Οι άνθρωποι που φοράν σελοφάν

Δύο είναι τα πράγματα που πρέπει να γνωρίζει κανείς για αυτούς που φοράνε σελοφάν.

Η ανάσα τους μυρίζει οινόπνευμα νοσοκομείου.

Λένε πάντοτε ναι σε οτιδήποτε δεν ξεπερνά σε διάρκεια το μέγιστο χρονικό σημείο που μπορεί να δείξει το ρολόι τους.

 

Το πρώτο είναι εύκολο να το καταλάβει κανείς και δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. Αλλά το δεύτερο είναι λίγο πιο πολύπλοκο, όπως ότι σχετίζεται με τον χρόνο. Για λόγους φιλοσοφικής οικολογίας - οι λέξεις βλέπεις δεν επινοήθηκαν για να σπαταλιούνται γιατί κάποια στιγμή θα στερέψουν από νοήματα και ο πολιτισμός μας θα πεθάνει - θα προσπαθήσω να το εξηγήσω με ένα απλό παράδειγμα. Αν ρωτήσεις έναν απ’ αυτούς που φοράνε σελοφάν αν θέλει να του δώσεις μια δεκάρα σε πέντε λεπτά θα απαντήσει με ένα ενθουσιώδες “ναι”. Αν πάλι τον ρωτήσεις αν θα προτιμούσε ένα θαύμα ικανό να αλλάξει τον κόσμο ολόκληρο στο τέλος της εβδομάδας, θα αρνηθεί κατηγορηματικά· δεν είναι μάλιστα λίγες οι φορές που τέτοιου τύπου ερωτήσεις τους φαίνονται όχι απλά ανόητες ονειροπολήσεις, αλλά και εξαιρετικά προσβλητικές!

Οι άνθρωποι που φοράνε σελοφάν, ακολουθούν τους κανόνες της μόδας όπως όλοι, συμπεριλαμβανομένου εμένα και εσένα. Ίσως ήδη να γνωρίζεις πως η μόδα δημιουργήθηκε όταν οι ισχυροί ανακάλυψαν έντρομοι πως οι άνθρωποι κυκλοφορούν στους δρόμους μοστράροντας τις προσωπικότητές τους σε κοινή θέα, δίχως ίχνος σεβασμού στους κανόνες. Κάτι τέτοιο είναι τόσο επικίνδυνο και χαοτικό όσο το να βαδίζει κανείς εκτός δρόμου. Θα μπορούσες να ζήσεις σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι αντί να περπατούν στο πεζοδρόμιο, σκαρφάλωναν σε κτήρια, πετούσαν πάνω από πλατείες ή έσκαβαν υπόγεια τούνελ κάτω από τα ίδια σου τα πόδια; Όχι φυσικά! Θα κινδύνευες να πέσεις σε μια τρύπα ή να σου έρθει κατακέφαλα ένας ιπτάμενος συμπολίτης σου που τον πήρε ο ύπνος ενώ πετούσε για να μην αναφέρουμε τον μεγαλύτερο κίνδυνο όλων… Το να ξεκινάς από το σημείο Α με σκοπό να φτάσεις στο σημείο Β και - αψηφώντας τους νόμους των μαθηματικών - να σχεδίαζες εκατομμύρια ευθείες για να ενώσεις την έναρξη και τον τερματισμό!

Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος της ύπαρξης ανθρώπων που αμφισβητούν τους νόμους λοιπόν, δημιουργήθηκε η μόδα! Οι άρχοντες μιας πόλης προσέλαβαν έναν άνθρωπο και στο χαρτί της πρόσληψής του έγραψαν: “Να περπατά από το σημείο Α στο σημείο Β, καθημερινά, χωρίς να παρεκκλίνει της πορείας του, από τις 9 το πρωί μέχρι τις 5 το απόγευμα”. Παρατήρησες κι εσύ πόσο όμορφα όρισαν τον χρόνο εντός των ορίων του ρολογιού τους; Δεν είναι τυχαίο!

Έπειτα προσέλαβαν (με μικρότερο μισθό είναι η αλήθεια) κάποιους ανθρώπους που μοναδική τους υποχρέωση είναι να δείχνουν τον εργάτη που περπατά και να λένε μεταξύ τους: “Βρε τι ωραία που περπατά τούτος εδώ! Τέτοια πειθαρχεία, τόσο ζήλο, δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ μας! Πόση ασφάλεια νιώθει η καρδιά μας κοιτώντας τα σταθερά του βήματα! Πόσο δυνατά χτυπά η καρδιά μας μπροστά στην τόσο όμορφα προδιαγεγραμμένη του πορεία!”

Τον θαύμαζαν πραγματικά όμως, να τα λέμε όλα, θαύμαζαν τον μισθό του στην αρχή κι αργότερα το γεγονός πως ο περιπατητής ξεχώριζε από όλους τους. Αυτοί ήταν κοινοί εργάτες, αλλά αυτός… Αυτός είχε γίνει “μόδα”. Πριν τελειώσει η μέρα και εντός των ορίων του ρολογιού, δεν υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος σε ολόκληρη την πόλη που να μην ήθελε να περπατά στην μία και μοναδική ευθεία που ενώνει δύο σημεία. Η μόδα μέσα σε λίγες μόνο ώρες είχε απαλλάξει τους ανθρώπους από την ανάγκη να πετούν! Όλοι περπατούσαν πάνω - κάτω στην ίδια διαδρομή, ελπίζοντας πως κάποτε θα τους δείχνουν και θα λένε:  “Βρε τι ωραία που περπατά τούτος εδώ! Τέτοια πειθαρχεία, τόσο ζήλο…” κτλ κτλ.

Η μόδα λοιπόν ορίζει τον τρόπο ζωής όλων μας και ανάλογα με την κατηγορία στην οποία μας κατατάσσει, μας υπαγορεύει τους κανόνες. Για τους ανθρώπους που φοράνε σελοφάν, οι κανόνες αυτοί είναι οι παρακάτω:

1. Να φοβάσαι πολύ

2. Να φοβάσαι όσους δεν πληρούν τον κανόνα 1

3. Να ζεις ανέμελα την γεμάτη όνειρα ζωή σου, εκτός αν ισχύει ο κανόνας 1 ή ο κανόνας 2.

Σημείωση: Να κάνεις τα παραπάνω πάντοτε με την ίδια σειρά.

Δεν είναι δα και κάτι παράλογο. Αν κατηγορήσεις κάποιον που φορά σελοφάν πως δεν ζει ελεύθερος λόγου χάρη, αμέσως θα σε παραπέμψει στον τρίτο κανόνα αν και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα σε ακούσει πραγματικά αφού παραβιάζεις τον κανόνα 2 την στιγμή που εκείνος ήδη βιώνει τον κανόνα 1.

Τώρα θα σου μιλήσω για εμένα. Αν έχεις ακούσει την έκφραση “κάθε κανόνας έχει τις εξαιρέσεις που τον επιβεβαιώνουν” θα ξέρεις ήδη ποιός είμαι. Είμαι αυτός ο αμόρφωτος άνθρωπος που δεν ξέρει να μετρά.

Μάλιστα.

Τίποτα.

Δεν σκαμπάζω από μαθηματικά, δεν έμαθα ποτέ μου!

Δεν ξέρω καν να διαβάζω την ώρα στο ρολόι μου! Αν κάποιος με ρωτήσει “τι ώρα είναι;” εγώ ντροπιασμένος θα προσπαθήσω να δικαιολογηθώ λέγοντας “είναι περίπου μια ζωή πριν πεθάνουμε”. Ναι, τόσο αόριστα μιλάω που χρησιμοποιώ την λέξη “περίπου”.

Αυτή η μαθησιακή μου δυσκολία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον τρόπο που μου έμελλε να ζήσω. Φαντάσου το εξής: Προσπάθησα κι εγώ όπως όλοι να ακολουθήσω την μόδα αλλά δεν ήξερα τους κανόνες. Πλησίασα λοιπόν ένα μεσημέρι κάποιον από αυτούς που δουλειά τους είναι να δείχνουν τον περιπατητή και να τον επαινούν και τον ρώτησα να μου τους εξηγήσει. Ο άνθρωπος ευγενικά όχι μόνο ασχολήθηκε μαζί μου, αλλά μου έδωσε και τρία χαρτάκια με τους κανόνες γραπτά για να τους διαβάζω μέχρι να τους αποστηθίσω. Τα αρίθμησε κι όλα για να μην μπερδευτώ, αλλά εγώ που δεν ξέρω να μετρώ με νούμερα τον κόσμο, ξεκίνησα από το 3 και μετά δεν μπορούσα να ακολουθήσω το 1 και το 2, αφού ο κανόνας είναι σαφής: Μόνο αν δεν ισχύει το 3 μπορώ να κάνω το 1 ή το 2.

Κι έτσι καταδικάστηκα για πάντα να ζω μια ανέμελη ζωή γεμάτη όνειρα και να μην φοβάμαι τον κόσμο γύρω μου ή τους ανθρώπους που δεν φοβούνται τον κόσμο γύρω τους. Κι ούτε μπορούσα να διαγράψω τον κανόνα 3, αφού αν ισχύει το “κάθε κανόνας έχει τις εξαιρέσεις που τον επιβεβαιώνουν”, τότε ισχύει και το αντίθετο. Κάθε εξαίρεση έχει τον κανόνα που την επιβεβαιώνει. Πως να διώξω από πάνω μου τον κανόνα, εγώ ο φτωχός που αποτελώ την εξαίρεση;

Εγκλωβίστηκα λοιπόν σε ένα δίλημμα που παρόμοιό του εύχομαι σε κανέναν να μην ζήσει! Τόσο μεγάλη ήταν η δυστυχία μου που για να καταλάβεις, όταν διάβασα το μυθιστόρημα με τον Σάντσο Πάντσα που ζει ήρεμα την ζωή του κοιτώντας την δουλίτσα του μέχρι που μπλέκει με έναν παλαβό, εξαρτημένο από τα παραμύθια που φαντάζεται πως είναι τάχα μου ιππότης, εγώ ήμουν ο μοναδικός άνθρωπος που θυμόταν το όνομά του τρελού!

Παρατήρησες μήπως πως δεν ανέφερα το όνομα του περιπατητή που όλοι θαυμάζουν; Ντρέπομαι να το παραδεχτώ, αλλά δεν το θυμάμαι καν!

Απ’ όλες τις μορφές της τέχνης, εγώ που δεν έμαθα ποτέ μου να μετρώ τον κόσμο με αριθμούς, διάλεγα τον λιγότερο προφανή. Δεν άκουσα τον τραγουδιστή της μόδας ποτέ μου κι από ποιητές επέλεγα τους βαρετούς που σπιλώνουν τα χαρτιά τους με λέξεις, αντί να βάζουν τις καθαρές τους κόλες την μία πάνω στην άλλη, όμορφα τακτοποιημένες και προορισμένες να μιλούν για τον κόσμο που ορίζεται από τα όρια του ρολογιού. Κι όταν χρειάστηκε να πάω από το σημείο Α στο σημείο Β, χάθηκα στην διαδρομή και κατέληξα να γνωρίζω ανθρώπους που κανείς τους δεν είχε καν ακουστά για το σημείο Β. Ακόμα και σήμερα που μιλάμε, αν με ρωτήσει κανείς που βρίσκεται το τέρμα, το περίφημο σημείο Β, θα δικαιολογηθώ λέγοντας: “περίπου μια ζωή πριν πεθάνουμε”. Ναι, καλά το διάβασες. Περίπου.

Μπερδεμένος όπως κατάντησα, (περίπου) μια ζωή μακρυά από το σημείο Β για το οποίο ήμουν προορισμένος, με την εικόνα του Δον Κιχώτη (του άγνωστου συντρόφου του Σάντσο) στο μυαλό, χρειάστηκε πρόσφατα να κάνω μια πολύ σημαντική επιλογή.

Ένας από τους άρχοντες είχε ένα δίλημμα και αποφάσισε να ρωτήσει τους πολίτες, αν είναι καλύτερα να μυρίζει η ανάσα μας οινόπνευμα νοσοκομείου σήμερα ή να βρωμά το χνώτο μας από την πείνα για πολλά χρόνια ακόμα με την ελπίδα πως ένα πρωί θα ξυπνήσουμε και θα ευωδιάζει γαρίφαλο.

Εκ πρώτης άποψης, η απάντηση είναι εύκολη. Το ένα γίνεται σήμερα, εντός των ορίων του ρολογιού, το άλλο θα γίνεται για πολλά ρολόγια στο μέλλον. Το γεγονός πως η απάντηση είναι προφανής, βασίζεται και στο ότι το ερώτημα ήταν ασαφές. Πόσα ρολόγια είναι τα “πολλά χρόνια ακόμα;” Και τέλοσπάντων, πως μυρίζει το γαρίφαλο; Αυτό από τις πόλεις μας το έχουμε εξορίσει.

Οι κράχτες βγήκαν στα παράθυρα και φώναζαν αυτό που τους δασκάλεψαν τα αφεντικά: “Βρε τι ωραία που περπατάμε όλοι μας σε ευθεία γραμμή! Τέτοια πειθαρχεία, τόσο ζήλο, δεν είχαμε ζήσει ποτέ μας! Πόση ασφάλεια νιώθει η καρδιά μας κοιτώντας τα σταθερά μας βήματα! Πόσο δυνατά χτυπά η καρδιά μας μπροστά στην τόσο όμορφα προδιαγεγραμμένη μας πορεία!”

Ο περιπατητής, πρώτος βγήκε και καμάρωνε για την επιλογή του, βγάζοντας πύρινους λόγους και γεμίζοντας με την ανάσα του τα μυαλά μας με την γνώριμη μυρωδιά του νοσοκομειακού οινοπνεύματος. Το αποτέλεσμα ήταν ξεκάθαρο όσο περνούσε ο καιρός κι όλα θα κυλούσαν ομαλά, αν ο Διογένης δεν είχε βάλει στο μάτι εκείνη την πρόστυχη κεραμιδόγατα.

Ο Διογένης είναι ένας αδέσποτος γάτος που τριγυρίζει εδώ κι εκεί έχοντας ένα και μόνο πάθος. Το σεξ. Δεν τον νοιάζει το φαΐ, το νερό ή η μόδα. Μόλις δει μια ουρά να του κουνιέται λίγο παιχνιδιάρικα ξεχνάει τα πάντα. Για κακή μας τύχη εκείνο το βράδυ, πριν τις εκλογές, εντόπισε μια ναζιάρα θηλυκιά να τρυπώνει σε ένα τυπογραφείο. Την ακολούθησε, τις έταξε διάφορα  κι όταν εκείνη τον απέρριψε, την πήρε στο κυνήγι, υποσχόμενος τον ουρανό με τ’ άστρα προκειμένου να την καταφέρει. Έτρεχε η θηλυκιά, ξοπίσω της αυτός να της τάζει, μέχρι που απορροφημένος καθώς ήταν γλίστρησε, έπεσε πάνω στα τυπογραφικά στοιχεία που θα χρησιμοποιούνταν για το ψηφοδέλτιο και τα ανακάτεψε.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου εκείνο το πρωινό που πήγαμε να ψηφίσουμε και ανακαλύψαμε με τρόμο πως το ασαφές κείμενο είχε αλλάξει και το ερώτημα είχε αντιστραφεί.

“Είναι καλύτερα να βρωμά το χνώτο μας από την πείνα για πολλά χρόνια ακόμα με την ελπίδα πως ένα πρωί θα ξυπνήσουμε και θα ευωδιάζει γαρίφαλο ή να μυρίζει η ανάσα μας οινόπνευμα νοσοκομείου σήμερα;”

Υπάρχουν σε αυτή την πόλη κάποιοι άνθρωποι σαν εμένα, καταραμένοι, που δεν ξέρουν να μετρούν τον κόσμο με αριθμούς και δεν φοβούνται ότι συμβαίνει γύρω τους ή μέσα τους κι ακόμη δεν φοβούνται τους ανθρώπους που δεν φοβούνται, παρά ζουν ανέμελα την γεμάτη όνειρα ζωή τους χωρίς να φτάνουν ποτέ στο σημείο Β.

Έπειτα υπάρχουν αυτοί που μπερδεύτηκαν και ψήφισαν το πρώτο ερώτημα γιατί ήταν πρώτο και σε όλη τους την ζωή είχαν μάθει να μην αλλάζουν σειρά στους κανόνες (άτιμε Διογένη με τις ορμές σου!).

Τέλος, υπάρχουν άνθρωποι που ενώ τα κάνουν όλα με την σειρά και με τους νόμους όπως πρέπει, ρωτήθηκαν για κάτι τόσο σημαντικό για πρώτη φορά κι έτσι ανακάλυψαν πως έχουν στα χέρια τους δύναμη κι αποφάσισαν να την χρησιμοποιήσουν. Τώρα, κάποιος που δεν είχε ποτέ του δύναμη, δεν είχε λόγο να σκοτίζεται με ερωτήματα του τύπου “τι θα έκανα αν μπορούσα να αλλάξω την ζωή μου”. Έτσι όταν του τέθηκε το ερώτημα, το μυαλό του δεν είχε μπολιαστεί με την αλήθεια της μόδας και παραπλανήθηκε από τα θέλω του, γυμνός όπως ήταν από εντολές και την καθοδήγηση των κραχτών!

Δεν έχει σημασία ποιά κατηγορία ψηφοφόρων επηρέασε περισσότερο το αποτέλεσμα, σημασία έχει πως όταν αυτό ανακοινώθηκε, ο λαός είχε επιλέξει να βρωμάν τα χνώτα του από την πείνα με την ελπίδα πως μια μέρα θα ευωδιάζουν αυτό το άγνωστο γαρύφαλο.

Ο περιπατητής και οι κράχτες τα έβαψαν μαύρα και οι φήμες λένε πως στα στήθη τους φύτρωσε η αμφιβολία πως δεν έχουν την εξουσία που νόμιζαν. Ο άρχοντας που έθεσε το ερώτημα με τον καιρό θα επαναφέρει την τάξη γιατί αυτός είναι ο λόγος της ύπαρξής του, το δικό του σημείο Β. Αλλά μέχρι τότε, η ζημιά θα παραμένει.

Χιλιάδες άνθρωποι που λειτουργούσαν ακολουθώντας τους κανόνες με την σειρά εγκλωβίστηκαν στον κανόνα 3 και τώρα δεν μπορούν να επιστρέψουν στην κανονικότητα.

Και οι φήμες λένε πως πια δεν περπατά ο ίδιος αριθμός ανθρώπων πάνω - κάτω στην διαδρομή της μόδας, παρά όλο και περισσότεροι πετούν πάνω από τις πλατείες.

Ετούτοι οι ιπτάμενοι αναφέρουν πως οι άνθρωποι που φοράν σελοφάν είναι πια η μειοψηφία.

Φαντάσου!

Το αναπάντεχο ατύχημα μιας κακοδιατυπωμένης ερώτησης κινδυνεύει να φέρει τούμπα ολάκερο τον κόσμο…