Ξανά

Η Εσπεράνθα ήθελε απλά να γεννήσει. Δεν άντεχε τις επισκέψεις του συντάγματος των θειάδων, τις προκαταλήψεις που σχετίζονταν με τα ρούχα του μωρού και το φεγγάρι και όλες τις συζητήσεις που ξεκινούσαν με το “έχω ακούσει πως δεν κάνει…”. Αντιπαθούσε τους καταλόγους με τα βρεφικά είδη και μόνο κάποια παπουτσάκια της φαίνονταν χαριτωμένα. Οι φίλες της τής έλεγαν πως είναι τυχερή, πως αυτή την εμπειρία θα την θυμάται σε όλη της την ζωή, μα εκείνη αναπολούσε την ευτυχία του να κοιμάται κανείς μπρούμυτα χωρίς να χρειάζεται να πηγαίνει στην τουαλέτα κάθε λίγο και λιγάκι. Την απασχολούσε αν θα αποκτούσε ραγάδες και το γεγονός πως είχε διπλασιαστεί και “έβρισκε” σε όλες τις γωνιές, όλων των επίπλων, όλων των σπιτιών.

Σκεφτόταν πως δεν ήταν ιδανική να γίνει μητέρα, πως θα τα έκανε όλα λάθος, θα ήταν μια αποτυχημένη, το παιδί της θα την μισούσε και θα πέθαινε μόνη. Υπάρχουν γυναίκες που είτε από ένστικτο είτε από κοινωνική ανάγκη ονειρεύονται να ζήσουν αυτή την εμπειρία, μα εκείνη έμεινε έγκυος εξαιτίας μιας τυχαίας απροσεξίας και το μόνο που επιθυμούσε ήταν να γεννήσει, να τελειώνει επιτέλους με τούτο το μαρτύριο.

Η πολυπόθητη στιγμή της απελευθέρωσης είχε μια μυρωδιά συμβολαιογραφείου· με καθορισμένο ραντεβού και άγχος για την συγκέντρωση των απαραίτητων εγγράφων. Η ίδια η στιγμή της επέμβασης δεν είχε τίποτα το αξιομνημόνευτο· τελείωσε πριν καν προλάβει να αρχίσει ή τουλάχιστον έτσι πίστευε εκείνη γιατί από τις ιστορίες που άκουσε αργότερα για όσα πέρασε ο καθένας τους έξω από την πόρτα με την φθαρμένη πινακίδα “Αίθουσα Επίδειξης Νεογνών”, θα έπρεπε να είχαν περάσει μέρες.

Όταν πρωτόπιασε το νεογέννητο παιδί της δεν ένιωσε κάποια μαγική σύνδεση ή το ξέφρενο ξέσπασμα της αγάπης που περιέγραφαν άλλες μητέρες. Μόνο την ανακούφιση που φέρνει η ελευθερία και δέος, αυτό που νιώθει οποιοσδήποτε κρατά στα χέρια του έναν οποιοδήποτε μικροσκοπικό άνθρωπο. Ακόμα κι αυτόν μιας άλλης γυναίκας. Την κυρίευσε τότε ο φόβος. Δεν είχε διαβάσει αρκετά, δεν είχε δώσει στις σοφές θειάδες την σημασία που έπρεπε, δεν ήξερε τίποτα. Μήπως έκλαιγε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε; Μήπως κοιμόταν υπερβολικά; Ήταν φυσιολογικό που δεν άνοιγε τα μάτια του; Θα γινόταν ένας σωστός άνθρωπος, από αυτούς που εμπνέουν ολόκληρους λαούς ή παρηγορούν ανθρώπους μόνους;

Μετά οι ώρες έφυγαν και το νεογνό τράφηκε από το σώμα της. Κοιμήθηκε στην αγκαλιά της. Κι έτσι όπως ανάσαινε πάνω της, άρχισε να νιώθει μια κάποια τρυφερότητα, ίσως και λίγη στοργή κι αναμφίβολα φόβο καθώς δεν ήξερε πως πρέπει να του συμπεριφερθεί. Έτσι κράτησε την αναπνοή της κι ευχήθηκε οι χτύποι της καρδιάς της να εξιστορήσουν με ειλικρίνεια τις αλήθειες που η ίδια φοβόταν να αντιμετωπίσει.

Η πόρτα άνοιξε και ο πολύχρωμος στρατός όρμησε μέσα στο δωμάτιο ουρλιάζοντας την πολεμική κραυγή “Άχου το!”. Ο κόσμος γέμισε μπαλόνια, σοκολάτες, αρκουδάκια και προκαταλήψεις, τόσο που η Εσπεράνθα και το παιδί στριμώχτηκαν σε μια γωνιά και η νεαρή μητέρα πολύ στεναχωρήθηκε που δεν ήταν σπουργίτι ή μάγισσα για να αψηφήσει τους τοίχους και τις πόρτες. Οι στρατηγοί με τα παρδαλά φουστάνια αποφάνθηκαν πως το μωρό ήταν πανέμορφο, μα είχε το πηγούνι του άντρα της εξάλλου και φυσικά του έμοιαζε πολύ. Εκείνη πάλι πίστευε πως αν έμοιαζε σε κάποιον, ήταν στο μωρό της απέναντι λεχώνας και πως, τέλοσπάντων, ας το αφήνανε στην ησυχία του να κάνει μόνο του τις επιλογές του. Μπορεί να διάλεγε να μην μοιάσει σε κανέναν, παρά να γίνει αυτός ο άνθρωπος στον οποίο οι άλλοι θα ήθελαν να μοιάσουν. Αυτά σκεφτόταν καθώς το κοίταζε, εξαντλημένη από τη νάρκωση και την φλυαρία, μέχρι που τα βλέφαρά της βάρυναν και το παιδί ονειρεύτηκε για πρώτη φορά στην ζωή του, ίσως έναν κόσμο πιο ήσυχο, στο σπίτι όπου θα μεγάλωνε, το άβατο που για σαράντα ημέρες σέβονταν ως και οι στρατηγοί. Ανάμεσα σε αυτό και την δεδομένη στιγμή μεσολαβούσε μια τελευταία εξέταση, καθαρά ρουτίνας, από τον γιατρό της που μπήκε χαμογελαστός και πήρε στα χέρια του τις τελευταίες εξετάσεις και το χαμόγελό του έσβησε και είπε:

“Όλα είναι καλά, μα για καθαρά τυπικούς λόγους, θα ήθελα να κατέβεις λίγο μέχρι τον υπέρηχο”. Δεν είπε τίποτα άλλο κατά την διάρκεια της εξέτασης παρά μόνο για να της ευχηθεί συγχαρητήρια που ήταν και πάλι έγκυος.

“Γιατρέ, τι λέτε;” διαμαρτυρήθηκε η Εσπεράνθα, “μόλις γέννησα! Μήπως είχα δίδυμα; Υπάρχει κι άλλο μωρό εκεί μέσα;”

“Όχι, είναι σαφέστατα μικρό, κάποιων εβδομάδων” είπε ο γιατρός με έναν τόνο απορίας στην φωνή, λες και θα του έλυνε το μυστήριο εκείνη.

“Μα πως είναι κάτι τέτοιο δυνατόν!” αναφώνησε. Σίγουρα θα ήταν κάποια φάρσα, ίσως να ήταν παράδοση των γιατρών να αστειεύονται με αυτό τον τρόπο.

“Δεν είναι. Πρακτικά είναι αδύνατο, αλλά να που συνέβη. Θα ήθελα να έχω την τιμή να εξακολουθήσω να είμαι εγώ ο γιατρός σας, κάτι τέτοιο όπως αντιλαμβάνεστε, θα μου έδινε την ευκαιρία να γράψω την πιο σημαντική και πρωτότυπη εργασία…”

“Αγάπη μου" της είπε ο άντρας της, "κάνε υπομονή. Δεν είναι και κακό πράγμα αν το σκεφτείς. Τα κάνουμε μαζί και ξεμπερδεύουμε. Τόσο κοντά που θα είναι, ακόμα και τα ρούχα θα τα αγοράζουμε μια φορά μονάχα!”.

Στον διάδρομο οι θειάδες δίναν συγχαρητήρια στον γαμπρό που ήταν τόσο καρπερός και η περίπτωσή της έγινε θέμα μέχρι και στις ειδήσεις. Και ξανάγινε θέμα και ο γιατρός έγινε πράγματι διάσημος και ο άντρας της τής έλεγε πότε να κάνει υπομονή για να πάρουνε το επίδομα πολυτέκνου, πότε πως ήταν ευτυχία που το μεγαλύτερο θα αναλάμβανε να προσέχει το νεογέννητο, πότε πως το εγγονάκι τους θα είχε έναν συνομήλικο θείο για να παίζει. Κάθε φορά η Εσπεράνθα ήλπιζε πως αυτό το παιδί θα ήταν το τελευταίο και πως θα μπορούσε επιτέλους να κοιμηθεί μπρούμυτα και να σκεπαστεί το βράδυ και κάθε φορά της ανακοινώνανε πως ήταν πάλι έγκυος. Τα παιδιά της μεγαλώνανε, φεύγαν από το σπίτι και κάποια γίνονταν έμπνευση για τον κόσμο κάποια άλλα περνούσαν απαρατήρητα, αλλά ήταν όλα παιδιά της, αποτελέσματα από εγκυμοσύνες που δεν επέλεξε αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Και κάθε φορά που πρωτοτάιζε έναν καινούργιο άνθρωπο, με τον στρατό να παραμονεύει πίσω από την πόρτα, η Εσπεράνθα αφιέρωνε όσο χρόνο είχαν μόνοι τους ν’ αναρωτιέται αν μετά την τελευταία της γέννα θα μνημόνευε κανείς την ύπαρξή της…