 Ιουλίου…

  • Μισός ήλιος

    Για εκείνον το ποδήλατο δεν ήταν επιλογή τον καιρό εκείνο. Ανάγκη ήταν.

    Γιατί χρήματα δεν είχε, ούτε ταυτότητα για να πιστοποιήσει την ύπαρξή του. Ακόμα όμως κι αν κατάφερνε να τρυπώσει σε ένα βαγόνι, ήταν τόσα πολλά τα μπλόκα που δεν θα κατάφερνε σίγουρα να φτάσει στον προορισμό του. Οι φήμες λέγανε πως μέχρι και τρείς μέρες έκανε το τρένο από τον βορρά για την Αθήνα, λόγω των συχνών στάσεων και των ελέγχων. Για μια απόσταση που άλλοτε έκανε σε 12 ώρες.

  • Ντε Ραγιέ: Η απαγωγή του ποδηλάτου

    2.1 Ξενοδοχείο “Εουρόπα”

     

    Ο επιθεωρητής Φραντσέσκο Ντε Ραγιέ είχε φροντίσει ιδιαίτερα την εμφάνισή του για εκείνο το ραντεβού. Αιτία ήταν ο Αντριάνο, ο πρώτος του φίλος και - μέχρι σήμερα - ο σημαντικότερος. Βέβαια η ζωή, η δουλειά και οι υποχρεώσεις ανάγκασαν τους δύο νέους να χωρίσουν και - παρότι αλληλογραφούσαν συχνά - είχαν να συναντηθούν περισσότερα από πέντε χρόνια. Όπως ήταν φυσικό, ο επιθεωρητής φώναξε από χαρά όταν διάβασε στο τηλεγράφημα “Ξενοδοχείο Εουρόπα, Τετάρτη, 6 απόγευμα. Συγκλονιστικά νέα. Αντριάνο.”

  • Ντε Ραγιέ: Ραδιοφονικό θέατρο

    1.1 Νύχτα

     

    Ο σινιόρ Αντονίνο είχε ένα παράξενο προαίσθημα εκείνο το βράδυ. Δεν ήταν μόνο η καταιγίδα που πλησίαζε σκορπώντας το βαρύ άρωμα της βρεγμένης γης παντού τριγύρω. Κάτι ήταν λάθος. Κοίταξε γύρω του προσπαθώντας να διακρίνει οτιδήποτε θα εξηγούσε το παράξενο συναίσθημα, αλλά το σκοτάδι ήταν πυκνό και το φεγγάρι κρυμμένο πίσω από τα σύννεφα. Ο γέρος έριξε το παλτό του στις πλάτες του και πήρε τα τελάρα με τις ψάθες μέσα στο παλιό σπίτι. Όταν τελείωσε την μεταφορά, κλείδωσε την πόρτα, γέμισε το κατρουτσάκι του, άνοιξε το ραδιόφωνο και τέντωσε τα πόδια του προς την φωτιά.