Σκάκι

Ήταν ένα ζεστό απόγευμα του Μαΐου. Ήμουν σε ένα παραλιακό χωριουδάκι έξω απο το Κάλιαρι, παρέα με την Βερόνικα, μια φίλη μου απο το πανεπιστήμιο. Καθόμασταν σε ένα καφέ, σε μια πέτρινη εξέδρα πάνω απο την παραλία. Δίπλα μας ήταν δυο ηλικιωμένοι κύριοι, που κοιτούσαν αμίλητοι μια σκακιέρα. Τότε με ενδιέφερε πολύ το σκάκι και θυμάμαι οτι κοιτούσα την παρτίδα όσο η Βερόνικα αγνάντευε την ήρεμη θάλασσα. Όταν το παιχνίδι τελείωσε, ο νικητής που είχε παρατηρήσει το ενδιαφέρον μου όση ώρα έπαιζε, με προσκάλεσε να παίξω μαζί του. Κοίταξα την φίλη μου κι εκείνη σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. Κάθισα απέναντι του κι αφού συστηθήκαμε, αρχίσαμε να παίζουμε. Η παρτίδα δεν κράτησε πολύ. Αν κι έπαιζε γρήγορα, φαινόταν σαν να καταλάβαινε τις κινήσεις και τις σκέψεις μου και ήξερε τον τρόπο να αμυνθεί. Γρήγορα πέρασε στην επίθεση, έφαγε την βασίλισσα μου κι απο κει και πέρα ήταν θέμα χρόνου η ήττα μου.

 

- Πες μου νεαρέ μου, μου είπε τότε, σε τι μοιάζει το σκάκι με την ζωή;

Η Βερόνικα είχε καθίσει δίπλα μου κι ήθελα να την εντυπωσιάσω.

- Αν χάσεις την βασίλισσα σου, του είπα εγώ, είσαι χαμένος. Έτσι είναι και στην ζωή.

Το γεροντάκι κοίταξε την Βερόνικα, υποθέτοντας πιστεύω οτι ήταν η κοπέλα μου και χαμογέλασε.

- Και σε τι άλλο; με ρώτησε.

- Το σκάκι χρειάζεται στρατηγική και μέθοδο, του είπα. Πρώτα κοιτάζεις τι θέλεις να καταφέρεις. Να φας ένα πιόνι, να ανταλλάξεις ένα κατώτερο κομμάτι όπως το άλογο με ένα ανώτερο, παραδείγματος χάρη με ένα πύργο κτλ κτλ. Έπειτα είναι η μέθοδος. Πως πρέπει να παίξεις ώστε να φέρεις τον αντίπαλο στην θέση που θέλεις εσύ ώστε να του φας τον πύργο. Έτσι είναι και η ζωή. Πρώτα θέτεις τους στόχους σου κι έπειτα σκέφτεσαι με ποιο τρόπο θα το καταφέρεις.

– Και σε τι άλλο;

Είχα την αίσθηση οτι η Βερόνικα με κοιτούσε και συνέχισα.

- Να, το πιο σημαντικό κομμάτι της παρτίδας είναι το άνοιγμα. Αν τοποθετήσεις τα πούλια καλά στην αρχή, κρατάς την παρτίδα στο χέρι σου. Στην ζωή όσα περισσότερα μάθεις, όσα κατακτήσεις απο παιδί, μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις αργότερα για να πετύχεις τους στόχους σου. Οι βάσεις δηλαδή. Αν απο παιδί δεν έχεις εφόδια, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα.

- Και σε τι δεν μοιάζει με την ζωή;

Σ’ εκείνο το σημείο κόλλησα. Προσπαθούσα να βρω κάτι αλλά οτι κι αν σκεφτόμουν μου φαινόταν ανόητο. Τέλος, σαν σε αναλαμπή, είπα:

-Στο σκάκι ξέρεις ποιος είναι ο αντίπαλος. Ξέρεις πως έχει το αντίθετο χρώμα απο σένα, ξέρεις πως κάθεται απέναντι σου, τον βλέπεις, ξεχωρίζει. Στην ζωή πάλι ο εχθρός σου μπορεί να έχει το ίδιο χρώμα με εσένα, μπορεί να κάθεται δίπλα σου. Κι εκεί που δεν το περιμένεις να τον ακούσεις να προφέρει την λέξη «ματ».

Τώρα οι δυο ηλικιωμένοι κύριοι με κοιτούσαν χαμογελώντας.

- Θα έρθεις πάλι το επόμενο Σάββατο; με ρώτησε ο ένας.

Θα πήγαινα. Κι όλη την εβδομάδα που μεσολαβούσε θα έπαιζα με τον υπολογιστή και θα διάβαζα το βιβλίο ενός ιταλού πρωταθλητή που είχα αγοράσει. Θα γυρνούσα και θα γυρνούσα για να κερδίσω!

- Ναι, θα έρθω, του απάντησα.

Έτσι κι έγινε. Το επόμενο Σάββατο, μετά απο ώρες μελέτης και εξάσκησης με τον υπολογιστή, πήγα στο ίδιο καφέ και τον συνάντησα. Εκείνη η παρτίδα θα μου μείνει αξέχαστη. Στην αρχή έκανα ένα ωραίο κεντρικό άνοιγμα και κατάφερα μάλιστα να απειλήσω την βασίλισσα του. Έτσι όσο εκείνος ήταν απασχολημένος να την μετακινεί απο δω κι απο κει για να την γλιτώσει, εγώ κέρδιζα χρόνο για να προωθώ τα πιόνια μου. Κάποια στιγμή μάλιστα κατάφερα να παγιδέψω την βασίλισσα του και να την «φάω». Έπειτα μετακινώντας ένα μου πιόνι ανάμεσα και μπροστά απο τα δυο του άλογα κατάφερα να του φάω το ένα αφού δεν μπορούσε να γλιτώσει και τα δυο με μια κίνηση. Θυμάμαι οτι βρισκόμουν σε τόσο μεγάλη ένταση κατά την διάρκεια του παιχνιδιού που, όταν αργότερα τελείωσε πόναγα σε όλο μου το σώμα σαν να είχα κουβαλήσει ολόκληρο βουνό, βράχο – βράχο. Η παρτίδα όμως δεν έμελλε να τελειώσει όπως περίμενα.

Εκείνος προώθησε ένα του πιόνι στην τελευταία αμυντική μου γραμμή κάνοντας το βασίλισσα. Έπειτα επιτέθηκε απο τα πλάγια. Επειδή είχα ανοίξει κάπως βιαστικά κι αργότερα ήμουν απασχολημένος να τον κυνηγάω, δεν μπόρεσα να «καλύψω» τα πιόνια μου, έτσι έπρεπε να το κάνω εκείνη την στιγμή. Όσο περνούσα στην άμυνα, τόσο έχανα χώρο. Στο τέλος κλείστηκα κι όπως είναι φυσικό, έχασα κι εκείνη την παρτίδα. Τότε εκείνος με κοίταξε και είπε:

- Άνοιξα άσχημα αλλά με πολλές προσπάθειες κατάφερα να φέρω το παιχνίδι στα μέτρα μου. Έχασα την γυναίκα μου (στην ιταλική σκακιστική ορολογία η βασίλισσα λέγεται «ντόννα» που ετυμολογικά σημαίνει «γυναίκα» και συμβολίζεται με το γράμμα D.) αλλά κατάφερα να κάνω μια άλλη καθώς… ουδείς αναντικατάστατος! Έπειτα, αν και είχα το μειονέκτημα στα πιόνια, τα τοποθέτησα σωστά και γύρισα το παιχνίδι. Οι θεωρίες σου λοιπόν σχετικά με το σκάκι απότυχαν παταγωδώς.

- Ναι, αναγκάστηκα να παραδεχτώ, αλλά οι κανόνες επιβεβαιώνονται χάρη στις εξαιρέσεις. Πάντως, είχα πει πως σε κάτι το σκάκι δεν μοιάζει με την ζωή. Στο σκάκι ξέρεις πάντοτε ποιος είναι ο αντίπαλος.

- Εγώ είμαι αντίπαλος σου, αλλά δεν είμαι εχθρός σου. Ίσα ίσα που σήμερα, πιστεύω οτι έμαθες κάτι απο μένα.

- Το σκάκι λοιπόν δεν μοιάζει στην ζωή; ρώτησα.

- Ναι, έχουν κάτι κοινό. Βλέπεις αγόρι μου, τόσο στο σκάκι, όσο και στην ζωή, ποτέ δεν είναι αργά να αλλάξεις, να γυρίσεις τον κόσμο ανάποδα και να πετύχεις αυτό που θέλεις. Φτάνει να ξέρεις για τι πολεμάς. Κι αυτή είναι και η μεγάλη του διαφορά με την ζωή. Στο παιχνίδι πρέπει να εξουδετερώσεις τον βασιλιά του αντιπάλου. Στην ζωή πρέπει να φτιάξεις πολλούς δικούς σου.

Απο τότε δεν έτυχε να ξανασυναντήσω τον συμπαθητικό αυτό γέροντα. Τον σκεφτόμουν όμως συχνά και πάλευα στην ζωή μου να φτιάξω πολλούς δικούς μου βασιλιάδες, σε κάθε παρτίδα της ζωής μου.