αυτόπτης μάρτυρας

Κουνούπι

Δεν γνωρίζαμε την ταυτότητά ή το κίνητρο αυτού που τοποθέτησε το παιδικό φέρετρο στην πλατεία του χωριού. Δεν καταλαβαίναμε γιατί επέλεξε την δική μας πλατεία από τόσες άλλες· μα πάνω απ’ όλα δεν γνωρίζαμε τι περιείχε.

Κι αν ήταν το αναμενόμενο;

 

Πάγωναν τα άκρα μας καθώς συμμεριζόμασταν αυτή την πιθανότητα, τα λόγια μας πέφταν νεκρά και τα νοήματα έμεναν ανολοκλήρωτα. Αποφεύγαμε τότε να κοιταχτούμε στα μάτια· αντικρίζαμε τον φόβο μας κι αυτό μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε πόσο θνητοί, φτωχοί και όμοιοι είμασταν. Μάταια τεντώναμε τον δείκτη του χεριού μας στην ασημαντότητα των επίκαιρων ή του καιρού που θα έρθει. Έλεγε κάποιος “μα, θα βρέξει, βλέπεις το χρώμα του ουρανού σαν δύει ο ήλιος;” κι όλοι σκεφτόμασταν την εικόνα μιας σταγόνας που συντρίβεται σε αργή κίνηση πάνω στο λουστραρισμένο ξύλο.

Πως θα είναι ο κόσμος που θα υποδεχτεί αυτή την βροχή;

Στήσαμε πηγαδάκια στην πλατεία πριν ακόμα καταλαγιάσει η πρωινή πάχνη. Είχαμε τόσες σημαντικές αποφάσεις να πάρουμε και τόσο λίγο χρόνο.

Θα το ανοίξουμε;

Θα το μετακινήσουμε;

Θα το σπάσουμε;

Και τέλοσπάντων, θα τιμωρήσουμε ποτέ τον ασεβή φαρσέρ που έβαλε τέτοια βόμβα στα θεμέλια της ύπαρξής μας;

Το πρώτο βήμα για την λύση κάθε μυστηρίου είναι ο καφές. Θες πως οι λέξεις γλιστράνε καλύτερα στον λαιμό μας ανεξάρτητα από την σημασία τους, θες πως μας δίνει μια αίσθηση κανονικότητας· ένα συνηθισμένα υπέροχο πρωινό στον ίδιο κόσμο που μας αποκοίμησε πριν λίγες ώρες, όταν η νύχτα έκρυβε όσα προκαλούν ανησυχία και τέλοσπάντων, ένα σήμερα που μας καλοδέχεται προστατευτικό, όμοιο με την αγκαλιά της χθεσινής ευθείας γραμμής! Καφές! Τι ανακάλυψη!

Αλλά εκείνο το παράξενο πρωινό, ο καφές ήταν πικρός και λέξεις δεν ανταλλάσαμε. Το φέρετρο, σαν κουνούπι που τριγυρίζει έναν κουρασμένο εργάτη που έχει ξαποστάσει, είχε ρουφήξει κάθε νοήμα από τις λέξεις μας που λιποτακτούσαν αφήνοντάς τις προτάσεις μετέωρες. Περιμέναμε ανυπόμονα τον πρώτο που θα μιλήσει ή το φέρετρο να ανοίξει από μόνο του και να λύσει το μυστήριο που το ίδιο είχε δημιουργήσει. Τελικά ήταν η αρχόντισσα αυτή που μας έβγαλε από την δύσκολη θέση. Προχώρησε αποφασιστικά, με την πλάτη περήφανα τεντωμένη και τα βήματα σταθερά, ώσπου στάθηκε μπροστά του, τίναξε πίσω τα σβησμένα ξανθά μαλλιά της, και είπε:

“Λαέ μου,

Η γαλήνη μας διαταράχτηκε εξαιτίας αυτού του μικρού κουτιού. Όσα πετύχαμε έπειτα από αιώνες βίαιης σύγκρουσης και προόδου, κινδυνεύει από μια τόσο χυδαία κίνηση. Το ερώτημα στο μυαλό όλων μας είναι ένα· τι θα κάνουμε τώρα;

Ας μην σπεύσουμε να δώσουμε κάποια λύση. Πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε το πρόβλημα. Είναι εύκολο να το ανοίξουμε, να το σπάσουμε, να το χαρίσουμε σε κάποιο άλλο χωριό κι αν δεν το θέλουν κι αυτοί, να το τοποθετήσουμε στην πλατεία τους το βράδυ, όπως συνέβη σε εμάς. Δημοκρατικά. Να τραβήξουμε κλήρο για το ποιός θα δράσει εξ’ ονόματός μας κι αν αρνηθεί να τον φυλακίσουμε, ώστε να μην γίνει πρότυπο λανθάνουσας συμπεριφοράς. Να μαζέψουμε δέκα προτάσεις και να δούμε ποιά είναι η επικρατέστερη ανάμεσά μας.

Αλλά κι όταν η πλατεία μας ελευθερωθεί, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν συμβεί αυτό, θα είμαστε εμείς ελεύθεροι; Αν το ανοίξουμε θα αντέξουμε αυτό που θα δούμε; Αν δεν το ανοίξουμε, θα μπορέσουμε να το ξεχάσουμε; Μπορούμε να εμπιστευθούμε την γνώση του περιεχομένου σε λίγους μόνο κι οι υπόλοιποι να ζούμε στην άγνοια; Κι αν αύριο την στρέψουν εναντίον μας; Κι αν μας πυροβολήσουν με αυτή;”

Γνέψαμε θετικά. Τα ερωτήματά της ήταν τόσο καλά τακτοποιημένα, που απαντούσαν στον εαυτό τους. Ντραπήκαμε παρόλα αυτά, γιατί τα λόγια της ηχούσαν κούφια στην καρδιά μας, που απλά ποθούσε την ευκολία μιας κάποιας λύσης. 

“Πρέπει να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας” συνέχισε. “Αυτή είναι ο μέγιστος πλούτος μας, ο οδηγός που θα μας οδηγήσει με ασφάλεια σε σταθερά συμπεράσματα, στην λεωφόρο των ακίνητων, εκεί που αρεσκόμαστε να ζούμε.

Ας πάρουμε τα δεδομένα. Κάποιος άγνωστος έφερε ένα παιδικό φέρετρο και το άφησε στην όμορφη πλατεία μας. Η σκιά του απλώθηκε στο δάπεδο αλλά και την περιέργειά μας. Τι περιέχει;

Λαέ μου, ας ξεκινήσουμε από την γλώσσα. Πως θα αντιμετωπίσουμε κάτι με τόσο φριχτό όνομα;

Φέρετρο.

Φε. Ρε. Τρο.

Η λέξη μας προδιαθέτει, δημιουργεί εικόνες, σπέρνει συναισθήματα. Ας μιλήσουμε ανάλαφρα λοιπόν. Ας το πούμε “κουτί”. Σάμπως και το γεγονός πως δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενό του, δεν αλλάζει κάπως την μορφή του; Γιατί από ένα φέρετρο ξέρει κανείς τι να περιμένει, γι’ αυτό προκαλεί φόβο, αλλά ένα κουτί; Μήπως ένα δώρο, μια έκπληξη, μήπως τίποτα απολύτως, μήπως ένα πιο μικρό φέρετρο σαν τις ρώσικες κούκλες;

Λαέ μου, κοίταξε αυτό το ξύλινο κουτί. Κατά κάποιον τρόπο το έχεις ήδη νικήσει”.

Ζωηρά χειροκροτήματα συντάραξαν την πλατεία πνίγοντας τον ήχο των τελευταίων λέξεων της. Νιώσαμε όλοι ανάλαφροι τότε αφού δεν είμασταν υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούμε την φριχτή λέξη. Είδαμε το γεγονός με διαφορετικό βλέμμα. Αντιληφθήκαμε πως ο φόβος μας προέκυπτε από το άγνωστο και το πυρπολήσαμε με γενικεύσεις. Όλοι τρέμουμε το άγνωστο αλλά ποιός φοβάται το “αόριστο”;

Η αρχόντισσα έφυγε από την πλατεία κι εμείς χειροκροτούσαμε και επευφημούσαμε και φωνάζαμε και γελούσαμε και σε τίποτα άλλο δεν δίναμε σημασία· ούτε καν στον δάσκαλο, που προχώρησε μέχρι το κέντρο της πλατείας και περίμενε υπομονετικά μια παύση για να πει κι εκείνος την γνώμη του. Αλλά η πρόταση της αρχόντισσας έμοιαζε με στιγμιαία λύση, μα όλοι το γνωρίζαμε πως ήταν στιγμιαία, αλλά ήταν η πρώτη φορά που παρουσιαζόταν κάτι, οτιδήποτε, που να περιέχει την λέξη “λύση” έστω και με κάποιο κοσμητικό επίθετο μπροστά της.

Τότε ο δάσκαλος, έκανε κάτι που σκότωσε τα λόγια μας μεμιάς.

Τέντωσε την μαγκούρα του και άγγιξε το κουτί.

Πριν προλάβουμε να συνέλθουμε από την έκπληξη, έκανε ένα βήμα και άγγιξε το ίδιο το καπάκι του! Ακούμπησε ολόκληρη την παλάμη του! Όλα του τα δάχτυλα, ένα - ένα! Έπειτα σήκωσε το κεφάλι και μας κοίταξε στα μάτια· είμασταν όλοι ακίνητοι, βουβοί και στατικοί όπως πάντα.

“Πείτε το όπως θέλετε. Μια φορά το κουτί είναι υπαρκτό. Κι αυτός που το έφερε εδώ το ίδιο και οι λόγοι που τον έκαναν να το κάνει αυτό έχουν σχέση με εμάς. Ίσως θα έπρεπε ήδη να τους γνωρίζουμε, ίσως να τους έχουμε κουκουλώσει με τόσες κουβέρτες που και εμείς οι ίδιοι φοβόμαστε ή δεν γνωρίζουμε πως να το ξεσκεπάσουμε.

Το κουτί είναι αληθινό. Οτιδήποτε άλλο πούμε σήμερα, πρέπει να έχει σχέση με αυτό. Το κουτί, υπάρχει”.

Σήκωσε απότομα την μαγκούρα του από το μακάβριο κουτί και την χτύπησε με δύναμη στις πλάκες της πλατείας· τόσο πάθος έβαλε που το ξύλο έσπασε και μικρές σκλήθρες πετάχτηκαν τριγύρω ενώ η βροντή του χτυπήματος συντάραξε τα πέλματά μας. Έτριξε μεμιάς ολόκληρος ο κόσμος.

“Το κουτί, υπάρχει!” επαναλάβαμε σαν υπνωτισμένοι.

Ξαναγυρίσαμε στην δυστυχία και την απόγνωση.

“Για μισό λεπτό, μισό, μισό…” ακούσαμε μια νεανική φωνή  να αναδύεται ανάμεσα από τα σώματά μας κι ένας μακρυμάλλης νεαρός που πάλευε από ώρα να ανοίξει δρόμο για να φτάσει στην πλατεία, πετάχτηκε στο κέντρο της σκηνής.

“Τι είπαμε ως τώρα παρακαλώ;” μας ρώτησε τεντώνοντας τον δείκτη του κατευθείαν στις καρδιές μας. “Πως είναι κουτί και πως υπάρχει. Μα αυτό το ξέραμε από το βράδυ, δεν είναι δα κάτι καινούργιο.  Κάποιος το έφερε, ναι δάσκαλε, ένας υπαρκτός άνθρωπος έφερε το υπαρκτό κουτί στην υπαρκτή πλατεία. Είχε τους λόγους του που το έκανε; Φυσικά, αλλιώς γιατί να το κάνει; Αλλά ας μην σκοτιζόμαστε για όλα αυτά τα υπαρκτά. Έχουμε μπροστά μας ολόκληρη ζωή για να τα σκεφτούμε, να τα συζητήσουμε και να τα λύσουμε, αν φυσικά μπορούν να λυθούν. Το θέμα είναι, τι προκαλεί αυτό το κουτί σε εμάς, τώρα, σήμερα, αυτή την στιγμή!

Λοιπόν, ας κοιταχτούμε. Τι νιώθουμε για αυτό που συνέβη;”

Κατεβάσαμε το βλέμμα. Η ερώτηση του νεαρού ήταν πολύ απλή αλλά απίστευτα δύσκολη, γιατί και εμείς οι ίδιοι δεν γνωρίζαμε τι νιώθαμε.

Φόβο;

Περιέργεια;

Έκπληξη;

Ανυσηχία;

Προσμονή;

Ταραχή;

Έξαψη;

Αμφισβήτηση;

Κίνδυνο;

Εκνευρισμό;

Όλα αυτά μαζί ή τίποτα απολύτως;

Νιώσαμε την ανάγκη να κοιτάξουμε μέσα μας, αλλά δεν γνωρίζαμε προς τα που να στρέψουμε το βλέμμα.

“Αυτό” ανήγγειλε ο νεαρός με έναν τόνο θριάμβου στην φωνή. “Η σιωπή. Αυτό έγινε. Κανείς μας δεν ξέρει. Όποιος έφερε εδώ το κουτί κατάφερε ένα και μόνο πράγμα. Να μας αλλάξει. Προς τα που; Ε, αυτό θα το βρούμε, ολόκληρη ζωή έχουμε μπροστά μας, μα τα είπαμε αυτά, αλλά σε αυτή την ζωή που έρχεται εμείς θα σκεφτόμαστε λύσεις σαν άλλοι άνθρωποι. Μας απήγαγαν και έβαλαν στην θέση μας ξένους. Είμαστε τάχα οι ίδιοι άνθρωποι που είμασταν εχτές; Μα, για όνομα, είναι η πλατεία μας μήπως ίδια; Ο αέρας; Ο τόνος της φωνής μας; Οι σκέψεις που αυτή η φωνή μεταφέρει ανάμεσά μας;

Πριν λοιπόν τινάξουμε στον αέρα τις κουβέρτες του δασκάλου και πριν ακόμα αρχίσουμε να μοιράζουμε ονόματα και ιδιότητες, ας πατήσουμε γερά στα πόδια μας. Ας επιστρέψουμε σε αυτά που μας ορίζουν. Ας είμαστε εμείς ταυτόχρονα οι χτεσινοί, οι επίκαιροι και οι μελλούμενοι.”

Τότε καταλάβαμε πως έπρεπε να οργανώσουμε μια γιορτή.


 

Γιορτή

Φέραμε άφθονο κρασί και φορέσαμε τα πιο ακριβά παπούτσια. Οι άρρωστοι μακιγιαρίστηκαν και φορέσανε πολύχρωμες γραβάτες ή λαμπερά φορέματα. Φουσκώσαμε μπαλόνια και ο ήλιος είδε για πρώτη φορά τα λευκά τραπεζομάντηλα που είχαμε φυλακισμένα στα μπαούλα για να εξαγοράσουμε το μέλλον της κόρης μας. Στήσαμε καζάνια και ψησταριές, στολίσαμε με σημαιάκια τα βαρέλια, γυαλίσαμε τα ασημικά και χτενίσαμε τα παιδιά μας. Φλερτάραμε μεταξύ μας στην ομίχλη από την τσίκνα των κρεάτων, παντρεμένοι κι ανύπαντροι εξίσου.

Είμασταν η ζωή. Έπρεπε να συνεχίσουμε.

Φέραμε κι άλλο κρασί. Φλερτάραμε περισσότερο. Παστώσαμε τα παιδικά κεφάλια με περισσότερη μπριγιαντίνη. Όλα ήταν σωστά και τακτοποιημένα κι η αναρχία της γιορτής πλήρως ελεγχόμενη.

Το κρασί δεν άργησε να τρέξει στα γένια μας, στα γυναικεία στήθη, να λερώσει τα αγνά τραπεζομάντηλα. Στροβιλιζόμασταν στον ρυθμό της μουσικής, μας ζάλιζε η τσίκνα, μας έπνιγε το ίδιο μας το σάλιο κι όλο φούσκωνε ο πόθος μας στα παντελόνια και τα φορέματα γίνονταν διάφανα, σαν να αποτελούνταν από σκέψεις και όχι κλωστές.

Το ξέραμε. Η σιωπή των βλεμμάτων μας θα μας συνέθλιβε. Έπρεπε να την πολεμήσουμε.

Συμβαίνει όταν οι λέξεις είναι ανούσιες, η γλώσσα να λύνεται γιατί της λείπει ο φόβος, σαν μια απότομη στροφή όπου κάποιος αφαίρεσε τον γκρεμό κι επομένως δεν έχει καμια αξία πια η διαπίστωση πως είναι απότομη. Κύλησαν οι λέξεις. Γλίστρησαν τα χέρια. Συνάντησαν ξένους γοφούς, ψηλάφισαν τις δαντέλες, γράπωσαν την ξένη σάρκα. Τα βογκητά μας αφέθηκαν διακριτικά στα αυτιά των καβαλιέρων μας να τους μεθάν με υποσχέσεις. Ολόκληρος ο κόσμος γέμισε φωνές, γέλια, ήχους από χέρια που συναντιούνται και πόδια που χτυπάνε το έδαφος. Πιο δυνατά. Λες και θα μπορούσαμε να πετάξουμε αν μονάχα σπρώχναμε το έδαφος με αρκετή δύναμη. Όσο πιο μικρό το κουτί, τόσο πιο δυνατά τα γέλια, πιο βάρβαρες οι φωνές, πιο ξέφρενο το χειροκρότημα και πιο επιδεικτικός ο χορός.

Θα έλεγε κανείς πως προσπαθούσαμε να αποδείξουμε στο κουτί πως υπάρχουμε!

Τα τραπέζια σχημάτιζαν έναν μεγάλο κύκλο γύρω από τον πλάτανο της πλατείας και αναγκαστικά, γύρω από αυτό. Ήταν κάπως άβολο καθώς προσπαθούσαμε να κάνουμε πρόποση στον απέναντί μας όταν μεσολαβούσε ένα παιδικό φέρετρο, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να μην διορθώνει το κρασί, το φλερτ και η ασφάλεια. Ίσως αν δεν είχε υπάρξει ποτέ εκκλησία στο χωριό το πανηγύρι μας να κατέληγε σε ένα ομαδικό όργιο. Κυριολεκτικά, άγιο είχαμε που δεν χαλάσαμε τα σπίτια μας πάνω στην έξαψη της γιορτής.

Η μουσική ήταν κι αυτή σύμμαχός μας. Απλή. Γρήγορη. Θεατρική. Εξυπηρετούσε έναν σκοπό, να γεμίζει τις γιορτές, να μιλάει για πράγματα που θα έπρεπε να μας απασχολούν χαρούμενους ανθρώπους.

Αλλά χαρά καμιά δεν νιώθαμε. Η μουσική παρόλη την έντασή της, ήταν βουβή γιατί οι στίχοι της γράφτηκαν για τα πόδια και όχι για τις καρδιές μας. Κι εμείς είμασταν μουγκοί. Όσο και να ουρλιάζαμε, όσο και να χτυπούσαμε τα πόδια, όσο και να γλιστρούσαμε τα δάχτυλα στην σάρκα του ποθητού ή ακριβώς επειδή συνέβαιναν όλα αυτά, αντιλαμβανόμασταν πως δεν μπορούσαμε να εθελοτυφλούμε για πάντα. Η φωνή κρύβεται μέσα μας, αργά ή γρήγορα θα βρει το άνοιγμα και θα ακουστεί.

Ευτυχώς η ηδονή της εξουσίας ήρθε να μας λυτρώσει προσωρινά από το αδιέξοδο. Ο χωροφύλακας συνέλαβε έναν κλέφτη και αφού όλο το χωριό ήταν μαζεμένο στην πλατεία, τον έφερε εκεί για να ζητήσει οδηγίες από την αρχόντισσα.

Αυτόπτης μάρτυρας ήταν ένα παιδί που κυνήγησε ένα μπαλόνι ή έναν τεράστιο φτερωτό δράκο που τρομοκρατούσε ένα βασίλειο, εξαρτάται από την μαρτυρία που θα επιλέξει κανείς - του χωροφύλακα ή του παιδιού. Περήφανα ύψωνε τον δείκτη του προς τον φτωχό καθώς εξιστορούσε τα γεγονότα· το βλέμμα του ήταν αφύσικα ενήλικο.

“Αυτός, ο φτωχός, έκλεψε”.

Τα σκουπίδια μας θα αντιπρότεινε κανείς, αλλά και πάλι, κλοπή είναι. Τα σκουπίδια δεν μας ανήκουν, αλλά ούτε και σε εκείνον. Ούτε έχει σημασία πως είναι περισσότερα από τα χρήσιμα. Μα δεν ήταν αυτό το μεγάλο του έγκλημα, το οποίο θα μπορούσαμε να συγχωρήσουμε μια τέτοια μέρα, που είχαμε τόσο σημαντικά πράγματα να σκεφτούμε και να ξεχάσουμε ταυτόχρονα. Ο χωροφύλακας ρώτησε τον φτωχό που έμενε και εκείνος παραδέχτηκε την σοκαριστική αλήθεια.

“Έξω από το χωριό” είπε δήθεν αδιάφορα. “Σε μια καλύβα. Μόνος”.

Ο χωροφύλακας σημείωσε πως θα έπρεπε να ερευνήσει αυτή την καλύβα, να δει με τα μάτια του πως ένας άνθρωπος μπορεί σήμερα να ζει σαν ξένος, μακρυά μας.

Μήπως μας μισεί;

Μα, είναι επικίνδυνος!

Είμασταν πια σίγουροι πως είχαμε βρει τον φαρσέρ που τόσο μας ταλαιπώρησε με το φρικιαστικό κουτί του!

Γιατί να ζει μονάχος αυτός που δεν έχει τίποτα να κρύψει;

Και πως ζει; Σάμπως ξέρουμε;

Με ποιόν πλαγιάζει;

Με ποιόν συζητά;

“Με τα βιβλία μου” απάντησε ο φτωχός και εμείς καταλάβαμε. Η φτώχια του ήταν το μικρότερο από τα ελαττώματά του.


Δίκη

“Πως μπορείς να πλαγιάζεις με τα βιβλία σου;” τον ρωτήσαμε αγριεμένοι.

“Γιατί αγαπώ τον κόσμο που τα γέννησε κι αυτό στο οποίο με μεταμόρφωσαν. Αγαπώ το μέλλον στο οποίο με πάνε. Εσείς μπορείτε να πείτε το ίδιο για τους εραστές σας;”

“Μας κρίνεις εσύ που από τους κόλπους μας είσαι ξένος! Πως τολμάς!”

“Δεν κρίνω, ρωτάω. Εσείς κρίνετε τους εαυτούς σας γιατί απαντάτε στην ερώτησή μου”.

“Λαέ μου, ο άνθρωπος αυτός είναι ένοχος!” φώναξε η αρχόντισσα.

“Ένοχος!” συμφωνήσαμε ομόφωνα.

“Ένοχος!” παραδέχτηκε ο φτωχός. “Απλά θα σας παρακαλούσα να βρείτε ένα έγκλημα που να μου ταιριάζει, να μην ζω κι εγώ με την αγωνία πως καταδικάστηκα κατά λάθος”.

Μα αν το συναίσθημα του δικαστή είναι προνόμιο του θεού, τότε η ειρωνία δεν είναι βλασφημία αφού αμφισβητεί την θεϊκή μας φύση; Ο φτωχός αυτός ήταν ήδη κλέφτης, μισάνθρωπος και βλάσφημος. Έπρεπε να βρούμε μια τιμωρία, αλλά σε τι να καταδικάσεις έναν ερημίτη; Σε απομόνωση; Μα αυτό θα το δει σαν χάρη, τόσο παράλογοι είναι αυτοί οι τύποι.

“Να αποφασίσουμε αύριο” πρότεινε ο νέος. “Σήμερα είμαστε μεθυσμένοι και κουρασμένοι από τον χορό, αύριο θα είμαστε σοφότεροι”.

“Και μέχρι τότε; Θα τον αφήσουμε ελεύθερο; Θα αποδράσει, θα πάει στα βιβλία του και στο κρυσφήγετό του! Εγώ λέω να τελειώνουμε τώρα” πρόσθεσε βαριεστημένα ο χωροφύλακας.

“Να τον βάλουμε να φυλάει το κουτί” ψιθύρισε η αρχόντισσα. “Υπάρχει χειρότερη τιμωρία από το να περάσει κανείς μια ολόκληρη νύχτα συντροφιά με αυτό; Εμείς που το βλέπουμε πάντα όλοι μαζί και από απόσταση και ήδη, βλέπετε τι περνάμε!”

Έπειτα τα παράθυρα στις κουζίνες φωτίστηκαν, τα εξώφυλλα στις κρεβατοκάμαρες σφάλισαν κι η ανάμνηση του κρασιού που κυλούσε στα γένια, τα στήθη και τα τραπεζομάντηλα φούντωσε μέσα μας τον πόθο της κατάκτησης καθώς αποσυρόμασταν στην ιδιοκτησία μας.

Αστέρια δεν υπήρχαν. Το δέρμα του βλάσφημου ανατρίχιαζε από τα λόγια του ανέμου. Ο πλάτανος του ψιθύριζε περιπαιχτικά τις ασυναρτησίες μιας ζωής που έμεινε ακίνητη στο ίδιο μέρος για αιώνες· που η σοφία του εξαντλείται στα όρια των όσων μπορεί κανείς να δει πάντοτε από μια και μόνη οπτική γωνία. Εκείνος τυλίχτηκε στην κάπα του και τέντωσε την πλάτη του στην καρέκλα για να ξεμουδιάσει.

“Μα τι ανόητη ιδέα!” ψιθύρισε η μια σκιά στην άλλη. “Να τον βάλουν εδώ, φρουρό αυτού του πράγματος! Κρίμα! Και τα είχαμε όλα τόσο καλά σχεδιάσει!”

“Σταμάτα, θα μας ακούσει! Άσε κάτω τον λοστό, αν σου πέσει θα μας καταλάβει!” απάντησε η δεύτερη σκιά.

“Μα ακόμα δεν κατάλαβα, ετούτος ο λοστός είναι προορισμένος να γίνει σφυρί ή μοχλός;”

“Είναι προορισμένος να γίνει ξίφος.

Ακολούθησέ με τώρα, φαίνεται να κοιμάται. Μην κάνεις θόρυβο. Σιγά τα πόδια. Φτάσαμε. Σχεδόν… Ωχ, μας είδε! Ανάθεμα, μας είδε! Ρίχτου, κάνε τον να σωπάσει. Είμαστε το χέρι όλων αλλά τα ονόματά μας δεν ανήκουν στα χείλη κανενός.

Ρίχτου!

Ανάθεμα, πόσο ματώνει, ετούτος εδώ ζούσε! Όχι, μην μου τρέμεις τώρα, στήλωσε τα πόδια, σήκωσε το κεφάλι. Δεν έχει πια ανάσα να στρέψει εναντίον σου. Μη φεύγεις, κοίτα με, έμεινε το κουτί, γι’ αυτό ήρθαμε εξαρχής, θυμάσαι; Τα δύσκολα πέρασαν, τώρα έμεινε αυτό. Που πας; Δεν θα τα καταφέρω μόνος, αν είχα τόσο κουράγιο θα ήμουν άλλος άνθρωπος, δεν θα είχα ανάγκη τις σκιές, θα πυρπολούσα το σκοτάδι αν ήμουν θαρραλέος, με ακούς; Ανάθεμα, γύρνα πίσω! Δεν θα βρεις λύτρωση στον δρόμο ούτε πουθενά, τι οφελεί να τρέχεις; Ανάθεμα!”


Κηδεία

Ο καφές μας είχε την πικρή γεύση της ενοχής.

Ο βλάσφημος κείτονταν στο έδαφος, από ώρες νεκρός, το ένα του χέρι ακουμπούσε στο κουτί, λες και προσπαθούσε να το καθησυχάσει. Ήταν πια σαφές σε όλους μας πως η λύση με άλλους τρόπους θα έπρεπε να δοθεί κι αλλού θα έπρεπε να στρέψουμε το βλέμμα.

Τα δόντια μας έτριζαν και τα χέρια μας ήταν κρύα. Μαζευτήκαμε γύρω από τον πλάτανο, τον νεκρό και το κουτί· κλεφτά κοιτάξαμε την σκηνή σαν να τιμωρούσαμε τους εαυτούς μας, λες και αυτό αρκούσε. Τότε ήρθε ο χωροφύλακας, η αρχόντισσα και ο ιερέας. Η αρχόντισσα στάθηκε με την πλάτη στο κουτί και το βλέμμα προς τα πρόσωπά μας.

“Λαέ μου,

Μάταιο, λένε οι σοφοί, δεν είναι να προσπαθείς να στοχεύεις τα αστέρια. Αυτό είναι ανθρώπινη περιέργεια. Μάταιο είναι να το καταφέρνεις μόνο και μόνο για να ανακαλύψεις πως άλλο δεν είναι, παρά μια χούφτα σκουριά και πέτρες.

Κοιτάξτε τον νεκρό. Το αίμα που ξεράθηκε στο μέτωπό του έχει το χρώμα της σκουριάς. Δείτε το δέρμα του πως απέκτησε την υφή της πέτρας. Αυτός ήταν ένας άνθρωπος που έκανε ένα μάταιο ταξίδι. Καλύτερα ποτέ να μην είχε έρθει.

Πόσο ανώφελη λοιπόν ήταν η δίκη μας όταν τώρα εκεί ψηλά Άλλος θα τον δικάσει; Πόσο μάταια είναι τα έργα μας κι εμείς οι ίδιοι;

Μια χούφτα σκουριά και πέτρες.

Που όσο ζουν νομίζουν πως είναι αστέρια που περιφέρονται στους ουρανούς με μεγαλοπρέπεια. Τι ανοησία!”

Τον λόγο πήρε ο ιερέας που στάθηκε στο πλάι της αρχόντισσας. 

“Ποιμνίο μου,

Ας αφήσουμε στην άκρη τον νεκρό λέω εγώ, ο δικαστής που θα τον κρίνει είναι ο ίδιος που ανακάλυψε την δικαιοσύνη κι άλλος καλύτερος δεν υπάρχει. Ας μιλήσουμε για το κουτί. Είναι σαφές πως κακό μεγάλο κουβαλά. Δεν θα με εξέπλητε αν αυτό τον σκότωσε όταν κανείς μας δεν κοιτούσε προς το μέρος του! Σας μιλώ ειλικρινά, στα τόσα χρόνια που είμαι ιερέας είναι η πρώτη φορά που βλέπω φέρετρο να έρχεται απρόσκλητο και να περιμένει κάποιον να πεθάνει πάνω του. Κι έπειτα, είναι και ο χρόνος. Χθες ήταν μόνο του, σήμερα έχει τον πρώτο του νεκρό, αύριο;

Η λύση μπορεί να είναι μία και μόνη. Να θάψουμε τον νεκρό και να θάψουμε το φέρετρο. Ποτέ πια να μην μιλήσουμε γι’ αυτά. Γιατί το σώμα, ποιμνίο μου, είναι προορισμένο να ταφεί, μα σάμπως και το φέρετρο είναι να έχει μια μοίρα διαφορετική;”

Ο ιερέας είχε δίκιο. Αυτού του είδους τα κουτιά ολοκληρώνουν την αποστολή τους κάτω από την γη, αυτός είναι ο προορισμός τους, ο λόγος που υπάρχουν. Η ιδέα τώρα πια δεν ακουγόταν τόσο παράλογη.

“Μα δεν θα μάθουμε ποτέ τι περιέχει, η σκέψη αυτή θα μας στοιχειώσει”.

“Γνωρίζουμε τάχα ο βλάσφημος τι περιείχε; Να τον αφήσουμε κι αυτόν εδώ μέχρι να αποφασίσουμε”.

“Μα τα ονόματά τους; Δεν τα γνωρίζουμε! Πως θα κάνουμε μια τελετή ζητώντας άφεση αμαρτιών για κάποιον που δεν έχει όνομα και για κάτι που δεν ξέρουμε τι είναι; Για ποιόν θα ζητήσουμε συγχώρεση;”

Η αρχόντισσα έπιασε το κεφάλι της με τα δυο της χέρια και φώναξε:

“Σταματήστε!

Λαέ μου, είναι αλήθεια πως δεν ξέρουμε τα ονόματά τους αλλά είναι επίσης γεγονός πως πρέπει να ταφούν! Θα πάρουμε τώρα μια απόφαση κι όποιο κι αν είναι το κόστος θα το βρούμε μπροστά μας. Θα ανοίξουμε το κουτί!”

Τότε κάποιος έξαφνα σκότωσε τον κόσμο γύρω μας, αλλιώς πως να εξηγήσει κανείς την τόση ησυχία;


 

αυτόπτης μάρτυρας

Μπορεί να ήταν η σφαίρα ενός μάγου που δείχνει τα μελλούμενα ή μια μινιατούρα κάποιου πλανήτη που μέσα του ζούσαν εκατομμύρια άνθρωποι σαν εμάς. Σύντομες ζωές που συγκλονίζονται από πράγματα μικρά. Ακουμπούσαμε ο ένας στον άλλο γιατί τα πόδια μας ήταν αδύναμα και η ανάσα μας αργοπέθαινε πίσω από τα σφαλιστά μας δόντια. Στα αυτιά μας έφτανε ο ήχος από τους χτύπους της καρδιάς, σαν τύμπανο εκτός ελέγχου που μόνο αυτό μπορούσε να μας διαβεβαιώσει πως ζούμε. Δεν ήταν όνειρο, ήταν η αλήθεια, η στιγμή που γράφεται η ιστορία και εμείς, είμασταν μάρτυρες των γεγονότων.

Ο χωροφύλακας έβαλε το χέρι του στην γυάλα με τους λαχνούς και ανακάτεψε.

“Τράβηξε” ψιθύρισε η αρχόντισσα με σκυμμένο το κεφάλι.

Το χαρτάκι άνοιξε.

Η λέξη που ακούστηκε ήταν το όνομά μου.

Πόσο παράξενο είναι, που ο τρόμος στην μέγιστη έντασή του προκαλεί στην καρδιά ένα είδος χαράς! Ήμουν εγώ λοιπόν, από όλους τους εγώ θα αναλάμβανα να ξεσκεπάσω αυτό το μυστήριο. Εγώ θα αντιμετώπιζα την φρίκη και θα την επικοινωνούσα στους υπόλοιπους. Σαν να έφυγε από πάνω μου το βάρος, την στιγμή που περισσότερο από ποτέ θα έπρεπε να με συνθλίβει! Δεν μπορούσα να κάνω πίσω, δεν είχα επιλογή, μα τόσο πλούσιος ήμουν λοιπόν, ένας άνθρωπος απαλλαγμένος από την ευθύνη! Δεν μπορούσα να κρύβομαι στον κύκλο που σχημάτισαν εκείνοι γύρω από το κουτί. Ήμουν αυτός του οποίου το όνομα ακούστηκε.

Προχώρησα προς το κέντρο της σκηνής.

Τα βήματά μου ήταν βαριά.

Μπορεί να μεγάλωσε η απόσταση από το κουτί ή κάποιος να άλλαξε την ροή του χρόνου, αλλά χρειάστηκα δυο ζωές για να το φτάσω.

Τα φύλλα του πλάτανου θρόισαν, άφησαν χαραμάδες, ξεχύθηκαν οι ακτίνες του ήλιου πάνω στο γυαλιστερό ξύλο.

Έκανε κρύο.

Οι ώμοι μου ήταν πιασμένοι.

Άπλωσα το χέρι κι ακούμπησα το καπάκι.

Κι αν έτρεχα; Θα έπρεπε να φύγω από το χωριό, δεν θα μπορούσα ποτέ ξανά να ταιριάξω ανάμεσά τους, θα ήμουν ο ξένος, ο βλάσφημος, ο νεκρός.

Τα χέρια μου δεν είχαν δύναμη. Δεν μπορούσα να σηκώσω το καπάκι.

Ίσως κάποιος μου έκλεψε τις λέξεις ή με έκλεισε στο σώμα ενός άλλου ανθρώπου κι έβλεπα με τα μάτια του και προσπαθούσα να σηκώσω τα χέρια του και πάσχιζα να βάλω δύναμη και ήθελα να ουρλιάξω, ήθελα να ματώσω τον λαιμό του, ήθελα να σηκώσω ένα βάρος που δεν ήταν προορισμένο για εμένα, για εκείνον, για κανένα άνθρωπο μόνο του.

Μα στο κέντρο της σκηνής ήμουν εγώ. Οι υπόλοιποι ήταν στον κύκλο.

Το καπάκι άνοιξε απότομα.

Ο κύκλος αναστέναξε συντονισμένα, ένα ωστικό κύμα που μετακίνησε την γη.

Τραντάχτηκα.

Δεν έπεσα.

“Δεν υπάρχει νεκρό παιδί εδώ μέσα!” τους είπα.

Φώτισε ο ουρανός κι ο πλάτανος τίναξε χαρούμενος τα κλαδιά του, ακούστηκαν πουλιά και ήχος από πόδια που σέρνονται στο χώμα.

“Μα τότε τι βρίσκεται εκεί μέσα;” ρώτησε η φωνή της αρχόντισσας από τον ζωντανεμένο κόσμο γύρω μου.

Πήρα το γράμμα από το φέρετρο και το άνοιξα. Γύρισα το σώμα μου προς τον κύκλο των ανθρώπων. Η φωνή μου ήταν γεμάτη από το αίμα της ζωής, δυνατότερη από την βροντή, αιχμηρή, ανθρώπινη.

“Γείτονές μου,

Είμαι ένας ξυλουργός και φτιάχνω πάγκους, πόρτες, παραθύρια. Μα είμαι και γέρος. Το λέω αυτό για να μη νομίζετε πως είμαι τρελός. Σοφός είμαι, όσο μου επιτρέπεται, εξαιτίας των χρόνων που έχω ζήσει. Στο χωριό μου όλα τα έφτιαξα, όλοι έχουν πόρτες, πάγκους και παραθύρια και δεν χρειάζονται άλλα.

Αλλά εγώ είμαι ξυλουργός, αυτό ήμουν πάντα. Ρώτησα λοιπόν τι χρειάζεται ο κόσμος που να φτιάχνεται από ξύλο. Μου είπαν πως κάτω στην ακτή έρχονται οι ξένοι κι ανάμεσά τους και παιδιά. Πως κάποια παιδιά δεν προλαβαίνουν να ανασάνουν τον αέρα του νησιού μας, γιατί τα παίρνει η θάλασσα. Έφτιαξα λοιπόν αυτό το φέρετρο για κάποιο παιδί που δεν έχει ανάσα.

Αλλά είμαι και γέρος, πολύ γέρος. Φορτώθηκα το φέρετρο στην πλάτη και πήρα να κατηφορίζω αλλά τα πόδια μου με πρόδωσαν.

Βράδυ έφτασα στο χωριό σας και δεν ήθελα να σας ενοχλήσω. Το άφησα λοιπόν εδώ, στην πλατεία σας, ώστε κάποιος πιο νέος, αν έχει την καλοσύνη, να το πάει στα χωριά κάτω στην ακτή, εκεί που μπορεί να χρειαστεί.

Σας ευχαριστώ για την εξυπηρέτηση, έχω επιτέλους έναν σκοπό και νιώθω στην καρδιά λιγότερο γέρος τώρα.

Αφήνω το κείμενο εδώ μέσα για να μην το πάρει ο αέρας και χαθεί.


 

Αγαπώ αυτό το διήγημα υπερβολικά. Για την ιστορία, ένα βράδυ που γυρνούσα από τα σεμινάρια έγινα (σχεδόν) αυτόπτης μάρτυρας ενός βίαιου γεγονότος που με οδήγησε να κάνω σκέψεις σχετικά με την κοινωνία που σοκάρεται και πως αντιδρά σαν μάζα.