Τα λευκά παπούτσια

Πάλιωσαν τα παπούτσια μου, τρύπησαν, εδώ στην άκρη κι εκεί και πίσω στην φτέρνα. Και η σόλα φθάρηκε και τώρα πια με πονάν τα πέλματα σαν περπατάω. Επιλέγω λοιπόν τα πεζοδρόμια και για κανένα λόγο δεν περνάω μέσα από πάρκα και πλατείες, από μέρη που μπορεί να έχουν λάσπες και πέτρες. 

Σκέφτηκα η αλήθεια είναι, να πάρω ένα καινούργιο ζευγάρι παπούτσια. Δεν είναι οικονομικό το θέμα, θα μπορούσα να πάρω δύο, τρία, δέκα… Ένα ζευγάρι για καλό, ένα για κάθε μέρα, ένα για τους απογευματινούς μου περιπάτους κι ένα για τις Κυριακές που πηγαίνω να την βρω, εγώ που μια ζωή δεν την αναζήτησα ποτέ μου. Ξεκινάω, βγαίνω από το σπίτι, έχω σιγουρευτεί πως έχω μαζί μου το πορτοφόλι μου, έχω επιλέξει ακόμα και το χρώμα που θα ζητήσω από την υπάλληλο. Ε, φυσικά, αν της ζητήσω απλά ένα ζευγάρι παπούτσια εκείνη θα μου δείξει κάθε πιθανό είδος, σχέδιο και χρώμα, θα πελαγώσω και θα βρω δικαιολογία για να μην αγοράσω τίποτα. Πάντα ξεκινάω με την προοπτική να ζητήσω ένα ζευγάρι λευκά παπούτσια, με κορδόνια, νούμερο 44. Μάλιστα δεσποινίς, δεν με νοιάζει η τιμή. Ναι αυτό, το πρώτο που δείξατε, είναι τέλειο, ευχαριστώ.

Οι λεπτομέρειες αυτές δεν είναι ολότελα τυχαίες. Εκείνη αγαπούσε τα λευκά παπούτσια, έλεγε πως της βγάζουν ένα αίσθημα χορού. Θα ήθελα κι εγώ να χορέψω, μαζί της, και ένα ζευγάρι λευκά παπούτσια θα ήταν ένας πρώτης τάξεως συμβιβασμός. Έκανα το πρώτο βήμα. Γιατί εγώ σιχαίνομαι τα λευκά παππούτσια, να τα λέμε όλα, και τον χορό δεν τον μπορώ! Είμαι ανίκανος να βάλω το ένα πόδι μπροστά από το άλλο και συνήθως το βάζω πάνω στο άλλο, προκαλώντας ένα στιγμιαίο χαμόγελο αμηχανίας από την ντάμα μου στην καλύτερη περίπτωση και ένα ξεφωνητό πόνου όταν το πόδι που πατάω είναι το δικό της.

Με έβρισκε χαριτωμένο βέβαια. Έλεγε πως ήμουν τόσο γλυκός ακριβώς επειδή δεν ήξερα να χορεύω. Γιατί το πρόσωπό μου έχανε το χρώμα του καθώς σκεφτόμουν πως αυτή η αναπηρία μου στον χορό θα γινόταν η αιτία να ρεζιλευτώ, η αιτία να την χάσω.

Ένα ζευγάρι λευκά παπούτσια, με κορδόνια, νούμερο 44, ναι αυτό! Κάνω πρόβα έξω από την βιτρίνα του καταστήματος. Σχεδόν βλέπω τον εαυτό μου να φορά τα λευκά παπούτσια. Ένα πρώτο βήμα είναι αυτό, ένας μικρός συμβιβασμός, να δείξω πως την σκέφτομαι, πως δεν ξέχασα την προτίμησή της, να της δείξω πόσο ποθώ τα λευκά παπούτσια και τους χορούς και όλα όσα την έκαναν να χαμογελά. Να πάω να την βρω την Κυριακή και να γυαλίζουν πάνω στο χορτάρι. Να της φωνάξω πως τα αγόρασα, τα κατάφερα, είμαι έτοιμος τώρα…

Ίσως να λιποθύμησα, ίσως κάποιος να μου έκλεψε τον χρόνο όσο ήμουν απορροφημένος από την αντανάκλασή μου, μα βρέθηκα ξαφνικά πίσω στο σαλόνι μου, λουσμένος στον ιδρώτα. Δίπλα μου, κείτονταν τα παλιά παπούτσια μου, που είναι τρύπια σε χίλιες μεριές, εδώ στην άκρη κι εκεί και πίσω στην φτέρνα.
Και η σόλα φθάρηκε και τώρα πια, με πονάν τα πέλματα σαν περπατάω…


Το κείμενο αυτό γράφτηκε σε μια ολιγόλεπτη άσκηση στα σεμινάρια, όπου έπρεπε να ξεκινήσουμε και να τελειώσουμε μια ιστορία με τον ίδιο τρόπο, ενώ ενδιάμεσα θα αναλύαμε την ιδέα.