Το Γυάλινο Τσίρκο

Ήταν πάντα απολαυστική η νύχτα μέσα στο τεράστιο γυάλινο κτίριο που φιλοξενούσε το μεγαλύτερο τσίρκο του βασιλείου, γνωστό σαν (τι έλλειψη φαντασίας αλήθεια!) “Γυάλινο Τσίρκο”. Ο κυριότερος λόγος ήταν πως την ημέρα το φως του ήλιου δημιουργούσε ένα θερμοκήπιο που βρομούσε από τον ιδρώτα των καλλιτεχνών. Έπειτα, σε ένα κτίριο με τοίχους από γυαλί, όλοι μπορούσαν να δουν τις αποτυχημένες πρόβες - άκουγες τους κουτσομπόληδες να κατακρίνουν το ένα ή το άλλο νούμερο και να λένε “μα κι αυτός να μην μπορεί να βάλει το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, σάμπως και είναι δύσκολο να περπατήσεις σε τεντωμένο σκοινί!”. Τ’ άκουγες αυτά την ώρα που έπλενες το αίμα του συναδέλφου σου από τα ρούχα σου κι αναρωτιόσουν, πως το θέαμα κάποιου που χάνει την ζωή του μπορούσε να γίνει πηγή διακέδασης για τα ανθρωπάκια με τις σίγουρες δουλειές και τις φτωχές λέξεις. Ναι, ανθρωπάκια! Ο συνάδελφός σου που γεννήθηκε νάνος είχε την καρδιά ενός γίγαντα και ο παρτενέρ σου που γεννήθηκε γίγαντας είχε την καρδιά μικρού παιδιού κι όμως οι φυσιολογικοί, μετρίου αναστήματος θεατές γεννήθηκαν χωρίς καθόλου καρδιά! Γι’ αυτό οι λέξεις τους ήταν φτωχές. Γιατί δεν είχαν αισθήματα να περιγράψουν!

 

Πέρα από την βρωμιά όμως και το αίμα, η νύχτα στο Γυάλινο Τσίρκο ήταν υπέροχη και για έναν άλλο λόγο. Από την σκηνή μπορούσες να δεις πεντακάθαρα τα αστέρια. Οι θεατές στην εξέδρα έβλεπαν εσένα, όπως και την ημέρα, με την διαφορά πως σε κοιτούσαν πια μέσα από το κτίριο, όχι έξω από αυτό. Αλλά εσύ, με τόσα βλέμματα καρφωμένα επάνω σου, είχες την ελευθερία να μην κοιτάζεις κανέναν τους, παρά να σπρώχνεις το βλέμμα στους ουρανούς και να γεύεσαι την απεραντοσύνη του κόσμου. Ποιος τάχα να είναι ο μικρός; Ο νάνος, το τέρας, ο γίγαντας που κοιτά τους ουρανούς ή οι σοφοί, οι πλούσιοι κι οι ασφαλείς που κοιτούν το νάνο, το τέρας και το γίγαντα να στυλώνει το βλέμμα στο απέραντο;

Εκείνη η νύχτα δεν ήταν διαφορετική από καμία άλλη, κι όμως ήταν διαφορετική από όλες τις νύχτες του κόσμου. Γιατί ο Σχινάς, είχε καταστρώσει ένα σχέδιο για το δικό του γκραν φινάλε που θα έμενε στην ιστορία. Ξέρω πως δεν γνωρίζεις ποιος είναι ο Σχινάς, κι είναι απόλυτα λογικό. Τα ονόματα των πρωταγωνιστών της ιστορίας τείνουν να γίνονται ιστορία αφού ολοκληρώσουν τις πράξεις τους κι όχι πριν από αυτές. Δεν έχει σημασία λοιπόν αν γνωρίζεις το όνομα ή όχι, ο Σχινάς είναι ο κλόουν που πρωταγωνιστεί στο νούμερο με τα λιοντάρια και τους γίγαντες με τα σπαθιά, ναι! Αυτός που κάνει τον κακομοίρη που προσπαθεί να παρασύρει την πριγκιποπούλα και τραβάει τα πάνδεινα μέχρι να την φτάσει για να την παρατήσει στο τέλος - μετά από όσα έχει περάσει, όταν ο ίδιος ο βασιλιάς τον καλοπιάνει με ένα κομμάτι ψωμί! Το ψωμί όμως είναι δηλητηριασμένο και ο κλόουν πεθαίνει και η πριγκιποπούλα ακολουθεί τον δρόμο της αρετής επιλέγοντας έναν ευγενή, συγχαίροντας τον πατέρα της για την διορατικότητά του.

Όταν ακούστηκε το τύμπανο για τρίτη φορά, ο Σχινάς βγήκε ντυμένος κουρελής και όλο το Γυάλινο Τσίρκο σείστηκε από τα γέλια. Στα λίγα δευτερόλεπτα που ήταν φωτισμένος όλος ο χώρος, ο Σχινάς κοίταξε το πλήθος, προσπαθώντας να διακρίνει τα πρόσωπα στην εξέδρα των επισήμων. Προς μεγάλη του ικανοποίηση, ήταν όλοι εκεί. Η βασίλισσα με το αστραφτερό, πλουμιστό της φόρεμα που την έκανε να μοιάζει με παραγινωμένο ροδάκινο, ο γαλαζοαίματος σκυθρωπός υπουργός των οικονομικών που προερχόταν από μεγάλο σόι, ο “μπουρμπουλήθρας” όπως αποκαλούσανε κοροϊδευτικά το τσιράκι του με τα σπαστά μαλλιά αλλά και άλλοι υψηλοί προσκαλεσμένοι, πρωθυπουργοί μικρότερων κρατιδίων και πλήθος ακόμα μισθοφόρων υπουργών. Το τέλειο κοινό για ένα τέλεια σχεδιασμένο φινάλε.

Θα μπορούσε ήδη να καταλάβει κανείς πως κάτι πάει στραβά και το δίχως άλλο ο θιασάρχης κάτι θα ψυλλιάστηκε, όταν σβήσαν όλα τα φώτα εκτός από τους προβολείς που στόχευαν στην σκηνή και ο Σχινάς, αντί να ακολουθήσει το νούμερό του καταπώς έπρεπε, πήγε μπροστά στην εξέδρα των επισήμων και έκανε στις σκιές των σπουδαίων ανθρώπων μια μεγαλόπρεπη υπόκλιση! Ήταν σαν να τους έλεγε πως η παράσταση εκείνης της νύχτας ήταν αφιερωμένη σε αυτούς προσωπικά. Αλλά τελικά κανείς δεν κατάλαβε, ίσως γιατί η υπόκλιση στους σπουδαίους είναι κάτι φυσιολογικό, κάτι που έχουμε μέσα μας όλοι, οι -μετρίου αναστήματος γεννημένοι χωρίς καρδιά και με φτωχές λέξεις- θεατές.

Την υπόκλιση του κουρελή διαδέχτηκε ένα ζωηρό, γεμάτο ανυπομονησία, χειροκρότημα. Αν ο κλόουν είναι τόσο πιστός στην φύση του, φανταστείτε πόσο τέλειος θα ήταν στον ρόλο του!

Το τύμπανο ακούστηκε ξανά και στην σκηνή όρμησαν τρία λιοντάρια. Ένα βουητό θαυμασμού υψώθηκε από τις εξέδρες. Τα λιοντάρια πλησίασαν τον κουρελή κι εκείνος έκανε πως τρέχει, αλλά όλο σκόνταφτε και κάθε φορά ένα λιοντάρι έβαζε το πόδι του στην πλάτη του και άνοιγε το στόμα του, αλλά ο κουρελής κυλούσε παραδίπλα, σηκωνόταν, έτρεχε προς την αντίθετη κατεύθυνση, σκόνταφτε, το άλλο λιοντάρι έβαζε το πόδι του στην πλάτη του… Όταν ξέφυγε κι από το τρίτο λιοντάρι, οι θηριοδαμαστές πήραν τα άγρια ζώα πίσω από τα φώτα της σκηνής εν μέσω χειροκροτημάτων και ο κουρελής κάθισε σε ένα μεγάλο κόκκινο σκαμπό στο κέντρο της σκηνής. Έκανε πως ήταν λαχανιασμένος και έβγαλε ένα πανί για να σκουπίσει τον ιδρώτα του. Το πανί ήταν μεγάλο όμως κι όλο τραβούσε και τραβούσε από μια τόση δα τσεπούλα μέχρι που τελικά βγήκε και το τελευταίο κομμάτι. Ο κουρελής, ή ο Σχινάς αν προτιμάτε μια και σας έχω ήδη αποκαλύψει την ταυτότητά του, άνοιξε το μαντήλι (που είχε μέγεθος σημαίας) και εμφάνισε το πορτραίτο της πριγκιποπούλας. Το σήκωσε ψηλά για να το δουν όλοι κι έπειτα έτριψε το στομάχι του, σηκώνοντας το βλέμμα του ψηλά. Οι σκιές των σπουδαίων ανθρώπων γέλασαν με την εικόνα του πεινασμένου που όρθωνε το βλέμμα του στην απεραντοσύνη των άστρων! Έπειτα έπιασε το μαντήλι / σημαία / πορτραίτο από μια γωνία κι έκανε πως… την τρώει! Έβαζε κι έβαζε μέσα σε ένα τόσο δα στοματάκι, μέχρι που τελικά έσπρωξε με το δάχτυλο το τελευταίο κομμάτι, τα μάγουλά του φουσκωμένα πέρα από κάθε φαντασία. Έπειτα έξυσε το καπέλο του, απόρησε, πέταξε μακριά το καπέλο και έξυσε το κεφάλι του ικανοποιημένος και σήκωσε το δάχτυλό γουρλώνοντας τα μάτια του για να δείξει πως είχε μια ιδέα. Με μια του κίνηση έβγαλε όλο το μαντήλι / σημαία / πορτραίτο από το στόμα (πότε πρόλαβε αλήθεια;) έκανε πως της φιλά το χέρι, πως χορεύει μαζί της, πως την φιλά στο μάγουλο, πως ντρέπεται και μετά πάλι πως την τρώει. Καινούργια γέλια αναδύθηκαν από τις σκιές των σπουδαίων γύρω του, καθώς όλοι καταλάβαιναν το σχέδιό του κουρελή, να τάξει αγάπες στην αγνή πριγκιποπούλα, προκειμένου να της φάει ότι πολυτιμότερο είχε, δηλαδή την περιουσία.

Έκανε τον γύρο της σκηνής με τον προβολέα να τον ακολουθεί, κρατώντας ένα τεράστιο ρολόι που έβγαλε από την τσέπη του (μια τόση δα τσεπούλα). Όσο έκανε τον κύκλο κουνούσε με το δάχτυλο τον ένα δείχτη και το κοινό γελούσε με το αστείο βάδισμά του, χωρίς να παρατηρεί πως στο κέντρο της σκηνής μπήκαν δύο πανύψηλοι, γεροδεμένοι άντρες με στρατιωτικές στολές και τεράστια σπαθιά κι ανάμεσά τους μια πόρτα από βαμμένο χαρτόνι. Όταν ο Σχινάς ολοκλήρωσε την γύρα του (και μια -σχεδόν- πλήρη περιστροφή των δειχτών του μεγάλου ρολογιού) πήγε στο κέντρο κι όλο το θέατρο αναφώνησε με χαρά στην θέα των μισθοφόρων. Ο κουρελής έκανε πως τους μιλά, τους έδειχνε την καρδιά του πως χτυπά και εκείνοι του έκαναν νόημα πως απαγορεύεται. Έπειτα έτριβε το στομάχι του και έκανε πως τους παρακαλούσε να περάσει κι εκείνοι πάλι του αρνούνταν. Απελπισμένος κοιτούσε το ρολόι του, σπρώχνοντας ακόμα περισσότερο τον δείχτη, αλλά οι πιστοί στρατιώτες δεν τον άφηναν να περάσει. Όσο εξακολουθούσε να τους παρακαλά εκείνοι εξοργίζονταν, μέχρι που έφτασαν στο σημείο να τον απειλήσουν με τα τεράστια σπαθιά. Αληθινά σπαθιά - αξίζει να αναφέρουμε. Παρακαλούσε ο κουρελής, του έβαζε το σπαθί στην μύτη ο μισθοφόρος. Συνέχιζε ο κουρελής (τρίβοντας την κοιλιά του παράλληλα), γυρνά ο μισθοφόρος και κάνει μια *χραπ!* με το σπαθί χαμηλά για να του κόψει τα πόδια, αλλά ο κουρελής πηδά ψηλά και αποφεύγει το χτύπημα.

Καμία σπουδαία σκιά δεν γέλασε.

Ο δεύτερος μισθοφόρος σηκώνει το δικό του σπαθί και διαγράφει έναν κύκλο στο ύψος του κεφαλιού του - αλλά ο κουρελής σκύβει και το αποφεύγει ξανά.

Καμιά σπουδαία σκιά δεν γέλασε και πάλι.

Ξανάρχεται ο πρώτος μισθοφόρος, του ρίχνει μια με το πλατύ μέρος του σπαθιού στην πλάτη, πέφτει ο κουρελής και τσακίζεται.

Σείστηκε το θέατρο από τα γέλια.

Σηκώνεται ο κουρελής, έρχεται από πίσω του ο δεύτερος μισθοφόρος, του ρίχνει μια με την πλευρά του σπαθιού, ξανατσακίζεται ο κουρελής.

Σείστηκε το θέατρο από τα γέλια και πάλι.

Τελικά ο κουρελής χρησιμοποιεί το μαντήλι / σημαία / πορτραίτο και τους δένει τα μάτια, γυρίζει λίγο ακόμα το τεράστιο ρολόι του και περνά την ψεύτικη πόρτα.

Στα επόμενα δέκα λεπτά ο κουρελής, πάντα με ύπουλα τεχνάσματα και σπρώχνοντας συνεχώς τον δείκτη του ρολογιού, πέρασε από στρατηγούς και υπηρέτες, φόρεσε ένα τούλι και έκανε την υπηρέτρια, κρύφτηκε στον δίσκο με το αγριογούρουνο βάζοντας στο στόμα του ένα μήλο και προσποιήθηκε τον ευνούχο βάρδο, μέχρι που έφτασε τελικά την αγνή πριγκιποπούλα, γονάτισε στα πόδια της και της έταξε - με τα χέρια να χτυπάνε το στήθος του - έρωτες για να την καταφέρει. Στο σημείο εκείνο κανονικά θα έμπαινε ο βασιλιάς με ένα κομμάτι ψωμί και του έλεγε να διαλέξει ανάμεσα στο ψωμί και την πριγκιποπούλα, ο κουρελής θα διάλεγε -τι άλλο;- το ψωμί, αλλά αυτό θα ήταν δηλητηριασμένο και ο κουρελής θα έκανε πως πεθαίνει την ώρα που η γαλαζοαίματη κόρη θα αγκάλιαζε γεμάτη ευγνωμοσύνη τον πατέρα της που την γλίτωσε από τον πανούργο φτωχό.

Αλλά όταν χτύπησε το τύμπανο, ο θεατρίνος που έκανε τον ηθοποιό δεν βγήκε στην σκηνή. Το τύμπανο χτύπησε για δεύτερη φορά, αλλά πάλι τίποτα. Όταν χτύπησε και τρίτη φορά, οι σπουδαίες σκιές άρχισαν να ψιθυρίζουν. Όλοι ήξεραν πως τελείωνε η ιστορία, αλλά ήθελαν να το δουν να συμβαίνει. Αν ο βασιλιάς δεν ερχόταν, ο κουρελής θα νικούσε! Θα βρόμιζε το αίμα της πριγκιποπούλας με το δικό του, θα έπαιρνε την αγνότητα της κόρης με ψευτιές και τεχνάσματα!

Αυτό ήταν απαράδεχτο!

Ο θιασάρχης καταριόταν από την θέση του τον θεατρίνο - βασιλιά που ποιος ξέρει που θα μεθοκοπούσε, τόσο δυνατά που μπορούσες να ξεχωρίσεις την φωνή του μέσα στο βουητό διαμαρτυρίας των σκιών. Όλα πήγαιναν στράφι και κανείς πια δεν θα πατούσε στο Γυάλινο Τσίρκο, του οποίου οι ηθικοπλαστικές ιστορίες - ήταν πια φανερό σε όλους - είχαν σκοπό να διαφθείρουν, όπως τα λόγια των αναρχικών που κάλυπταν τον απόλυτο τρόμο για ένα εφιαλτικό μέλλον χρησιμοποιώντας για περιτύλιγμα λέξεις όπως “ισότητα”, “δικαιοσύνη” και άλλες τέτοιες που εμείς οι -μετρίου αναστήματος, χωρίς καρδιά και με φτωχό λεξιλόγιο - τόσο πολύ αποφεύγουμε για να μην πέσουμε στην παγίδα τους!

Τελικά, την λύση έδωσε ο ίδιος ο κουρελής. Με το μεγάλο του ρολόι στο χέρι (έσπρωξε λίγο ακόμα τον δείχτη) πήγε στην άκρη της σκηνής, σκαρφάλωσε στην εξέδρα των επισήμων (ο προβολέας τον ακολουθούσε) και υποκλίθηκε στην μεγάλη βασίλισσα - παραγινωμένο ροδάκινο. Της έδωσε στα κρυφά ένα κομμάτι ψωμί από την τσέπη του κι εκείνη, έχοντας αντιληφθεί τι έπρεπε να κάνει για ευχαριστήσει τον λαό, του πρόσφερε το ψωμί!

Όλες οι σκιές χειροκρότησαν μανιωδώς αυτό που νόμιζαν πως θα ήταν το φινάλε κι ο κουρελής, ή ο Σχινάς, αποκαλέστε τον όπως προτιμάτε, έκανε πως επέλεξε το ψωμί και την ώρα που έπεφτε νεκρός, έπεσε πάνω στο μεγάλο του ρολόι προσπαθώντας να σπρώξει για τελευταία φορά τον δείχτη του ρολογιού. Αυτό θα ήταν το δικό του, γκραν φινάλε, η στιγμή που θα τον τοποθετούσε στην ιστορία…

…αν δεν τον προλάβαινε η ανοησία των ανθρώπων που ακολουθούν διαταγές κι από ιστορία δεν σκαμπάζουν μία!

Τα είχε σχεδιάσει όλα τόσο όμορφα ο κακομοίρης ο κουρελής ο Σχινάς! Είχε μεθύσει τον ηθοποιό - βασιλιά μέχρι που έπεσε αναίσθητος στα καμαρίνια πριν από την παράσταση. Είχε βάλει δυναμίτη μέσα στο ρολόι και ονειρευόταν με την ποιητική του φαντασία τον εαυτό να πέφτει νεκρός κοιτώντας για τελευταία φορά ψηλά, πέρα από τους γυάλινους τοίχους του βασανιστηρίου των φτωχών, των νάνων, των τεράτων και των γιγάντων, τα άστρα να σπάνε σε χιλιάδες γυάλινα κομμάτια που θα κάρφωναν τις σπουδαίες σκιές αποκαλύπτοντας αυτό που ήταν πραγματικά - σάκοι γεμάτοι αίμα, μετρίου αναστήματος, χωρίς καρδιά και με φτωχό λεξιλόγιο. Το τελευταίο, η έλλειψη λέξεων δηλαδή, είναι το κυριότερο συστατικό μια επιτυχημένης συνταγής δημιουργίας σκλάβων. Φανταζόταν λοιπόν ο κουρελής ολόκληρο το τσίρκο να πέφτει πάνω τους σε χιλιάδες λαμπερά κομμάτια και ποτάμια από γαλάζιο αίμα να πνίγουν τις κραυγές αγωνίας των ανθρώπων με τις σίγουρες δουλειές. Φανταζόταν πως μετά από τέτοια συμφορά ο λαός είχε μονάχα μια επιλογή: Να ζήσει σε ένα βασίλειο δίχως το Γυάλινο Τσίρκο, δίχως βασίλισσες που μοιάζουν με παραγινωμένα ροδάκινα, σκυθρωπούς υπουργούς οικονομικών και αχυράνθρωπους σε θέσεις πρωθυπουργών μικρών κρατιδίων. Μονάχα μια επιλογή, ναι, να ζήσει ελεύθερος ώστε να φτιάξει μόνος του το μέλλον του, χωρίς ανθρώπους των οποίων η αλαζονεία έχει δηλητηριάσει το αίμα μέχρι αυτό να γίνει γαλάζιο.

Να μείνει η γη ολάκερη, κληρονομιά στους ανθρώπους του μόχθου, στους ανθρώπους με το κόκκινο αίμα…

Αλλά όπως είπαμε πιο πριν, η ανοησία των ανθρώπων που ακολουθούν διαταγές κι από ιστορία δεν σκαμπάζουν μία, τον πρόλαβε. Πριν ο Σχινάς σπρώξει τον δείχτη του ρολογιού για τελευταία φορά, οι δύο μισθοφόροι με τα μακρυά σπαθιά που δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί ο κουρελής άφησε το πόστο του στο κέντρο της σκηνής, τον ακολούθησαν για να τον φέρουν πίσω. Ήταν η βλακεία τους κι όχι κάποιου είδους διορατικότητα που τους έκανε να τραβήξουν τον κουρελή από τα πόδια πριν προλάβει αυτός να ενεργοποιήσει την βόμβα (η ώρα ήταν “παρά ένα λεπτό”). Ενώ όλο το θέατρο χειροκροτούσε έξαλλα το τέλος του νούμερου που για λίγο δεν έγινε το δικό τους τέλος, ο κακομοίρης ο Σχινάς σερνόταν πάνω στην σκηνή κι η απόσταση από το ρολόι  που είχε πέσει στα πόδια της βασίλισσας στην εξέδρα των επισήμων, όλο και μεγάλωνε.

Έτσι είναι η ιστορία. Την επόμενη ημέρα οι εφημερίδες θα έγραφαν με μεγάλα γράμματα πως η λαοφιλής βασίλισσα - παραγινωμένο ροδάκινο έδωσε (με δική της έμπνευση) λύση και ικανοποίησε τον λαό και με λίγο μικρότερα πως ο κουρελής του οποίου το όνομα δεν γνωρίζουμε, πάνω στην πάλη του να φτάσει το ρολόι, καρφώθηκε από ένα από τα μακρυά σπαθιά και μετά την παράσταση τον ακρωτηρίασαν.

Αλλά οι εφημερίδες δεν θα γράψουν ποτέ και κάτι άλλο.

Πως την ώρα που έσπρωχναν τον Σχινά στο χειρουργείο, εκείνος χαμογελούσε. Τον ρώτησε απορημένος ο χειρούργος, πως γίνεται να χαμογελά κάποιος που πρόκειται να χάσει το πόδι του κι εκείνος απάντησε πως έχει ακόμα ένα πόδι, και δύο χέρια και τον χρόνο με το μέρος του και μια μέρα θα κατεβάσει τα άστρα στην γη τιμωρώντας όσους με το δηλητηριασμένο αίμα τους γελούν με τον μόχθο αυτών που στυλώνουν το βλέμμα στο άπειρο.

Ένα πόδι και δύο χέρια.

Τρεις ακόμα ευκαιρίες.

Κι ο χρόνος είναι με το μέρος του…

 

Υ.Γ. Ο Αλέξανδρος Σχινάς (1870 - 6 Μαΐου 1913), αναρχικός αγνώστου καταγωγής καθώς οι πηγές διαφέρουν. Δολοφόνησε στις 18 Μαρτίου 1913 τον βασιλιά Γεώργιο Α' στη Θεσσαλονίκη. Συνελήφθη από την χωροφυλακή και ανακρίθηκε. Στις 6 Μαΐου, σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, αυτοκτόνησε πηδώντας από το παράθυρο του τμήματος της χωροφυλακής, όπου εκρατείτο. (πηγή wikipedia)