Δύο ήλιοι

Η αφήγηση του συγγραφέα

Μια ιστορία σαν κι αυτή δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει με έναν συνηθισμένο τρόπο αφού κάτι τέτοιο θα προδιέγραφε το τέλος της. Παρόλα αυτά σας διαβεβαιώνω πως ο κόσμος στον οποίο θα εξελιχθεί είναι απόλυτα συνηθισμένος, ο δικός μας, αυτός που υπομένουμε καρτερικά εγώ κι εσείς μάταια προσμένοντας ένα κάποιο θαύμα να του δώσει λίγη μαγεία ή έναν λόγο ύπαρξης ή ένα κάποιο νόημα ή και τα τρία μαζί που στην ουσία είναι το ίδιο. Μέσα του κάθε τι διέπεται από νόμους κι όπου ακόμα και τα ψέματα βρωμάν ρεαλισμό. Εδώ η μύγα είναι ένα έντομο, ο άνθρωπος ένας θνητός και το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας αποτελείται από σελίδες και το μελάνι σ' αυτές σχηματίζει λέξεις κι οι λέξεις αυτές διηγούνται την ιστορία ετούτου του μικρού νησιού την ώρα που αναχωρεί το πλοίο με τους τελευταίους τουρίστες και οι κάτοικοί του μένουν μόνοι να αγναντεύουν τον χειμώνα που έρχεται.

Εκτός από τον Άρη.

Ο Άρης δεν κατέβηκε στο λιμάνι με τους υπόλοιπους για να χαιρετίσει τις καλοκαιρινές του γνωριμίες αφού είχε ένα πιο σημαντικό θέμα να τακτοποιήσει· έπρεπε να βρει έναν τρόπο να δικαιολογήσει πως είχε χάσει την σκιά του!

Είδατε; Σας το είπα πως δεν είναι μια ιστορία συνηθισμένη και τύψη καμιά δεν έχω, ότι κι αν πρόκειται να συμβεί.

 

Η αφήγηση του Άρη

Δεν έκανα τίποτα διαφορετικό το προηγούμενο βράδυ, δεν άλλαξα την δίαιτα μου ούτε κοιμήθηκα πιο αργά απ' ότι συνήθως. Τα γράφω αυτά για τον ιστορικό του μέλλοντος, που μπορεί να έχει τέτοιου είδους απορίες. Το μόνο που θα μπορούσα να αναφέρω ως διαφορετικό ήταν το γεγονός πως εκείνο το συγκεκριμένο πρωί πέθαινα από αγάπη για την Ίντα, ενώ είμαι συνηθισμένος να πεθαίνω από ανία.

Ξύπνησα λοιπόν κανονικά, σηκώθηκα προσεχτικά για να μην την ξυπνήσω κι άνοιξα τα παραθυρόφυλλα για να μπει το πρωινό φως. Αμέσως ένιωσα πως κάτι ήταν διαφορετικό, σα να 'μουν πιο ελαφρύς. Φυσικά δεν χαράμισα δεύτερη σκέψη πάνω σε μια αίσθηση που στο κάτω κάτω της γραφής, σίγουρα θα ήταν η ιδέα μου. Ήταν μια παράξενη ημέρα αυτή που ξεκινούσε εξάλλου, η τελευταία του καλοκαιριού, όταν φεύγουν και οι τελευταίοι τουρίστες και ξεκινά αυτή η μακριά περίοδος ξεκούρασης, βαρετού κουτσομπολιού και μοναξιάς, που τόσο τυπική είναι στο νησί μας.

Σύρθηκα μέχρι την κουζίνα, έφτιαξα καφέ και ντύθηκα για να την συνοδεύσω στο λιμάνι. Οι φωνές των ταξιδιωτών που φόρτωναν τις βαλίτσες τους στο τοπικό λεωφορείο τράβηξαν την προσοχή μου και πλησίασα στ' ανοιχτό παράθυρο για να χαζέψω. Ο ήλιος με τύφλωνε, τέντωσα την παλάμη μου πάνω από τα μάτια αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Άκουσα την Ίντα που είχε ξυπνήσει από την φασαρία αλλά όταν γύρισα το κεφάλι το δωμάτιο ήταν τόσο σκοτεινό σε σχέση με τον καλοκαιρινό κόσμο, που το μόνο που ξεχώριζα ήταν η φωτεινή κορνίζα στο πάτωμα, από την οποία έλειπε η μορφή μου.

Κινήθηκα λίγο αριστερά διασκεδάζοντας αρχικά με την οπτική απάτη που μου σκάρωσε η γωνία του ήλιου, αλλά η κορνίζα εξακολουθούσε να είναι άσπιλη κι εγώ σταμάτησα να διασκεδάζω. Έφερα το ένα χέρι πάνω από το άλλο, άρχισα να χοροπηδάω στο παράθυρο ελπίζοντας σε μια, έστω μικρή σκιά· μα τίποτα.

Το δίχως άλλο, ήμουν νεκρός.

Έκανα ότι θα έκανε οποιοσδήποτε άνθρωπος πιστεύει πως έχει πεθάνει. Βούτηξα στο κρεβάτι και της έκανα έρωτα. Το γεγονός πως όλο αυτό συνέβη και πως ήμουν αναμφίβολα ζωντανός, επιβεβαίωσαν, εκτός από την Ίντα, τα επίμονα χτυπήματα της σκούπας της θείας Βάσως από τον επάνω όροφο.

 

Η αφήγηση της θείας Βάσως

Εγώ του το είχα πει του αχαΐρευτου, συνεχομένως, να βρει μια καλή κοπέλα, μια δικιά μας, την δασκάλα, μα τι έχει η δασκάλα δηλαδή, μια χαρά νυφούλα θα ‘τανε, αλλά αυτουνού ότι του κάτσει στο κεφάλι ή ότι του κάτσει γενικώς που με κολάζει πρωινιάτικα ο αθεόφοβος. “Τι έχει αυτή που είναι σαν όρθιο δοκάρι βρε και σου γυάλισε;” τον ρωτούσα αγριευτικώς. “Η γυναίκα πρέπει να είναι κοντούλα, μανατζέβολη, για να σε ευχαριστεί αισθησιακώς, που μου γυρνάς από φουστάνι σε φουστάνι όπου βρεις καμιά αδέσποτη να σου κουνάει την ουρά, που πια ουρά δηλαδή, αλλά φτού Κύριε που με κάνεις να λέω τέτοια πράματα!”. Ε, κι αυτό που του 'τυχε, που 'χασε την σκιά του, τιμωρία από τον Ύψιστο είναι γιατί κυνηγούσε αυτές τις ξένες κι αν μια μέρα στο νησί μας δεν μιλάμε πια την ελληνικιά την γλώσσα αυτούνος θα φταίει κι οι όμοιοί του. “Βρε κτήνος” του ‘πα, “άστηνα μωρέ την κρύα, θα ειδοποιήσω εγώ τον ταξιτζή να την πετάξει στο λιμάνι, που ο Πανάγαθος να δώσει να είναι κυριολεκτικώς, τρέχα στον Παπά Σταύρο να σου δώσει καμιά ευλογία να ξεπεράσεις το κακό που σ’ ήβρε κι όλα να του τα πεις και τίποτα να μην του κρύψεις από αυτά τα πρόστυχα που κάνεις κι έχουμε γίνει ρεζίλι οικογενειακώς!”

 

Η αφήγηση του Παπά Σταύρου

Ομολογώ πως κάτι τέτοιο δεν το είχα ξαναδεί μήτε διαβάσει ποτέ μου, κάτι που συνηγορεί πως είναι έργο πνεύματος πονηρού, αφού αυτός κάνει τα ακαταλαβίστικα για να μας μπερδεύει. Έδωσα κουράγιο στο κακόμοιρο το παλικάρι που έτρεμε ολόκληρο από την ταραχή του, του είπα να εξομολογηθεί και να προσευχηθεί για συγχώρεση και ο Θεός θα τον βοηθήσει. Μα εγώ ξέρω πως δεν θα αλλάξει τίποτα, το παιδί θα εξακολουθήσει να τριγυρνά ορφανό από σκιά, το ξέρω και πληγώνομαι αλλά αυτό πρέπει να κάνω, αυτά πρέπει να λέω γιατί σε εμένα θα έρχονται όσοι χάνουν τις σκιές τους με το ίδιο τρομαγμένο βλέμμα κι αν δεν τους δώσω εγώ ελπίδα, τότε ποιός θα το κάνει; Τον έδιωξα λοιπόν και του ‘πα να πάει κι από τον γιατρό και τώρα, εγώ φοβάμαι περισσότερο από εκείνον. Γιατί αυτό που του συνέβη είναι ένα θαύμα κι εγώ τέτοια πράγματα δεν έμαθα ποτέ μου…

 

Η αφήγηση του γιατρού

“Καλημέρα σας, ονομάζομαι Κωνσταντίνος Τσάχης, είμαι ιατρός - παθολόγος, αυτή την στιγμή σε κάποιο νησί των δωδεκανήσων, επιτρέψτε μου να μην αναφέρω ακόμα ποιό... Ο λόγος που σας καλώ είναι πως έχω στην κατοχή μου κάτι καταπληκτικό, κάτι μοναδικό, κάτι που σας εγγυώμαι, θα προκαλέσει σάλο παγκοσμίως. Ξέρω πως δεν θα με πιστέψετε, αλλά έχω βιντεοσκοπήσει κάθε δευτερόλεπτο απ’ ότι πρόκειται να σας διηγηθώ, γι’ αυτό θα σας παρακαλούσα να μην υποκύψετε στο αυθόρμητο συναίσθημα της αμφισβήτησης που λογικά θα σας κυριεύσει στο άκουσμα της είδησης· παρά να κάνετε υπομονή και να μου δώσετε την ευκαιρία να σας εξηγήσω.

Ένας ντόπιος νεαρός εδώ στο νησί, δεν έχει σκιά.

Με ακούτε; Ωραία, μα τι εννοείτε “πλάκα” κύριέ μου, να θυμάστε πως είμαι ιατρός, ότι σας λέω προέρχεται από τα χείλη επιστήμονα κι όχι κάποιου τσαρλατάνου. Ο νεαρός είναι εδώ, στο νησί, τον έστειλα στο σπίτι του να ξεκουραστεί τώρα, δεν θέλω να τριγυρνά από δω κι από εκεί και να έρχεται σε επαφή με τον κάθε περίεργο. Όπως σας είπα νωρίτερα τον έχω βιντεοσκοπήσει και μπορώ να σας στείλω το αρχείο στο προσωπικό σας email. Φυσικά θα σας ζητήσω μια χάρη, αντιλαμβάνεστε πως πρόκειται για μια σπουδαία είδηση, θα ήθελα λοιπόν να πάρετε συνέντευξη και από εμένα. Φυσικά να αναφερθεί το όνομά μου όσο και του νεαρού, μην ξεχνάτε πως εγώ σας ενημέρωσα, αποκλειστικά, θα μπορούσα να είχα ειδοποιήσει κάποιον άλλο σταθμό, ακόμα και.. Παρακαλώ; Με ακούτε;”

 

Η αφήγηση της δασκάλας

Δεν ήταν η έλλειψη σκιάς αυτό που μου έκανε εντύπωση, αλλά το βλέμμα του, εκείνο το κρυστάλλινο βλέμμα του πληγωμένου θηρίου, που με διαπέρασε λες κι ήμουν διάφανη, λες και ήμουν εγώ που δεν είχα σκιά. Έβλεπα έναν άνθρωπο που εκλιπαρούσε για βοήθεια δίχως καν να ανοίξει το στόμα, έναν άνθρωπο που έπρεπε να βοηθήσω. Θα το έκανα, ένας θεός ξέρει πόσο ήθελα να τον πάρω στην αγκαλιά μου και να τον παρηγορήσω, να νιώσω τα δάκρυά του στο δέρμα μου, δύο χρόνια τώρα μ’ αυτές τις σκέψεις αποκοιμιόμουν κι όταν τον είδα αγκαλιά μ' αυτή την ξένη πόσο πόνεσα, θε μου, πόσο υπέφερα...

Αλλά το καράβι αυτό που τώρα ανεβαίνουν οι τουρίστες, σαν ήρθε άφησε το ταχυδρομείο και μαζί, τη μετάθεσή μου στην Αθήνα. Στο διάολο λοιπόν τα βλέμματά σας και η κακομοιριά σας και η θλίψη των ατέλειωτων χειμωνιάτικων ωρών σ’ αυτό το νεκροταφείο που τόσο αγαπάτε, στο διάολο όλοι σας, κι εκείνος και οι ξένες του κι εσείς οι θαμμένοι ζωντανοί που μόνο να κρίνετε ξέρετε, εγώ θα γυρίσω στην ζωή, τους φίλους μου, και τ’ όνομα του τόπου αυτού, τα χείλη μου ποτέ δεν θα ξαναπροφέρουν. Ποτέ!

 

Η αφήγηση της Ίντα

Να ήταν άραγε όλα ένα θέατρο; Αποκλείεται, δεν μπορεί! Μα τον ένιωθα το πρωί που κούρνιαζε στην αγκαλιά μου, τόσο αληθινός, τόσο φοβισμένος… Ήθελα να του πω πως θα γυρνούσα με την πρώτη ευκαιρία και θα το έκανα, με όλη μου την καρδιά θα το έκανα, θα γυρνούσα σε τούτο το νησί που τώρα χάνεται στο γαλάζιο, τόσο γρήγορα όσο χάθηκε εκείνος το πρωί αφήνοντάς με μόνη σε εκείνη την κάμαρα. Γιατί δεν με συνόδεψε ούτε καν μέχρι το λιμάνι, να μου δώσει ένα τελευταίο φιλί, παρά έβαλε αυτή την ιδιότροπη του πάνω ορόφου να καλέσει ένα ταξί λες κι ήμουνα μια ξένη;

Θα γυρνούσα, ένα φιλί μονάχα, έναν τελευταίο χαιρετισμό, μια λέξη, ένα χάδι, θα έφταναν αυτά και θα γυρνούσα σ' εκείνον…

Αλλά ποιόν κοροϊδεύω άραγε; Για να γυρίσω θα έπρεπε να είμαι μια γυναίκα ολόκληρη, όπως τώρα, όπως με θυμάται, με τα δικά της μαλλιά και χρόνο, χρόνο αρκετό για να μπορώ να του τον χαρίσω…

Κι ίσως είναι που βούρκωσαν τα μάτια μου έτσι όπως σκεφτόμουν όλα αυτά που θα μπορούσαν να συμβούν αν η ζωή ήταν δίκαιη, που τώρα βλέπω στο κατάστρωμα δυο δικούς μου ίσκιους, λες και πίσω από τούτο το νησί προβάλανε δυο ήλιοι…

 

Η αφήγηση του συγγραφέα

Ήμουνα λοιπόν καθόλα συνεπής, η ιστορία μου είχε παράξενη αρχή και παράξενο τέλος, όπως είχα υποσχεθεί. Βέβαια θα με κατηγορούσε κανείς πως τον κορόιδεψα· ξεκίνησα το κείμενο μου ανάλαφρα μόνο και μόνο για να τον γεμίσω θλίψη μ' αυτές τις τελευταίες μου γραμμές, αλλά σας διαβεβαιώνω πως πρόκειται για παρανόηση! Ο Άρης βρήκε τελικά τον ίσκιο του στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου στην Στοκχόλμη, δηλαδή στο περίπου. Βρήκε την Ίντα που είχε μια σκιά περισσότερη απ' όσες χρειαζόταν κι έμεινε αναγκαστικά στο πλάι της για να νομίζουμε εγώ κι εσείς που μάταια προσμένουμε λίγη μαγεία, έναν λόγο ύπαρξης ή κάποιο νόημα, πως τέτοια θαύματα δήθεν δεν συμβαίνουν…