Μπουρμπουλήθρες

Είμαι μαθηματικός, όχι κάποιος που εργάζεται απλά ως ένας τέτοιος επιστήμονας, αλλά ένας παθιασμένος εραστής των αριθμών, των συναρτήσεων και των λογικών συμπερασμάτων. Είμαι πεπεισμένος πως ότι μου συμβαίνει είναι αποκλειστικά το άθροισμα των επιλογών μου. Δεν αφήνω χώρους κενούς να περιφέρονται όσα δεν μπορούν να αιτιολογηθούν επακριβώς και το ίδιο κάνω και στους ανθρώπους που συναντώ. Έχω τρείς φίλους. Αν ήθελα να έχω τέσσερεις, θα έπρεπε να αλλάξω το σύστημα αξιολόγησής μου ή να είμαι εξωφρενικά τυχερός. Η λέξη "εξωφρενικά" ορίζεται ως μια πιθανότητα στις 12.000, δεδομένου του ρυθμού με τον οποίο κάνω νέες γνωριμίες, κατά μέσο όρο πάντα.

 

Η ζωή μου είναι όμορφα τακτοποιημένη, προβλέψιμη σε βαθμό ερωτικό θα τολμούσα να πω και δεν ανέφερα την λέξη αυτή τυχαία. Είμαι μνηστευμένος με την Άννα, συνάδελφό μου, σχεδόν· γιατί είναι φιλόλογος κι αυτή της η ενασχόληση την επηρεάζει συχνά και ξεφεύγει από τα όρια του απόλυτου και του οργανωμένου. Είναι η μοναδική αταξία που επιτρέπω στην ζωή μου γιατί χωρίς εκείνη δεν θα υπήρχε ζωή για να τακτοποιήσω.

Συμβαίνει, μια μεγάλη καταστροφή να ξεκινά από μια ασήμαντη λεπτομέρεια, όπως η συνήθεια της Άννας να διαβάζει στο κρεβάτι πριν κοιμηθεί. Για την πράξη της αυτή ήμουν απόλυτος· αν ήθελε να διαβάζει στο κρεβάτι τότε θα έπρεπε να κοιμόμαστε στο γραφείο, να κάνουμε ντουζ στον νεροχύτη κι ίσως τελικά μια μέρα να περπατούσαμε στο ταβάνι! Αλλά η Άννα ποτέ δεν με άκουγε, σε αυτό τουλάχιστον ήταν συνεπής. Ακούμπησε λοιπόν το βιβλίο της στο προσκέφαλο του κρεβατιού σπρώχνοντας τα γυαλιά μου που έπεσαν στο συγκεκριμένο σημείο όπου θα κατέβαζα το πόδι μου έξι ώρες αργότερα, όταν θα ξυπνούσα για να ετοιμαστώ.

Η ημερομηνία ήταν 21 Δεκεμβρίου, η μέρα που θα βίωνα μια τρομερή απώλεια· η μέρα που έχασα την ευτυχία του να είμαι τυφλός!

Τα γυαλιά μου καταστράφηκαν για πάντα, ο σκελετός στράβωσε, ένας φακός ράγισε κι άλλα γυαλιά δεν είχα, παρά κάτι γελοία που μου είχε πάρει μια φορά εκείνη, ωθούμενη από μια παιγνιώδη διάθεση το δίχως άλλο. Ο σκελετός τους ήταν πλαστικός και κόκκινος σε βαθμό εγκληματικό. Αλλά ήταν τα μοναδικά που είχα κι έτσι τα φόρεσα, αποφασισμένος να κάνω υπομονή μέχρι να πάω στον οπτικό μου.

Κοίταξα στον καθρέφτη και ξεφώνισα έκπληκτος αντικρίζοντας τον κλόουν που με κοιτούσε με αυτό το βλέμμα της προσποιητής, δήθεν κωμικής, απόγνωσης. Μα δεν ήταν το είδωλό μου η πιο τρελή εικόνα, αλλά αυτές οι μωβ φυσαλίδες που έβγαιναν από το στόμα μου και τα μαλλιά μου και ανέβαιναν νωχελικά προς το ταβάνι! Αλήθεια, δεν ήξερα τι είδους τρικ ήταν αυτό, αλλά έμοιαζε σαν να βρισκόμουν κάτω από το νερό και η ανάσα μου έφευγε, σε μικρές έγχρωμες φυσαλίδες προς την επιφάνεια!

Η πρώτη μου αντίδραση ήταν φυσικά, να αναλύσω αυτό που έβλεπα. Δεν ήταν πολύ διαφορετικό από τις σταγόνες της βροχής που χρωματίζονται από τα φώτα των προπορευόμενων οχημάτων στο παρμπρίζ, ένα χειμωνιάτικο βράδυ. Μα αυτές οι φούσκες πήγαιναν προς τα πάνω, αψηφούσαν τους νόμους της βαρύτητας και κατ' επέκταση αυτούς της λογικής! Έβγαλα τα γυαλιά, έτριψα τους φακούς στο μανίκι μου και ξανακοίταξα. Είχαν προστεθεί και κάποιες μαύρες! Όταν δεν κοιτούσα τον καθρέφτη παρόλα αυτά, δεν υπήρχε τίποτα το παράξενο, αντίθετα, έβλεπα καλύτερα απ' ότι πριν.

Εξέτασα διεξοδικά την πίσω πλευρά του καθρέφτη κι έπλυνα με άφθονο νερό τα γυαλιά, αλλά μάταια. Παρατήρησα πως και η Άννα έβγαζε φυσαλίδες στον ύπνο της, μικρές, διακριτικές, γαλάζιες, σχεδόν όμορφες· αν φυσικά εξαιρέσει κανείς το πόσο φριχτά εξωπραγματικές ήταν!

Η ελπίδα πως όλα αυτά ήταν ένα όνειρο έσβησε πριν προλάβει να γεννηθεί, καθώς παρατηρούσα το δωμάτιο. Ποτέ δεν θα ονειρευόμουν ένα φόρεμα πεταμένο άναρχα πάνω στην πολυθρόνα κι ένα ζευγάρι παπούτσια που κοιτούσαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Το μοναδικό πράγμα που έμοιαζε εκτός τόπου ήταν μια μισάνοιχτη βαλίτσα κάτω απ' το κρεβάτι που δεν είχα ξαναδεί. Έφτιαξα πρόχειρα τα παπούτσια και βγήκα από το σπίτι. 

Ε, λοιπόν, ο κόσμος ολόκληρος είχε γεμίσει φυσαλίδες! Άλλοι έβγαζαν περισσότερες ή λιγότερες, μονόχρωμες ή παρδαλές, μεγαλύτερες ή μικρότερες, κάνοντας κάθε πιθανότητα πρόβλεψής τους μέσω κάποιου αλγορίθμου μια διαδικασία φαινομενικά αδύνατη!

Ένα αγόρι πέρασε τρέχοντας από δίπλα μου, αφήνοντας μια πολύχρωμη στήλη που χάνονταν στον γαλανό ουρανό. Δυο γυναίκες συζητούσαν καθισμένες σε ένα παγκάκι, τυλιγμένες σε ένα σύννεφο από κόκκινες μπουρμπουλήθρες που εκτοξεύονταν από το στόμα τους με καταιγιστικούς ρυθμούς! Σκέφτηκα πως έχανα τα λογικά μου και πως πάει πια, θα με κλείσουν σε ένα ίδρυμα και θα βλέπω τον κόσμο να πνίγεται μέσα σε πολύχρωμες φούσκες... Μια τέτοια εξέλιξη έμοιαζε με την χειρότερη συμφορά για ένα μαθηματικό μυαλό.

Τελευταία μου ελπίδα για να κρατηθώ στην πραγματικότητα ήταν να ανακαλύψω αν βλέπουν κι άλλοι το παράλογο αυτό θέαμα. Γιατί αν έφταιγαν τα γυαλιά, αν μπορούσε ο καθένας να δει αυτό που έβλεπα εγώ όταν τα φορούσα, τότε το πρόβλημα θα λυνόταν με τον απλούστερο τρόπο· θα χάριζα τα γυαλιά στον πιο αντιπαθητικό μουσικό, κάποιον που να παίζει ένα εξωφρενικό όργανο όπως το βιολοντσέλο π.χ. και θα τον παρακολουθούσα, με κάποια ευχαρίστηση είν' η αλήθεια, να ζει έντρομος τις ίδιες τις φαντασίες του. Αυτή η προοπτική γλύκανε λίγο την καρδιά μου.

Είχα εξάλλου την χαρά να έχω τρεις φίλους, προσεκτικά επιλεγμένους, ιδανικούς για κάτι τέτοιες δύσκολες στιγμές.

Επικοινώνησα με τον κ. Αλέξανδρο, χημικός, του οποίου την αγάπη για την πραγματικότητα θαύμαζα με πάθος! Τυπικός, όπως πάντα, φορούσε το κοστούμι της Δευτέρας και με δέχτηκε, αν και εκτάκτως, στις 9.17 έχοντας υπολογίσει τον χρόνο που θα χρειαζόταν για να τακτοποιήσει τις σημειώσεις του μετά το μάθημα ώστε να μην χρειαστεί να περιμένω. Μα είναι έκτακτος άνθρωπος ο κ. Αλέξανδρος! Άκουσε με προσοχή τις ασυναρτησίες μου δίχως να με διακόψει, ενώ οι μπλε φυσαλίδες πύκνωναν πάνω από το κεφάλι του. Έπειτα, ζήτησε να δει μέσα από τα γυαλιά μου. Φόρεσε τα γάντια του για να τα πιάσει και κοίταξε διαγώνια από τον αριστερό φακό, δειγματίζοντας το παράλογο.

“Μα εσείς αγαπητέ μου είσαστε γεμάτος μαύρες φυσαλίδες!” αναφώνησε τρομαγμένος.

Ακυρώσαμε κάθε μας υποχρέωση προκειμένου να ασχοληθούμε με το φλέγον ζήτημα. Τηλεφωνήσαμε στους φίλους μας, τον κ. Ιάκωβο, καθηγητή στατιστικής και τον κ. Χάρη, αστροφυσικό. Περάσαμε όλη την υπόλοιπη ημέρα σκαρφιζόμενοι θεωρίες και κάνοντας πειράματα. Προκειμένου να μην επηρεαστούν οι παρατηρητές, τα γυαλιά τα φορούσα μόνο εγώ κι εκείνοι, όταν ήταν αναγκαίο, κολλούσαν τα πρόσωπά τους στο δικό μου και κοιτούσαν από τις άκρες των φακών. Προκαλέσαμε μάλιστα ποικίλα σχόλια καθώς περπατούσαμε αγκαλιά, με τον κ. Αλέξανδρο να σπρώχνεται πότε με τον καθηγητή της στατιστικής και πότε με τον αστροφυσικό, προκειμένου να δει μέσα από τα γυαλιά μου τις φυσαλίδες που άθελά τους ελευθέρωναν οι Αθηναίοι. Αν το ήξερα νωρίτερα θα είχα περιορίσει τους φίλους μου σε δύο, όπου για τις ανάγκες του συγκεκριμένου πειράματος θα ήταν σαφώς πιο βολικό. Μέχρι το τέλος της ημέρας είχαμε καταλήξει στα παρακάτω τρία συμπεράσματα: 

  1. Δίχως αμφιβολία ήταν κάποιο πρόβλημα των γυαλιών.
  1. Το χρώμα των φυσαλίδων δεν ήταν τυχαίο, παρά επηρεάζονταν από κάποιο συναίσθημα. Αντιγράφω συνοπτικά από τις σημειώσεις μου (όπου "χ.φ" είναι "χρώμα φυσαλίδων"):

11.23 / Πλατεία Ομονοίας: Παράνομος μικροπωλητής στην θέα αστυνομικού περιπόλου που πλησιάζει πεζή, χ.φ. μαύρο

11.47 / Σταδίου: Νεαρός περιμένει έξω από βιβλιοπωλείο κρατώντας τριαντάφυλλα τα οποία προσφέρει σε νεαρή, χ.φ. ροζ (σημείωση: αμέσως μετά την παράδοση της ανθοδέσμης, ροζ φυσαλίδες και η νεαρή) 

12.16 / Οδός Αθηνάς: Ζευγάρι εξέρχεται ξενοδοχείου ημιδιαμονής, φανερά ικανοποιημένο, χ.φ. λευκό.

12.23 / Μοναστηράκι: Νεαρό αγόρι πατά σε λάκους με λασπόνερα, χ.φ. πράσινο. Γυναίκα έξαλλη τον κυνηγά φωνάζοντας, χ.φ. μωβ.

  1. Οι φυσαλίδες έλεγαν πάντοτε την αλήθεια, ακόμα κι αν ο άνθρωπος προσπαθούσε να δείξει το αντίθετο. Ενδεικτικά αναφέρω τον πωλητή στο κατάστημα με τα τουριστικά είδη στην Πλάκα όπου μας ρωτούσε ευγενικά τι θα επιθυμούσαμε ενώ πνιγόταν στις μωβ φυσαλίδες καθώς οι φίλοι μου πάλευαν να τον δούν μέσα από τα γυαλιά μου σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο και όλοι μαζί εμένα και όλοι μαζί εκείνον.

Όταν τελικά βράδυασε και οι συνθήκες για την συνέχιση της παρατήρησης ήταν λιγότερο ευνοϊκές, αποφασίσαμε πως τα γυαλιά έπρεπε να τα κρατήσω εγώ. Δεν τους κρατώ κακία για ότι ακολούθησε, ποιός σώφρον άνθρωπος θα επέλεγε να βλέπει κάτι τόσο απόκοσμα φανταστικό, αν δεν τον υποχρέωνε το ιερό καθήκον προς την Επιστήμη; Κι έπειτα, δεν γνωρίζαμε τις όποιες επιπτώσεις στο υποκείμενο! Αν εγώ αποκτούσα πονοκεφάλους θα εξετάζαμε το ενδεχόμενο να προέρχονται από τα γυαλιά, εφόσον βέβαια οι πονοκέφαλοι συνεχίζονταν όσο τα φορούσα. Αλλά αν τα φορούσαμε όλοι και πονοκέφαλο είχε μόνο το 50%, πως θα καθορίζαμε αν ήταν σύμπτωμα ή σύμπτωση; Αν επηρεάστηκε από την ώρα της ημέρας, αν ήταν ένα φαινόμενο placebo ή τελικά, μια γρίπη της εποχής που θα προσέβαλε μοιραία όλους μας, έτσι όπως κυκλοφορούσαμε πάντοτε κολλητά; Όχι. Ένας έπρεπε να τα φορά και οι υπόλοιποι να καταγράφουν.

Εκείνο το βράδυ, η εφιαλτική επιστροφή στο σπίτι, θα άλλαζε για πάντα την ζωή μου.

Γύρισα μόνος με το τρένο κι είχα τον χρόνο και την ηρεμία να παρατηρώ τις μπουρμπουλήθρες του κόσμου μας με μεγαλύτερη προσοχή, δίνοντας λιγότερη έμφαση στα προφανή. Είδα τις λάγνες φούσκες που γλιστρούσαν από το σάπιο στόμα του γέρου ενώ κοίταζε ένα ανήλικο κορίτσι και την ανάλαφρη ευχαρίστηση ενός μεσήλικα καθώς κοιτούσε το στήθος της γυναίκας στην οποία ευχόταν “συλλυπητήρια” για τον χαμό του άντρα της. Είδα ένα ολόκληρο βαγόνι να κοιτάζει με κακία έναν ανάπηρο που ζητιάνευε κι ένα παιδί με τρύπια φόρμα που κοιτούσε μελαγχολικά μια τσάντα διακοσμημένη με χριστουγεννιάτικα σχέδια. Είδα φίλες να πνίγονται στο κόκκινο της κακίας που τις κύκλωνε σαν αίμα. Ένιωσα να πνίγομαι, αυτά τα θηρία μου έκλεβαν τον αέρα! Έστρεψα το βλέμμα στα παράθυρα που πια δεν αντανακλούσαν τα φώτα της γιορτινής πόλης, μα το σκοτάδι των αληθινών ανθρώπων. Τα πόδια μου λύγισαν. Ο κόσμος στένεψε. Ένιωσα πως λιποθυμώ αλλά με κράτησε όρθιο η σκέψη του τι θα έκαναν στο ανυπεράσπιστο σώμα μου αυτά τα θηρία.

Βγήκα από το βαγόνι σπρώχνοντας κι άρχισα να τρέχω. Δεν είχα το κουράγιο να κοιτάξω πίσω μου ή γύρω μου, δεν μπορούσα να αντικρίσω ξανά τους ανθρωποφάγους, έπρεπε μόνο να να κρυφτώ, να είμαι ασφαλής, να είμαι στο σπίτι μου, να δω την Άννα, να της ζητήσω να διώξει τις αλήθειες και να μου μιλήσει επιτέλους για την υπόθεση εκείνου του βιβλίου ή για ότι άλλο θέλει ή για ότι άλλο είναι.

Κλείδωσα την πόρτα. Ήμουν μόνος μου. Η Άννα τις Δευτέρες επισκεπτόταν μια λέσχη φιλαναγνωσίας. Έκλεισα το φως. Βούλιαξα στην πολυθρόνα προσπαθώντας να ηρεμήσω· κι ήταν δύσκολο γιατί γνώριζα πως εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή γέμιζα το σκοτάδι με τις μαύρες φυσαλίδες του φόβου μου. Αλλά δεν μπορούσα να τις δω. Όπως τότε που ήμουν ένας ευτυχισμένος τυφλός.

Τι ειρωνία, ένας ρεαλιστής, να παραιτείται νικημένος απ’ την αλήθεια!

Άκουσα θόρυβο κλειδιών.

Η πόρτα άνοιξε.

Είδα την Άννα στο ημίφως του δρόμου.

“Τι κάνεις στα σκοτάδια;”

Δυο λευκές φυσαλίδες ξεγλίστρησαν από τα χείλη της.

Δυο ασήμαντες, λευκές φυσαλίδες.

Ήμουν πια χαμένος.

Ούρλιαξα. Δεν είχα λέξεις. Έπρεπε να βγάλω από μέσα μου τον πόνο μα δεν έβρισκα τις λέξεις. Έβγαλα τα γυαλιά λες και μ’ έκαιγαν. Τα πέταξα, τα ποδοπάτησα με μανία και τα πλάκωσα με βιβλία, τα έπιασα στα χέρια μου και τα έσφιξα μέχρι που τα κομμάτια τους μπήκαν μέσα μου, τ’ ανέβασε το αίμα ως την καρδιά κι έπειτα στον λαιμό, στα μάτια…

Ίσως η Άννα να κατάλαβε πως ήξερα, ίσως να τρόμαξε από τις αντιδράσεις μου, μα την πήρε η νύχτα των ανθρωποφάγων κι ήμουν πάλι μόνος μου, ήμουν πάντα μόνος μου, ήμουν ο άνθρωπος που δεν είχε λέξεις, που λάτρευε την αλήθεια μέχρι που η αγαπημένη του τον κατασπάραξε!

“Μα τι κατάντια, τι συντριβή πραγματική, να είμαι ένας άνθρωπος που δεν κατάφερε να εξαπατηθεί!” φώναξα.

Α! Ώστε λοιπόν είχα λέξεις.

Και μια γνώση του προσώπου της αλήθειας.

Κι ήταν παράξενο, έτσι ξαφνικά, μια στιγμιαία έμπνευση· αποφάσισα να μάθω βιολοντσέλο λες κι ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στην γη!

Δεν υπήρχαν οι επιβάτες του τρένου, οι παράλογες εικόνες, οι αριθμοί, η Άννα. Υπήρχα εγώ και η ανάγκη μου να τραγουδήσω. Έτσι καταλήξαμε εδώ. Φωνή ο Αλέξανδρος, το μέταλλο της φωνής του, κυριολεκτικά ευγενικό! Στα τύμπανα ο Ιάκωβος που διαρκώς γκρινιάζει πως του χαλάμε τον ρυθμό και στην τρομπέτα ο Χάρης, σπουδαίος σολίστας και στιχουργός με εμμονή τ’ αστέρια! Είμαστε γνωστοί σαν “Μπουρμπουλήθρες” και παίζουμε όποτε ευκαιρία μας δοθεί, τραγουδώντας για την μοναδική πραγματικότητα που γαληνεύει την ψυχή, με την αλήθεια των στίχων και την ομορφιά της μουσικής!


Το διήγημα αυτό γράφτηκε σαν άσκηση για τον μαγικό ρεαλισμό, το τελευταίο μάθημα που κάναμε στο ρεαλιστικά μαγικό σεμινάριο. 
Φαν φάκτ: Είναι γραμμένο με 2016 λέξεις, λόγω εποχής... Πραγματικά, έκανα σφαγή για να φτάσω σε αυτόν τον πολύ συγκεκριμένο αριθμό. 
Η φωτογραφία είναι από ένα υπέροχο επεισόδιο του Twilight Zone, με τίτλο "Time Enough At Last" που επίσης μιλά για γυαλιά και λογοτεχνία και μπορείτε να το δείτε εδώ: 
embed video plugin powered by Union Development