Ανάσα

Μη με ρωτάτε πως έπεσα στην λίμνη, δε θυμάμαι. Έγινε παλιά. Σε μια άλλη ζωή.
Τώρα παλεύω να επιστρέψω.
Στην επιφάνεια.
Στη ζωή.
Βλέπω το φως να απομακρύνεται. Χάνεται. Τα γαλάζια του πέπλα θυμίζουν κάτι από ποίηση. Κάθε τέλος πρέπει να έχει λίγη μέσα του. Να δικαιολογεί το διάστημα μετά την γέννηση.

Αυτό είναι το δικό μου τέλος. Δική μου είναι η ποίηση.
Είναι η στιγμή. Πρέπει να υπερβώ τον εαυτό μου.
Χτυπώ τα πόδια μου με μανία. Γρήγορα. Πιο γρήγορα. Με βαραίνουν τα ρούχα. Με τραβούν κάτω. Ίσως, χωρίς τα ρούχα να ζούσαμε καλύτερα. Ή τέλοσπάντων να ζούσαμε γενικώς. Ίσως τα ρούχα να ήταν πάντα περιττά.
Δεν μπορώ να ανασάνω. Κάνω χίλιες σκέψεις. Καμιά δεν ολοκληρώνω. Τεντώνω τα χέρια μου. Προσπαθώ να κρατηθώ. Ο ρευστός κόσμος μού αρνείται την ευχαρίστηση ενός κάποιου στηρίγματος.
Βουλιάζω.
Χάνομαι.
Δικός μου είναι ετούτος ο χαμός.
Θυμάμαι που ήμουν παιδί. Στην τάξη. Πριν από χίλια χρόνια. Σε μια άλλη ζωή. Παιδί πια δεν θα ξαναυπάρξω.
Είμαι ανήμπορος. Θέλω να κλάψω. Να προσθέσω κι άλλο νερό στον υδάτινο κόσμο.
Δικό μου είναι το νερό. Μα ο κόσμος είναι ξένος.
Εισβάλλει μέσα μου σαν ουρλιάζω. Λογοκρίνει την φωνή μου. Συνθλίβει τα σωθικά μου.
Ανοίγω διάπλατα τα μάτια. Η επιφάνεια απέχει χίλιες ανάσες. Μα εμένα δεν μου απόμεινε ούτε μία.
Σκίζω με τα νύχια το πρόσωπό μου.
Θέλω να κλάψω ουρλιάζοντας. Θέλω να γίνω παιδί προστατευμένο.
Κάτω από τα πόδια μου φώλιασε η νύχτα.
Θα φτάσω στον πάτο. Θα δώσω μια και θα πετάξω ως την ποίηση. Θα διεκδικήσω την αναπνοή μου. Θα αναπνεύσω με το στόμα όλων των ανθρώπων.
Το στήθος μου πονάει. Περιμένω αυτή την γλυκιά λήθη που υπόσχονται τα μυθιστορήματα. Στην ζωή μου πολλά περίμενα από αυτά. Μα η πραγματικότητα φοράει ρούχα.
Κουνώ τα πόδια. Κουνώ τα χέρια.
Ξάφνου κάποιος από ψηλά έδωσε μια και μου 'κλεψε την ελπίδα!
Στον κόσμο των ζωντανών έδυσε η ποίηση. Κρίμα. Ήταν μια πυξίδα. Έδειχνε τον δρόμο προς τη ζωή. Τώρα δεν ξέρω αν βυθίζομαι ή ανεβαίνω.
Μπορεί απλά να είμαι στάσιμος. Και στάσιμος ν αργοπεθαίνω.
Θα ήταν ωραία να γλίτωνα, ν' ανέβαινα, να 'λεγα "ξέρεις τι πέρασα εγώ".
Τώρα κανείς δεν θα μάθει το μεγαλείο του χαμού μου. Θα θεωρηθεί υπόθεση κάποιων δευτερολέπτων. Θα πουν "καλύτερα έτσι. Δεν υπέφερε".
Πύκνωσε η νύχτα. Έγινε συμπαγής.
Την ακούμπησα με τα πόδια μου.
Ήρθε η στιγμή.
Η ύστατη στιγμή.
Η στιγμή που κρίνονται τα πάντα.
Η καρδιά πονά από την τόση ελπίδα που παλεύει να χωρέσει μέσα της.
Έχω για πυξίδα το σκοτάδι. Ξέρω πια που έχω φτάσει.
Λυγίζω τα γόνατα.
Θα δώσω μια ν' ανέβω ως την ποίηση!

Μην με ρωτάτε αν έζησα ή αν πνίγηκα, δεν ξέρω.
Εγώ εκείνο τον καιρό ήμουν απασχολημένος γράφοντας για την πολιτική κατάσταση στη μικρή μας χώρα.