Ο θάνατος του συγγραφέα

Ο απλούστερος τρόπος για να διαπιστώσεις την ηλικία ενός συγγραφέα, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο γράφει το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του. Όσο γερνά, τόσο νωρίτερα το γράφει. Το παραδέχομαι, έχεις δίκιο να διαμαρτύρεσαι που γενικεύω, αλλά κρίνω με βάση τον εαυτό μου· ξεκινώ τα βιβλία μου από το τέλος εδώ και τρεις έρωτες περίπου.

 

Τον τελευταίο καιρό πειραματίζομαι με τον μαγικό ρεαλισμό, την τέχνη δηλαδή του να πετάς μια περιστόλιστη αρλούμπα σε έναν πραγματικό κόσμο και να κοιτάς χαμογελώντας το χάος που προκάλεσες. Αυτός εξάλλου είναι και ο βαθύτερος λόγος ύπαρξης των συγγραφέων.

Βασικός κανόνας είναι η άρνηση, ο ήρωάς σου να μην δέχεται την παρανοϊκή έμπνευση που του κοπάνησες ενώ περπατούσε αμέριμνα στον δρόμο, παρά να προσπαθεί να επιστρέψει στην πραγματικότητα, εκεί απ' όπου τον δανείστηκες. Αυτή την άρνηση βιώνω τώρα και είναι διπλή· αρνούμαι πως ήρθε η ώρα να πεθάνω όπως αρνούμαι την ύπαρξη αυτού του ανθρώπου που κάθεται στην καρέκλα μου και φοράει τις πυτζάμες μου και γράφει στον υπολογιστή μου.

Όταν τον πρωτοείδα τρόμαξα, τον πέρασα για κλέφτη ή τον πράκτορα ενός αντίπαλου εκδοτικού οίκου ή ακόμα έναν ατάλαντο που η ανάγκη τον κατάντησε έναν ληστή εμπνεύσεων. Δεν ήξερα πως να του μιλήσω, καταλαβαίνεις υποθέτω τον φόβο μου· ένας ξένος είχε εισβάλει στο σπίτι μου ενώ κοιμόμουν! Έτσι τον πήρα με το μαλακό.

“Σας πέφτει λίγο μεγάλη η πυτζάμα μου” του είπα γιατί ήταν και κοντός, “είσαστε τουλάχιστον άνετα;”. Δεν μου απάντησε, ούτε καν γύρισε να με κοιτάξει. Τον πλησίασα προσεχτικά και τον ακούμπησα δήθεν τυχαία καθώς έπιανα την κούπα του καφέ, προκειμένου να βεβαιωθώ πως ήταν αληθινός. Πάντα μου άρεσε η συντροφιά του καφέ και πάντα μου άρεσε να γράφω, ήταν απλά θέμα χρόνου να συνειδητοποιήσω πως ένας άνθρωπος μόνος δεν μπορεί να δημιουργήσει και χρειάζεται, έστω τον καφέ, προκειμένου να μπορεί να μοιραστεί με κάποιον την ιστορία του. Προφανώς θα σκέφτεσαι πως αυτή μου η ανάγκη για συντροφιά δημιούργησε τον θρασύτατο ξένο. Τι σύμπτωση λοιπόν, το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ! Τον άφησα μόνο του και πήγα στην κουζίνα να ετοιμάσω φρέσκο καφέ, σίγουρος πως όταν θα γυρνούσα θα είχε εξαφανιστεί. 

Για καλό και για κακό, έφτιαξα δυο κούπες.

Παρατήρησα, με κάποια απόγνωση είναι η αλήθεια, πως τον πέτυχα στην ζάχαρη, ο άνθρωπος αυτός είχε τα δικά μου γούστα!

Η μόνη πιθανή εξήγηση που μπορούσα να δώσω, πέραν του γεγονότος πως πέθαινα φυσικά, ήταν πως γράφοντας τόσες μέρες όλα αυτά τα ακαταλαβίστικα, έπεισα τον εαυτό μου πως τέτοια πράγματα συμβαίνουν, μπήκα δηλαδή στο πετσί του ρόλου που σχεδίαζα για τους ήρωές μου. Μα αν ήταν πραγματικός μαγικός ρεαλισμός κι όχι απλά ένα θέατρο του παραλόγου θα έπρεπε να υπάρχουν μάρτυρες για να επιβεβαιώσουν το αδύνατο· να καταθέσουν πως πράγματι καθόμουν δίπλα σε έναν άγνωστο που έγραφε το μυθιστόρημά μου. Γιατί θα έπεφτε το χειρόγραφο στα χέρια κάποιου λογοτεχνικού δικαστή κι εκείνος, κουνώντας μανιωδώς τα χέρια του, θα με ρωτούσε αν έχω αποδείξεις. Όμως εγώ ήμουν μόνος στο δωμάτιο, που να τους βρω τους μάρτυρες;

Γι' αυτό και απευθύνθηκα σε εσένα εξαρχής. Σου έτυχε να είσαι ο αναγνώστης κι έχεις τον τρόπο να είσαι παρόντας σε ετούτη την σκηνή και μάλιστα με τρόπο διακριτικό, φορώντας για παράδειγμα τις δικές σου πυτζάμες και πίνοντας τον δικό σου καφέ. Ο δικαστής δεν θα πειστεί όμως από την μαρτυρία σου, θα σε κατηγορήσει για ψευδορκία (τα παράπονά σου σε εκείνον) και για να το αποδείξει θα ζητήσει από δύο τυχαίους αναγνώστες να περιγράψουν το χρώμα της πιτζάμας που φοράει ο ξένος. Ο τρόπος που τον φαντάστηκες είναι μοναδικός, διαφέρει από όλους τους υπόλοιπους, άρα θα πέσετε σε αντιφάσεις, η υπόθεση θα καταρρεύσει και στην ετυμηγορία θα γραφτεί πως είμαι ένας κοινός σουρεαλιστής.

Αυτά σκεφτόμουν ενώ παράλληλα προσπαθούσα να βρω έναν τρόπο να ανοίξω κουβέντα με τον ξένο, να τον κάνω να μου πει κάτι, να πέσει κι αυτός σε αντιφάσεις και να καταρρεύσει, για να τον ξεφορτωθώ, τυλιγμένο σε μια κόλλα χαρτί ή κρυμμένο ανάμεσα στα εξώφυλλα ενός βιβλίου.

“Τι γράφουμε;” τον ρώτησα αλλά απάντηση δεν πήρα. 

“Αν πρόκειται να συνεχίσετε το διήγημά μου, θα σας πρότεινα να αλλάξετε τον τίτλο, είναι λίγο δραματικός, δεν βρίσκετε;” Τίποτα, λες και δεν υπήρχα. “Μπορεί να σας δυσκολεύει η αρχή. Αν ήμουν στην θέση σας, θα έβαζα αποσιωπητικά και θα έγραφα την μέση κι όταν θα αισθανόμουν έτοιμος θα επέστρεφα και…”

*…*

Ορίστε, το είδες; Έβαλε τρεις τελίτσες! Να επιτέλους η απόδειξη που έψαχνα κι εσύ αναγνώστη είσαι αυτόπτης μάρτυρας του γεγονότος! Στο κείμενο που γράφω εγώ για εσένα, εκείνος προσθέτει την γραφή του! Είναι δηλαδή, ένα πρόσωπο υπαρκτό!

“Λοιπόν, θα έγραφα για κάποιον άνθρωπο που αναζητά τον έρωτα ενώ όλοι γύρω του αναζητούν τον χρόνο. Ίσως και να τον σκότωνα γι' αυτήν του την ιδιοτροπία” είπα δοκιμάζοντάς τον.

*Ο Άλκης Δελής ήταν συγγραφέας κι αυτό ήταν ότι πιο περιγραφικό μπορεί να σκεφτεί κανείς για εκείνον. Ήταν ένας παθιασμένος κυνηγός της ομορφιάς, σε σώματα ή σε λέξεις, ένας αφηρημένος ονειροπόλος*

Να το που συνέβη ξανά! Νομίζω πως αυτό αποδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία πως ο άνθρωπος αυτός υπάρχει. Αλλά γιατί υπάρχει; Αν γράφει αυτά που του υπαγορεύω, αν απλά κάνει μια λογοτεχνική μεταφορά της δικής μου ιστορίας, νομίζω πως θα συμφωνήσεις, η ύπαρξή του είναι περιττή. Θα μπορούσα να ζήσω άλλους δύο έρωτες, όσο δηλαδή χρειάζεται για να τελειώσω μόνος μου το βιβλίο, εγώ που τελοσπάντων είμαι ο δημιουργός του.

Αποφάσισα λοιπόν να τον δοκιμάσω. Εκείνος δεν το ήξερε αλλά από την αντίδρασή του εξαρτιόταν η ζωή του.

“Ο ήρωάς μας πρέπει να έχει κάποια πάθη” του είπα. “Τρία, ο μαγικός αριθμός που δίνει στον αναγνώστη τόσες επιλογές, όσες χρειάζεται για να νιώσει ελεύθερος αλλά όχι παντοδύναμος. Νομίζω πως συμφωνούμε πως το πρώτο είναι ο έρωτας. Έπειτα λόγω επαγγέλματος, θα έβαζα σίγουρα την γραφή. Αλλά ποιο λες να είναι το τρίτο;”

Θα αντιλήφθηκες φυσικά την παγίδα. Εγώ είχα προαποφασίσει πως το τρίτο πάθος του είναι τα σκόρδα, κάτι φαινομενικά αστείο που θα είχε σκοπό να ιντριγκάρει τον αναγνώστη δίνοντας παράλληλα μια αίσθηση της θνητής φύσης του ήρωά μου. Βούλιαξα λοιπόν στην καρέκλα μου και είδα το μυθιστόρημά μου να εξελίσσεται ως εξής: 

*Για τρία πράγματα θα μπορούσε να σκοτώσει ή να σκοτωθεί· τους έρωτες που κατέληγαν πάντοτε στην μοναξιά, τη μοναχική διαδικασία της γραφής και την υστεροφημία του, ώστε να μην μπορεί πια μόνος του να νιώσει.* 

“Αδύνατον!” διαμαρτυρήθηκα εξοργισμένος. “Αγαπητέ συνάδελφε, είστε επιεικώς ατάλαντος.” Η αλήθεια ήταν πως αυτό που έγραψε ήταν κατά κάποιον τρόπο πιο ενδιαφέρον από τα σκόρδα, αλλά ήδη είχε πάρει αρκετό θάρρος κι έπρεπε κάπως να τον μαλώσω.

*Ο Άλκης θα πέθαινε στο τέλος της ημέρας, αλλά εκείνο το πρωί δεν το ήξερε καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι του αποφασισμένος να αναζητήσει, κατά την συνήθειά του, τον έρωτα μέσα από τις λέξεις. Τον έρωτα για τις λέξεις.*

“Τι θέλεις να πεις; Με τρομάζεις! Για ποιόν γράφεις;”

*Η ιστορία που ακολουθεί αποτυπώνει τα όσα θαυμαστά του συνέβησαν την τελευταία μέρα της ζωής του, όταν ξύπνησε κοιτώντας έκπληκτος έναν ξένο..* 

“Δεν μπορεί...” 

*…να κάθεται στο γραφείο του, φορώντας τις πυτζάμες του και να γράφει αυτό που έμελλε να είναι το τελευταίο και συνάμα το πρώτο κεφάλαιο της ιστορίας που είχε σκεφτεί σαν μυθιστόρημα, μα η πραγματικότητα θα περιόριζε στα στενά όρια του διηγήματος.*

“Άρα είχα δίκιο να πιστεύω πως…”

*Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο γιος του, η μοναδική απόδειξη πως κάποτε υπήρξε και πως η ζωή του δεν χαραμίστηκε σε πράγματα ανούσια, όπως η καταγραφή της επικαιρότητας.*

“Οι πιτζάμες μου τώρα φαίνεται σα να σε στενεύουν…”

*Ήταν η υστεροφημία του, αυτό που τόσο πόθησε να κατακτήσει κάθε φορά που πληγωνόταν από κάποια φανταστική συμφορά ή ξεχείλιζε από την ευτυχία της δημιουργίας.* 

“…”

*Ακολούθησέ με λοιπόν μέχρι το δωμάτιό του. Θα αφήσουμε τον ίδιο να μας διηγηθεί όλα εκείνα τα απίστευτα που συμβαίνουν σε έναν συγγραφέα που κυνηγά το αιώνιο.*

“.”

*Ο απλούστερος τρόπος για να διαπιστώσεις την ηλικία μου, δεδομένης της ιδιότητάς μου του συγγραφέα, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο γράφω το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου μου…*