Ένας που κάτι ξέχασε

Οφείλω να παραδεχτώ πως είχα κι εγώ τις αμφιβολίες μου στην αρχή. Δεν είναι δα εύκολο να πιστέψεις πως ένας κομήτης θα έρθει να σου πάρει την ψυχή και να την πάει στον παράδεισο. Γιατί οι δαίμονες και τα πνεύματα είναι ένα πράγμα, αλλά μια πέτρα, τι να περιμένει κανείς από μια πέτρα; Οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν ένα τέτοιο θέαμα και λεν “α! πέφτει ένα αστέρι!” Πεζοί άνθρωποι, χωρίς φαντασία… 

Άλλοι πάλι κάνουν μια ευχή. Έτσι το είδα κι εγώ. Έκανα μια ευχή. Με όλη μου την ψυχή!

Νιώθω όμως πως κάτι έχω ξεχάσει.

Παρά τέταρτο. Κοντά είμαστε. Κι αν έχουν κάνει λάθος στην ώρα; Αστρονόμοι είναι αυτοί, άνθρωποι, κάνουν λάθη. Φαντάσου δηλαδή να φύγω εγώ σήμερα και ο κομήτης να περάσει αύριο. Θα είμαι δυο γαλαξίες παραδίπλα και θα κοιτώ τα αστέρια να λάμπουν δίπλα στους πλανητες, το στόμα μου θα γεμίζει από την πίκρα πως εγώ έχασα τον δικό μου κομήτη, το δικό μου εισητήριο για αυτό που πάντοτε επιθυμούσα.

Αλλά ας μην λέμε τέτοια, περιμένουμε κι επισκέπτες, ας καθαρίσω το μυαλό μου όπως καθάρισα το σώμα μου. Να, ο Τζάκ τα κατάφερε. Το μωβ πανί έπαψε να κινείται. Μπράβο Τζακ, κι ότι είχα αρχίσει να φοβάμαι πως το δηλητήριο παραήταν γλυκό για να είναι αληθινό. Μπορεί όλο αυτό να ήταν μια δοκιμασία και να μας έδωσε κομπόστα ο Φωτισμένος για να μας δοκιμάσει.

Είναι που αύριο δεν θα υπάρχει κόσμος, αλλιώς φαντάζομαι τα εξώφυλλα των εφημερίδων… “Αυτοκτόνησαν” θα λένε “κάτι παλαβοί”. Μα σε όλη μου την ζωή έτσι με αποκαλούσαν, παλαβό, τόσο που κάποια στιγμή το πίστεψα και λίγο έλειψε να ακολουθήσω μια ζωή δίχως ευθύνες, δίχως τίποτα να με δένει στις υποχρεώσεις του κόσμου… Αυτό λοιπόν, να ζήσω με την ανέμελη ταχύτητα του χαρούμενου τρελού, τι σπουδαία ιδέα! Και με σταμάτησε αυτός ο άχρηστος ο τρελογιατρός.

“Θα γιατρευτείς” μου είπε.
“Ναι γιατρέ μου, αλλά γιατί να το κάνω αυτό;”
“Τι είδους ερώτηση είναι αυτή;”
“Εσείς τι θα περιμένατε από έναν τρελό δηλαδή;”

Αλλά ο Φωτισμένος χρειάστηκε μόνο ένα βλέμμα. Μια στιγμή, ένα νεύμα, μια ακούσια κίνηση των χεριών.

“Σε λένε τρελό;” με ρώτησε.
“Μάλιστα, που το καταλάβατε;” τον ρώτησα καθώς έξυνα με μανία το προσβεβλημένο από κακά πνεύματα χέρι μου στον διάδρομο της κλινικής.
“Έτσι λένε και εμένα. Σου αρέσει να κοιτάς τα αστέρια;”
“Μάλιστα”.
“Ωραία, έχω μια ιδέα…”. Αυτό ήταν όλο! Είχε μια ιδέα, δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο.

Παρά δέκα. Βρε λες να μου έδωσε όντως κομπόστα; Α, πάει και η Σούζαν. Κρίμα, την συμπαθούσα. Καλό κορίτσι, λιγομίλητο. Τρείς μήνες εδώ μέσα δεν είπε τίποτα, παρά μόνο “νερό, νερό…” Ο Φωτισμένος έλεγε πως ερχόταν σε επαφή με την ουσία της ζωής, πως επικοινωνούσε και εκείνη με τις εξωγήινες οντότητες, η δεύτερη μετά από Αυτόν. Εγώ λέω πως μπορεί και να διψούσε.

Αχ, η κοιλιά μου! Επιτέλους! Μα φαντάζεσαι να ήμουν λέει ανθεκτικός στο συγκεκριμένο δηλητήριο; Μουδιάζουν τα άκρα μου! Τι χαρά! Η γλώσσα μου μοιάζει να μεγαλώνει. Αχ, να, έφτασε η στιγμή! Με τρώει και το χέρι μου, όχι τώρα δαίμονα, έχω και δουλειές, πρέπει να πεθάνω. Α! Κουδουνάκια! Έρχεται ο κομήτης, έρχεται! Φωτισμένε είχες δίκιο, πόσο δίκιο είχες! Έφτασε η ώρα, μα να! Ακούω φωνές! Εντάξει, πάντα άκουγα φωνές, αλλά αυτές είναι αληθινές! Και μου μυρίζει σούπα!

Σούπα;

Μα να! Φωτίστηκε ο κόσμος, κάποιος σήκωσε το μαντήλι.
“Αδελφή Τζόουνς εσείς; Δεν είστε εξωγήινος; Μοιάζετε πάντως...”
“Ναι Άντονυ. Μην με ξαναρωτήσεις. Ο κομήτης πέρασε πριν από 18 χρόνια κι εσύ είχες πιεί το σιρόπι του βήχα αντί για δηλητήριο” είπε αφήνωντας τον δίσκο.
Μα ναι, το ήξερα πως κάτι είχα ξεχάσει!


Από άσκηση στο σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής που παρακολουθώ. Εδώ έπρεπε να διηγηθούμε μια ιστορία στο τέλος της οποίας θα το γράφαμε με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο. Εγώ επέλεξα το plot twist. Το θέμα ήταν επίσης συγκεκριμένο και αφορούσε στους κοπανημένους του Heavens Gate που αυτοκτόνησαν το 1997 προκειμένου να πάρει τις ψυχές τους ο κομήτης Hale–Bopp...