Βροχή

Σηκώθηκε από το κρεβάτι μουγκρίζοντας από τον πόνο στην μέση. Κοίταξε το ρολόι δίπλα στο κομοδίνο και για μια στιγμή ένιωσε να πανικοβάλεται· μα η στιγμή πέρασε και ήταν Κυριακή, τα ρολόγια μπορούσαν να παν να κουρδιστούνε όλα μαζί. Με βήματα πιο ανάλαφρα τώρα που δεν τον κυνηγούσε ο χρόνος πήγε στην κουζίνα, άναψε τσιγάρο κι άρχισε να ετοιμάζει τον καφέ. Η βίαιη κακοφωνία του βήχα τον συντάραξε, τόσο που αναγκάστηκε να κρατηθεί από τον πάγκο για να μην χάσει την ισορροπία του. Όταν κι εκείνη η στιγμή πέρασε, κοίταξε ξανά το ρολόι της κουζίνας. Τα ρολόγια είχαν κι αυτή την χρησιμότητα, να δίνουν την ασφάλεια της ζωής που υπάρχει και συνεχίζεται. Ίσως να ήταν λίγο αυστηρός απέναντί τους νωρίτερα.

 

Έβαλε τον καφέ και πήγε στο τραπεζάκι του, που έβλεπε στο μικρό παράθυρο του σαλονιού που έβλεπε με την σειρά του στο μικρό ξέφωτο ανάμεσα στις βρώμικες πολυκατοικίες που τόσο κόπο έκαναν οι άνθρωποι για να μην βλέπουν. Σήμερα είχε συννεφιά, ο κόσμος έμοιαζε σαν να μην ξημέρωσε ποτέ. Αυτή ήταν μια σπουδαία αλλαγή, ο ήλιος είναι για τους ανθρώπους που γιορτάζουν το φως σε μια πλατεία διαβάζοντας την εφημερίδα τους κι εκείνος είχε τόσα ψιλά, όσα έφταναν για να αγοράσει περίπου τις πρώτες τρεις λέξεις του κεντρικού τίτλου μιας εφημερίδας. Μια βροχή θα ήταν μια λύση πάντως, για να ξεπλύνει την σκόνη που είχε καλύψει την πόλη κι ήταν συνυπεύθυνη για τον φριχτό του βήχα. Αν η αναβροχιά συνεχιζόταν για άλλους επτά μήνες μπορεί η πόλη να καλυπτόταν πλήρως κι ίσως, αν δεν έβρεχε ποτέ ξανά, να θάβονταν όλοι ζωντανοί και να τους έβρισκαν μετά από αιώνες, καθισμένους μπροστά στην τηλεόραση. “Εδώ βλέπετε ένα τυπικό δείγμα ανθρώπου του εικοστού πρώτου αιώνα” θα έλεγαν οι ξεναγοί του μέλλοντος προχωρώντας ανάμεσα στα άριστα διατηρημένα κουφάρια των κατοίκων της μοντέρνας Πομπηίας.

Κοίταξε το ρολόι που φορούσε στο χέρι του. Ακόμα Κυριακή ήταν. Ο ουρανός βρυχήθηκε και από τα ξύλινα κουφώματα πέρασε μια ελπιδοφόρα ανάσα δροσιάς. Άνοιξε το ραδιόφωνο.

“…είναι επιτέλους μια αλλαγή κύριε Δεμίρη! Οι επιστήμονες προειδοποιούσαν πως θα είχαμε προβλήματα λειψυδρίας αν συνεχιζόταν η…”

Το γύρισε στην μουσική. Προτιμούσε να δει μόνος του τις πρώτες ψιχάλες, να νιώσει την πολυπόθητη χαρά χωρίς να έχει πληροφορηθεί από πριν την ένταση και την διάρκειά της. Έπαιζε το “singing in the rain”. Φαίνεται πως όλοι γιόρταζαν.

Άνοιξε το παράθυρο και πήρε μια βαθιά ανάσα, όσο πιο βαθιά μπορούσε, λες και προσπαθούσε να κλείσει στα πνευμόνια του την στενή λωρίδα δροσιάς ανάμεσα στους βρώμικους ναούς των καλοδιατηρημένων τηλεθεατών. Μια χοντρή σταγόνα έπεσε στα μαλλιά του και για μια στιγμή δεν ήταν σίγουρος αν ήταν η βροχή ή αν τον κουτσούλισε κάποιο περιστέρι. Δυο φτερουγίσματα αργότερα το νερό κυλούσε στο μέτωπό του, έμπαινε στα μάτια του, γλιστρούσε μέσα από την μπλούζα του και χάιδευε την καρδιά του.

Κοίταξε το ρολόι του. Έδειχνε την ίδια ώρα με πριν. Έβαλε το κεφάλι του μέσα στο δωμάτιο και τίναξε τον καρπό του προσπαθώντας μάταια να επαναφέρει τον χρόνο στην ζωή. “Δε βαριέσαι”, σκέφτηκε, “εξάλλου είναι Κυριακή”.

Ντύθηκε βιαστικά. Ποθούσε να βγει έξω στον δρόμο, να βραχεί ως το κόκαλο, να περπατήσει μέχρι όπου διαρκούσε η βροχή και να γυρίσει κουρασμένος, να κάνει ένα ζεστό μπάνιο και να αποκοιμηθεί γλυκά στο κρεβάτι του διαβάζοντας τους “Άθλιους” που είχε αφήσει στην μέση. Αυτλη θα ήταν μια πρώτης τάξεως περιπέτεια για να περάσει κανείς το Κυριακάτικο απόγευμά του!

Κοίταξε από το παράθυρο την απέναντι πολυκατοικία να διαθλάται από τις σταγόνες της βροχής σαν να έλιωνε. Ανάμεσα σε εκείνον και το κτίριο υπήρχε μια λέξη. Κυριολεκτικά, οι σταγόνες της βροχής που κυλούσαν στο τζάμι σχημάτιζαν τα γράμματα “λ”, “ε”, “ξ” και “η”!

“Τι απίθανη σύμπτωση” αναφώνησε, βρίζοντας παράλληλα τον εαυτό του που δεν είχε μια φωτογραφική μηχανή για να τηναποθανατίσει. Με το ένα του χέρι ξεχασμένο ακόμη μέσα στο παντελόνι να σπρώχνει το πουκάμισο, πλησίασε την “λέξη” που είχε ήδη αρχίσει να διαλύεται σε μικρά ρυάκια, πήγε πιο κοντά για να είναι σίγουρος πως θα την κατέγραφε στην μνήμη του ώσπου η λέξη θόλωσε καθώς το βλέμμα του εστίαζε στην κάποτε πράσινη τέντα του απέναντι διαμερίσματος. Εκεί τα ρυάκια της υδροροής του απάνω ορόφου έσταζαν την λέξη απόλυτη. Μπορούσε να διαβάσει αυτή ακριβώς την λέξη στα σημεία που το “κάποτε πράσινο” χρώμα είχε μετατραπεί σε “σκούρο κάποτε πράσινο”.

Την προσοχή του απέσπασε το απότομο τράβηγμα της κουρτίνας από την κυρία με τις γάτες στον τρίτο, οπότε και αποφάσισε να βγάλει το χέρι του από το παντελόνι, κοκκινίζοντας ελαφρά.

Μα σίγουρα θα ήταν η ιδέα του, δεν μπορεί να έβρεχε λέξεις! Είναι όπως όταν τα παιδιά κοιτούν τα σύννεφα και βλέπουν δράκους ή όπως οι καφετζούδες βλέπουν στον πάτο του φλυτζανιού πόρτες, στεφάνια και ψηλούς μελαχρινούς. Τα παιδιά ποθούν τους δράκους όπως οι πελάτισες των μαντισών τα στεφάνια· έτσι κι αυτός φαίνεται πως λαχταρούσε τις λέξεις. Λέξεις σαν αυτές που θα μπορούσε να προφέρει το στόμα ενός Γιάννη Αγιάννη ή έστω το ολοκληρωμένο άρθρο μιας εφημερίδας. 

Έτρεξε στο σαλόνι κι άνοιξε το ραδιόφωνο. Αν έβρεχε πραγματικά κάτι τέτοιο, θα το έλεγαν στις ειδήσεις, κάποιος θα το ανέφερε, έστω και σαν αστείο!

“…το σταμάτημα των ρολογιών, υποστηρίζουν οι επιστήμονες, έχει μια απολύτως λογική εξήγηση, με ακούτε κύριε Δεμίρη; Ζητώ συγνώμη αλλά η γραμμή είναι γεμάτη παράσιτα. Φαίνεται πως η ξαφνική καταιγίδα δημιούργησε έναν μικρό, ακίνδυνο για τους ανθρώπους ηλεκτρικό παλμό…”

“Βρε δεν πάτε να συναντήσετε τον χρόνο όλοι μαζί να ξεμπερδεύουμε“ μούγκρισε εκνευρισμένος που αυτοί οι δημοσιογράφοι ασχολούνταν πάντοτε με τα πιο πεζά θέματα. “Και γιατί δεν επηρεάστηκε τίποτα άλλο, άσε που τα ρολόγια δεν είναι καν...“

Άφησε την φράση μετέωρη καθώς την προσοχή του τράβηξε η σκόνη που πια είχε μετατραπεί σε λάσπη και και τιναζόταν από τις χοντρές σταγόνες στα κουφώματα, σχηματίζοντας τις λέξεις “ηρεμία”, “αγάπη” και “άρνηση”. Ήταν τόσο απορροφημένος από τον τρόπο που άλλαζαν οι λέξεις που σχεδόν δεν άκουσε το κουδούνισμα του τηλεφώνου.

“Καλημέρα” ακούστηκε η γεμάτη λευκό θόρυβο φωνή από τον κόσμο στον οποίο ανήκε. “Δεν είμαι καλά, γι' αυτό σε πήρα, συγνώμη… Είναι η βροχή… Βλέπω πράγματα, συγνώμη, δεν είμαι καλά, είμαι τρελή, θε μου, χάνω τα λογικά μου, τι θα κάνω; Θε μου, είμαι χαμένη, χαμένη…”

“Βλέπεις λέξεις! Βλέπεις λέξεις!” ούρλιαξε εκείνος, περισσότερο σαν να την κατηγορούσε, παρά σαν να επαλήθευε το γεγονός. Μα ήταν εντάξει να τις βλέπει εκείνος, τρελάθηκε, σε όλους μπορεί να συμβεί, φταίνε οι ρυθμοί της ζωής και η φτώχεια, το μυαλό έπαψε να δουλεύει σωστά, συμβαίνουν αυτά στις μέρες μας. Αλλά αν κάτι πάει στραβά σε ολόκληρο τον κόσμο, κανείς δεν θα γλιτώσει!

“Θες να πεις… Τις βλέπεις κι εσύ;”

“Αστειεύεσαι; Το τζάμι της κουζίνας μού εύχεται καλημέρα αυτή την στιγμή που μιλάμε! Ελένη άκου, έρχομαι από εκεί, περίμενέ με!”

“Θα βγεις έξω με αυτές να πέφτουν πάνω σου; Θε μου, να προσέχεις! Βιάσου, βιάσου σου λέω, αν βραχεί όλος ο κόσμος τότε που θα βρουν χώρο να υπάρχουν; Να προσέχεις, υποσχέσου μου, σ' αγαπώ, τρία χρόνια τώρα και δεν στο είπα ποτέ γιατί έτρεμα την απόρριψη, να προσέχεις, Θε μου…”

Θυμήθηκε το παλτό του όταν ήταν πια αργά, στην στάση του λεωφορείου, ενώ η υγρασία τρύπωνε μέσα από το πουκάμισό του, τιμωρώντας τον γι’ αυτή του την απροσεξία.

“Να σε ρωτήσω αγόρι μου” τον έπιασε από το μπράτσο μια γριά από το πίσω κάθισμα. “Το βλέπεις κι εσύ το παιδί;” Δεν χρειάστηκε να κοιτάξει καν στο απέναντι πεζοδρόμιο, πάνω στο τζάμι οι σταγόνες έγραφαν την λέξη.

“Το βλέπω. Βλέπω το παιδί γραμμένο στο τζάμι” την διαβεβαίωσε χαμογελώντας της καθησυχαστικά.

“Δόξα τω θεώ, νόμιζα πως ήρθε η ώρα να με πάρει κοντά Του και μου θύμιζε τις αμαρτίες μου, απ' όταν ήμουν κοπέλα κι άμυαλη. Άρα δεν θα πεθάνω ακόμα…” πρόσθεσε με μια κάποια απογοήτευση.

Είδε την Ελένη να του αποκαλύπτεται σιγά πίσω από την πόρτα κι ένιωσε πως την έβλεπε για πρώτη φορά. Δεν ήταν πια η συνάδελφος από το παραδίπλα πλέξιγκλας, ήταν μια όμορφη γυναίκα που περίμενε εκείνον, ίσως πίσω από αυτή την πόρτα, ίσως με το ίδιο αυτό βλέμμα, για τρία ολόκληρα χρόνια. Ούτε χρειάστηκε να ανταλλάξουν μια κουβέντα· κανείς δεν γνώριζε πότε θα ξεκινούσαν πάλι τα ρολόγια. Την πήρε στην αγκαλιά του κι έδιωξε από πάνω της ότι ήταν ανίκανο να μεγαλώσει μαζί της. Έσκυψε και γεύτηκε τον πόθο της μέχρι που ο πόθος αυτός τον έπνιξε και τότε γλίστρησε μέσα της σαν να του ανήκε. Του είπε πολλά με τα δάχτυλα και με το άρωμα που είχε κρύψει ανάμεσα στα στήθη μα δεν χρησιμοποίησε στιγμή αυτό που θα μπορούσε να αντιγράψει η βροχή. Όταν ένιωσε το σώμα της να τεντώνεται της άρπαξε τα χέρια και την ανάσα και τον χρόνο που θα υπάρξει.

Έπειτα ξημέρωσε η Δευτέρα. Τα ρολόγια προς ανακούφιση όλων δούλευαν κανονικά, οι δρόμοι είχαν κίνηση και η κυρία στον τρίτο άφησε τις γάτες της να λιάζονται στο μπαλκόνι αφού οι λιμνούλες της προηγούμενης ημέρας είχαν σχεδόν ξεχαστεί. Στο διαμέρισμά του χτυπούσε μάταια το τηλέφωνο· στην άλλη άκρη της γραμμής ένας εξοργισμένος εργοδότης βλαστημούσε που δυο από τα πλεξιγκλάς του ήταν ακόμα άδεια…