φιλοσοφία

  • Ανάσα

    Μη με ρωτάτε πως έπεσα στην λίμνη, δε θυμάμαι. Έγινε παλιά. Σε μια άλλη ζωή.
    Τώρα παλεύω να επιστρέψω.
    Στην επιφάνεια.
    Στη ζωή.
    Βλέπω το φως να απομακρύνεται. Χάνεται. Τα γαλάζια του πέπλα θυμίζουν κάτι από ποίηση. Κάθε τέλος πρέπει να έχει λίγη μέσα του. Να δικαιολογεί το διάστημα μετά την γέννηση.

  • Γαριφαλιές

    Το πρωί που βγήκα βόλτα στον παραλιακό δρόμο, συνάντησα δυο γεροντάκια που καβάλα στα ποδήλατά τους, έκαναν τον πρωινό τους περίπατο. Για λίγα μέτρα τους έκανα κι εγώ παρέα κι άκουσα λίγα από αυτά που συζητούσαν. Επειδή δεν συστηθήκαμε όμως, δεν έμαθα τα ονόματά τους κι έτσι, για τις ανάγκες της ιστορίας, θα αποκαλώ τον ένα στωικό και τον άλλο κυνικό.

    Κυνικός: Κοίτα, κοίτα πως πετούν τα χελιδόνια, έτσι φεύγουνε τα χρόνια, πετούν γλυκά στον χρόνο και σε αφήνουν στάσιμο, να τα ακολουθείς με το βλέμμα...

    Στωικός: Μα αν τα κοιτάξεις πιο καλά, θα δεις πως είναι δυνατά, πως πάνε στους ανέμους κόντρα για να φτάσουν στ' ανοιχτά!

  • Η πρώτη μέρα

    - Συμβαίνει.

    - Μα πως είναι δυνατόν; Εγώ πάντοτε πίστευα, να, πίστευα πως άγγελοι δεν υπάρχουν...

    - Μπορεί όταν το πίστευες, άγγελοι για εσένα να μην υπήρχαν. Μπορεί να είχες δίκιο.

    - Και τότε, γιατί τώρα; Ποιος ο λόγος να περνάει ένας άνθρωπος όλη του τη ζωή, μην πιστεύοντας σε πράγματα που δεν είναι ορατά και τώρα, τώρα που πλησιάζει στο τέλος της ζωής του, να ανακαλύπτει πως τόσα χρόνια σπατάλησε την ζωή του με λάθος τρόπο; Λες πως είσαι άγγελος και λες ακόμα πως ότι ζω συμβαίνει, δεν το ονειρεύομαι. Κι εμφανίζεσαι μπροστά μου για να μου δώσεις κάτι που θα έχω χάσει μέχρι αύριο το πρωί;

  • Μην πεις την λέξη

    Μου ζήτησε να μην χρησιμοποιήσω την λέξη. Να περιγράψω το συναίσθημα με όποιον τρόπο ήθελα, να γράψω όσες άλλες λέξεις επιθυμούσα, φτάνει να έλειπε μια· το όνομα. 

    Τότε εγώ πήρα μολύβι και χαρτί και της έγραψα: 

    "        , γιατί ο ίσκιος σου αφαιρεί κάτι από τα περιττά του κόσμου".

  • Ο χρυσός δρόμος

    Όλοι έχουμε βρεθεί μια φορά έστω να τρέχουμε με το ποδήλατό μας, σε έναν δρόμο ντυμένο με χρυσάφι. Ο ήλιος μας τυφλώνει και τυλίγει το τοπίο σε μια πορτοκαλί ομίχλη που ομίχλη δεν είναι. Κι έχουμε κοιτάξει με έκσταση τα δέντρα που έχουν αυτό το βαρύ πράσινο χρώμα κι οι κορυφές τους, χάνονται σκούρες στον παραμυθένιο ουρανό. Εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή, όλα κυλάνε πιο αργά και βλέπουμε την σκόνη που ταξιδεύει νωχελικά τριγύρω μας. Ακόμα κι ο ήχος σωπαίνει για να μπορέσουμε να γίνουμε κομμάτι του κόσμου μας, μόνο για εκείνη την στιγμή.

  • Οι πολύχρωμες μπότες

    Μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, μπορούσες να δεις ότι όλοι φορούσαν αυτές τις καινούργιες πολύχρωμες μπότες, που ήταν πολύ της μόδας, αλήθεια! Δερμάτινες, πλαστικές ακόμα και ξύλινες, με ρίγες ή πουά, με σχεδιάκια κάθε λογής, διακοσμημένες με χνουδωτές μπάλες ή με πολύχρωμα φτερά ή ακόμα και με κοσμήματα και μεταλλικά σχεδιάκια... Κίτρινες, κόκκινες, πράσινες, πορτοκαλί, με τους πιο τρελούς συνδυασμούς χρωμάτων, πουθενά δεν έβλεπες γκρίζες ή καφέ, παρά φανταχτερά γουνάκια και κουδουνάκια για να κάνουν θόρυβο, λαμπάκια για να κάνουν αίσθηση τη νύχτα...

  • Σκάκι

    Ήταν ένα ζεστό απόγευμα του Μαΐου. Ήμουν σε ένα παραλιακό χωριουδάκι έξω απο το Κάλιαρι, παρέα με την Βερόνικα, μια φίλη μου απο το πανεπιστήμιο. Καθόμασταν σε ένα καφέ, σε μια πέτρινη εξέδρα πάνω απο την παραλία. Δίπλα μας ήταν δυο ηλικιωμένοι κύριοι, που κοιτούσαν αμίλητοι μια σκακιέρα. Τότε με ενδιέφερε πολύ το σκάκι και θυμάμαι οτι κοιτούσα την παρτίδα όσο η Βερόνικα αγνάντευε την ήρεμη θάλασσα. Όταν το παιχνίδι τελείωσε, ο νικητής που είχε παρατηρήσει το ενδιαφέρον μου όση ώρα έπαιζε, με προσκάλεσε να παίξω μαζί του. Κοίταξα την φίλη μου κι εκείνη σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. Κάθισα απέναντι του κι αφού συστηθήκαμε, αρχίσαμε να παίζουμε. Η παρτίδα δεν κράτησε πολύ. Αν κι έπαιζε γρήγορα, φαινόταν σαν να καταλάβαινε τις κινήσεις και τις σκέψεις μου και ήξερε τον τρόπο να αμυνθεί. Γρήγορα πέρασε στην επίθεση, έφαγε την βασίλισσα μου κι απο κει και πέρα ήταν θέμα χρόνου η ήττα μου.

  • Στιγμές πριν το ξύπνημα της πόλης

    Ο δρόμος γλιστράει κάτω από τα πόδια μου. Ο αέρας με χτυπάει στο πρόσωπο χαρίζοντας μου μια αίσθηση ελευθερίας που με κάνει να ξεχνάω οτι είμαι πάνω στο ποδήλατο, απλά επιπλέω με πάθος στους δρόμους μιας πόλης που ακόμα κοιμάται. Είναι κατηφόρα. Και είναι ξημερώματα. Τα παραθυρόφυλλα είναι κλειστά, κι ίσως να είμαι ο μοναδικός άνθρωπος στην πόλη που είναι ξύπνιος, ο μόνος άνθρωπος που νιώθει την υγρασία να τον τυλίγει και τον ιδρώτα να κυλάει στα πόδια του, ζωντανός, τόσο ζωντανός...

  • Το καλύτερο που μένει

    Είχε διαβάσει περισσότερα από είκοσι βιβλία τις τελευταίες δυο εβδομάδες, ανάμεσα στα οποία ο τόμος με την ιστορία της τέχνης που είχε κάνει στο πανεπιστήμιο, δοκίμια, βιογραφίες ζωγράφων, και κάποια άλλα βαρετά, με αναλύσεις των διαφορετικών τεχνικών... Η ζωή του είχε πάρει έναν παράξενο, άγνωστο, ανεξέλεγκτο δρόμο που, αντί να τον φοβίζει, τον γέμιζε με ένα παράξενο συναίσθημα βίαιης προσμονής. Κι ίσως η αιτία γι' αυτό να ήταν η ανάγκη της καρδιάς για συγκινήσεις. Τόσους μήνες μόνος, όλα μοιάζανε ίδια κι όλα τα πρωινά φέρναν τα ίδια μεσημέρια κι αυτά με τη σειρά τους, τα ίδια βράδια κουβαλούσαν. Τότε, σκεφτόταν, πως ίσως μονάχα ένα παιδικό πάθος θα μπορούσε να βάλει φωτιά στην καρδιά! Γιατί από μικρός τίποτα δεν του έδινε μεγαλύτερη χαρά, από το να ζωγραφίζει!