ποδήλατο

  • Ο Ανεμοπόδαρος

    Ξεκούραση, ε όχι και ξεκούραση, αυτό μου μοιάζει με παραίτηση! Παραίτηση μάλιστα! Σταματάς να δουλεύεις μετά από σαρανταπέντε χρόνια, σαρανταπέντε ολόκληρα χρόνια, τόσα πολλά που χωράς μέσα τους μια ολόκληρη ζωή! Την πρώτη βδομάδα είναι όλα όμορφα, λες πως είναι ωραίο πράγμα η σύνταξη, δεν έχεις πια άγχη, δεν φοβάσαι πια, τώρα κάθε μήνα θα μπαίνουν χρήματα στον λογαριασμό σου και θα έχεις επιτέλους τον απαραίτητο ελεύθερο χρόνο να φτιάξεις τον κήπο σου.

  • Ο τρόπος

    “Πιο γρήγορα!” ακούστηκε η ηχώ από ένα μέρος που υπήρξε παλιά, πριν η ρόδα του ποδηλάτου της το περάσει για πάντα. Τα χαλίκια φλυάρισαν για μια στιγμή, το τιμόνι γουργούρισε μέσα στις παλάμες της, ο δρόμος άνοιξε σε εκατομμύρια πιθανούς προορισμούς. “Είναι υπέροχο πόσο δροσερός είναι ο αέρας εδώ” σκέφτηκε, “μετά από ένα πενθήμερο κλεισμένη σε μια γυάλα. Όλος ο κόσμος είναι νέος!”. Άλλη μια πεταλιά· ένα εκατομμύριο προορισμοί ακόμα.

  • Ο χρυσός δρόμος

    Όλοι έχουμε βρεθεί μια φορά έστω να τρέχουμε με το ποδήλατό μας, σε έναν δρόμο ντυμένο με χρυσάφι. Ο ήλιος μας τυφλώνει και τυλίγει το τοπίο σε μια πορτοκαλί ομίχλη που ομίχλη δεν είναι. Κι έχουμε κοιτάξει με έκσταση τα δέντρα που έχουν αυτό το βαρύ πράσινο χρώμα κι οι κορυφές τους, χάνονται σκούρες στον παραμυθένιο ουρανό. Εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή, όλα κυλάνε πιο αργά και βλέπουμε την σκόνη που ταξιδεύει νωχελικά τριγύρω μας. Ακόμα κι ο ήχος σωπαίνει για να μπορέσουμε να γίνουμε κομμάτι του κόσμου μας, μόνο για εκείνη την στιγμή.

  • Οι άνθρωποι μετρούν τον χρόνο με περίεργους τρόπους

    Ήταν απλά ελεύθερη, νομίζω πως καμία άλλη λέξη δεν μπορούσε να περιγράψει καλύτερα αυτό που του έδινε εκείνη η εικόνα… Απορροφούσε αυτή την ελευθερία, κλεισμένος στο αυτοκίνητό του, σαν σφουγγάρι. Ο χρόνος είχε σταματήσει κάτω από τον αυγουστιάτικο ήλιο, σαν τα αυτοκίνητα μπροστά του. Το ραδιόφωνο επαναλάμβανε μονότονα τα τελευταία νέα για το αναποδογυρισμένο βυτιοφόρο που είχε δημιουργήσει ουρές χιλιομέτρων στην Εθνική.

  • Οι καμπάνες

    Άκουγε μονάχα τον ήχο της αλυσίδας του ποδηλάτου του. Στάθηκε και το ακούμπησε στον τοίχο. Στην συνέχεια πρόβαλε προσεκτικά το κεφάλι του πίσω από τον φαγωμένο από τις ριπές των όπλων, τοίχο. Ο δρόμος ήταν άδειος από κόσμο, γεμάτος, από πέτρες και τούβλα. Μια πλαστική σακούλα περιφερόταν με έναν αργό κυκλικό ρυθμό. Ο αέρας μύριζε όπως κάθε πρωινό, μπαρούτι και καμένο πλαστικό.

  • Οι πολύχρωμες μπότες

    Μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, μπορούσες να δεις ότι όλοι φορούσαν αυτές τις καινούργιες πολύχρωμες μπότες, που ήταν πολύ της μόδας, αλήθεια! Δερμάτινες, πλαστικές ακόμα και ξύλινες, με ρίγες ή πουά, με σχεδιάκια κάθε λογής, διακοσμημένες με χνουδωτές μπάλες ή με πολύχρωμα φτερά ή ακόμα και με κοσμήματα και μεταλλικά σχεδιάκια... Κίτρινες, κόκκινες, πράσινες, πορτοκαλί, με τους πιο τρελούς συνδυασμούς χρωμάτων, πουθενά δεν έβλεπες γκρίζες ή καφέ, παρά φανταχτερά γουνάκια και κουδουνάκια για να κάνουν θόρυβο, λαμπάκια για να κάνουν αίσθηση τη νύχτα...

  • Παύση

    27 λεπτά πριν τις 8.

    Μόνο το κόκκινο ποδήλατό του ξεχώριζε κι όλα τα υπόλοιπα ήταν γκρίζα και μουντά.

    Είχε σταματήσει για να πάρει μια ανάσα και να ξεκουράσει τα γόνατά του. Παρατηρούσε τον κόσμο που κατηφόριζε βιαστικά τα πεζοδρόμια, τα αυτοκίνητα που στριμώχνονταν στους στενούς δρόμους κι όλα αυτά στην ευθεία μπλέκονταν και κατέληγαν σε μια θολή γκρίζα γραμμή που προχωρούσε με θόρυβο κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό. Το σκουριασμένο αίμα αυτής της απρόσωπης πόλης. Άνθρωποι που έτρεχαν να προλάβουν, που σκέφτονταν τις δουλειές τους, που δεν σταματούσαν να κοιτάξουν γύρω τους, να κάνουν μια παύση... Τόσοι άνθρωποι κλεισμένοι σε λαμαρίνες και σε ρολόγια, γρανάζια μιας πόλης χωρίς άλλες αντοχές, χωρίς όνειρα, δίχως χρόνο.

  • Στιγμές πριν το ξύπνημα της πόλης

    Ο δρόμος γλιστράει κάτω από τα πόδια μου. Ο αέρας με χτυπάει στο πρόσωπο χαρίζοντας μου μια αίσθηση ελευθερίας που με κάνει να ξεχνάω οτι είμαι πάνω στο ποδήλατο, απλά επιπλέω με πάθος στους δρόμους μιας πόλης που ακόμα κοιμάται. Είναι κατηφόρα. Και είναι ξημερώματα. Τα παραθυρόφυλλα είναι κλειστά, κι ίσως να είμαι ο μοναδικός άνθρωπος στην πόλη που είναι ξύπνιος, ο μόνος άνθρωπος που νιώθει την υγρασία να τον τυλίγει και τον ιδρώτα να κυλάει στα πόδια του, ζωντανός, τόσο ζωντανός...

  • Το δικό μου τοτέμ!

    Τα παιδικά χρόνια ενός εκκολαπτόμενου μάγου

    Από μικρό παιδί ήθελα να γίνω μάγος. Μάλιστα. Ο καθένας έχει ένα - δυο ντουζίνες όνειρα για την ζωή του, εγώ ήθελα μονάχα να κάνω πράγματα που θα αλλάζουν τον κόσμο γύρω μου, αυτό και τίποτα άλλο!

  • Το καλύτερο που μένει

    Είχε διαβάσει περισσότερα από είκοσι βιβλία τις τελευταίες δυο εβδομάδες, ανάμεσα στα οποία ο τόμος με την ιστορία της τέχνης που είχε κάνει στο πανεπιστήμιο, δοκίμια, βιογραφίες ζωγράφων, και κάποια άλλα βαρετά, με αναλύσεις των διαφορετικών τεχνικών... Η ζωή του είχε πάρει έναν παράξενο, άγνωστο, ανεξέλεγκτο δρόμο που, αντί να τον φοβίζει, τον γέμιζε με ένα παράξενο συναίσθημα βίαιης προσμονής. Κι ίσως η αιτία γι' αυτό να ήταν η ανάγκη της καρδιάς για συγκινήσεις. Τόσους μήνες μόνος, όλα μοιάζανε ίδια κι όλα τα πρωινά φέρναν τα ίδια μεσημέρια κι αυτά με τη σειρά τους, τα ίδια βράδια κουβαλούσαν. Τότε, σκεφτόταν, πως ίσως μονάχα ένα παιδικό πάθος θα μπορούσε να βάλει φωτιά στην καρδιά! Γιατί από μικρός τίποτα δεν του έδινε μεγαλύτερη χαρά, από το να ζωγραφίζει!

  • Το τραγούδι της ανηφόρας

    Κοίταξε μπροστά τον δρόμο που ανηφόριζε. Ο αχνός της ασφάλτου έκανε το τοπίο να χορεύει στα μάτια του. Δεν ακουγόταν τίποτα άλλο, εκτός από τα τζιτζίκια.

    Είχε περάσει πολλή ώρα από την στιγμή που ξεκίνησε την ανάβασή του. Τα πόδια του τον καίγανε και όλο του το σώμα ήταν καλυμμένο με ιδρώτα. Αλλά το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του πως θα έφτανε στην κορυφή και θα έκανε τα πάντα για να κρατήσει αυτή του την υπόσχεση κι ούτε ο πόνος, ούτε ο ιδρώτας μπορούσαν να κάμψουν τον αγώνα του.

  • Τουρινάι

    Παρασκευή πρωί

    Ο Ντισπερόν, είναι ένα αγοράκι 8 ετών, ένα πολύ αγχωμένο αγοράκι 8 ετών για να είμαστε ακριβείς. Στο σχολείο θα τον εξέταζαν στην λογοτεχνία και - ανάθεμα - δεν είχε διαβάσει τίποτα, μα τίποτα απολύτως. Μα τι του είχε περάσει από το μυαλό; Οι εξετάσεις, όπως και κάθε τι στο σχολείο και την ζωή του ήταν προγραμματισμένο με μαθηματική ακρίβεια. Κι αν ακόμα μπορούσε κανείς να ξεγελάσει τους γονείς του, με κάποιο αθώο ψεματάκι ή έστω να αποφύγει μια τιμωρία επειδή ο μπαμπάς τύχαινε να είναι καλοδιάθετος, τα ρομπότ ήταν πάντοτε τόσο εκνευριστικά νομοταγή που σε θέματα τιμωρίας δεν έκαναν ποτέ σκόντο.