36

“…34, 35 και… 36! Όλα έτοιμα λοιπόν!” ανακοίνωσε χαμογελώντας στον εαυτό του, αφού ήταν μόνος στο δωμάτιο. Έπειτα ακούμπησε τα κεριά στο τραπέζι κι έβγαλε την τούρτα από το ψυγείο, η οποία ήταν εξαιρετικά πληθωρική όπως κάθε έργο τέχνης που σκοπό έχει να συναρπάσει χωρίς να έχει κάτι να πει, παρά προορίζεται για άμεση κατανάλωση. Είχε γλυκίσματα σε σχήμα τριαντάφυλλου, φρέσκες φράουλες, ευχές γραμμένες με σοκολάτα, έναν πλαστικό Άγιο Βασίλη λόγω των ημερών και στην άκρη μια κορνίζα από σαντιγί, μάλλον κορινθιακού ρυθμού. Είχε τόσα πολλά που της έλειπε μόνο ένα πράγμα για να μπορεί κανείς να την αποκαλέσει “τούρτα γενεθλίων”· ο χώρος για τα 36 κεριά.

 

Θα μπορούσε να βάλει δύο αριθμούς, εξάλλου τυπικά είναι αυτά και δεν θα χαλούσε και την επιφάνεια της τούρτας με δεκάδες τρύπες για να μην αναφέρουμε τα λιωμένα κεριά που όσο και να το κάνεις έπαιζαν κάποιο ρόλο στην γεύση. Συμπτωματικά εντελώς, όσοι του τα ‘λεγαν αυτά έπεφταν σε κατάθλιψη όταν γιόρταζαν κι έπρεπε να αντιμετωπίσουν το γεγονός πως μεγαλώνουν. Μα εκείνος πραγματικά γιόρταζε, χαιρόταν, ήταν η μοναδική ημέρα του χρόνου που ήταν ολόδική του. Ίσως να φταίει το ποίημα του Καβάφη με το πλήθος των σβηστών κεριών που γρήγορα πληθαίνουν, αλλά έτσι το έβλεπε κι αυτός· κάθε μικρή φλόγα και μια νίκη απέναντι στην ανυπαρξία που μια μέρα θα 'ρθει. Τίποτα το σημαντικό δηλαδή, μα ταυτόχρονα εξαιρετικά σπουδαίο.

Έπιασε να μετακινήσει το τριαντάφυλλο πάνω στην κορνίζα, έβαλε πάνω του τον Άγιο και έκανε χώρο για τα 36 κεριά, μέχρι η τούρτα να είναι σωστή.

“Έρχομαι” φώναξε στην γυναίκα του που τον περίμενε στο σαλόνι μαζί με τους φίλους του που βιάζονταν να επιστρέψουν στα σπίτια τους για την αλλαγή του χρόνου και τους συγγενείς με τις μακριές λευκές κάλτσες και τις μακριές αγορεύσεις πάνω στην τρέχουσα πολιτική κατάσταση που δυστυχώς γι' αυτόν, δεν βιάζονταν καθόλου. Έβγαλε τον αναπτήρα και ξεκίνησε να ανάψει τα κεριά.

Μα ο αναπτήρας δεν άναβε.

Πήρε έναν καινούργιο από το συρτάρι, μέρος συσκευασίας, πάλι τα ίδια. Δοκίμασε άλλον κι άλλον και όλη την συσκευασία, μα τι κερατάδες, να πουλάν άδειους αναπτήρες!

“Μα που είσαι, σε περιμένουμε” του είπε η γυναίκα του μπαίνοντας στο δωμάτιο με μια έκφραση καθαρής αποδοκιμασίας καθώς το μάτι της έπεσε στο δάσος των κεριών.

“Δεν δουλεύουν οι αναπτήρες μου” δικαιολογήθηκε και πήρε την τούρτα στο σαλόνι όπου όλοι δοκίμασαν να ανάψουν τα κεριά, χωρίς επιτυχία. Κανένα σπίρτο και κανένας αναπτήρας δεν δούλευε, ούτε καν ο αντιανεμικός του θείου Αντρέα!

“Μάλλον έχει υγρασία εδώ μέσα” δικαιολογήθηκε καθώς προσπαθούσε να πιάσει το χέρι του παιδιού που τραβούσε τα κεριά για να γλύψει την γλυκιά γέμιση στην βάση τους.

Δοκίμασε άλλους αναπτήρες και αγόρασε μισή ντουζίνα από το περίπτερο την ώρα που έκλεινε για την αλλαγή του χρόνου. Κανείς δεν δούλευε μέσα στο σαλόνι. Αποφασίστηκε να ανάψουν τα κεριά έξω και μετά να φέρουν την τούρτα μέσα στο σπίτι, αλλά πρέπει να ήταν ο παγωμένος αέρας και ούτε τότε άναψαν.

Εντωμεταξύ είχε αρχίσει να αγχώνεται, η αλλαγή πλησίαζε κι εκείνος, για πρώτη φορά στην ζωή του δεν θα έσβηνε κεριά για τα γενέθλιά του. Έπειτα, τόσο παράλογο ήταν αυτό που συνέβαινε που και ο ίδιος άρχισε να σκέφτεται δικαιολογίες αντίστοιχου επιπέδου ρουφώντας βιαστικά δυο τζούρες από το τσιγάρο του στο μπαλκόνι, εκεί που και οι δέκα αναπτήρες δούλευαν κανονικά όταν δεν ήταν παρούσα η τούρτα. “Ίσως ο κόσμος να καταστραφεί με την αλλαγή του χρόνου και γι' αυτό δεν μου επιτρέπεται να γιορτάσω” σκεφτόταν ενώ έψαχνε στην άκρη της μνήμης του για κάποια προφητεία που να ταιριάζει. Εκείνη την ώρα κάποιοι βιαστικοί, έσκασαν τα πρώτα πυροτεχνήματα που συμβολίζουν τον χρόνο που παίρνει μαζί του το παλιό σαν φεύγει κι όλα τα χαρούμενα που πρόκειται να 'ρθουν. “Τελικά σε κάποιους επιτρέπεται να γιορτάζουν” σκέφτηκε με κάποια πίκρα.

Έτρεξε στο σαλόνι κι έκανε μια τελευταία προσπάθεια, ενώ το παιδί βουτούσε ένα κερί κι έτρεχε γύρω από την τούρτα, προσπαθώντας να γλύψει την σαντιγί πριν τον πιάσουν οι μεγάλοι.

Και τότε τα κεριά άναψαν λες κι ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, οι υπόλοιποι τραγούδησαν το τραγουδάκι, λίγο βιαστικά είναι η αλήθεια αφού έμεναν λίγα μόνο δευτερόλεπτα, εκείνος έσβησε τα 35 κεριά που είχαν απομείνει και στο τέλος όλοι αγκαλιάστηκαν κι ευχήθηκαν ταυτόχρονα “πολύχρονος” και “ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος”.

Αυτό το περιστατικό από μόνο του θα ήταν ίσως ανάξιο αναφοράς και σίγουρα θα εξηγούνταν με χίλιους τρόπους, αν δεν συνέβαινε το ίδιο και τον επόμενο χρόνο, όταν θα έσβηνε τα 34 κεριά κι ούτε ένα παραπάνω, γιατί αν πρόσθετε περισσότερα, δεν άναβε κανένας αναπτήρας και κανένα σπίρτο σε απόσταση δυο μέτρων από την τούρτα.

Για τα 33α γενέθλιά του προσπάθησαν να ανάψουν τα κεριά στην ξυλόσομπα και λίγο έλειψε να πάρει φωτιά ο θείος Αντρέας ο οποίος σε αντίθεση με αυτά, αποδείχτηκε εξαιρετικά εύφλεκτος.

Τελικά το πήραν απόφαση και δεν επέμειναν παραπάνω. Κάθε χρονιά αφαιρούσαν ένα κερί σε σχέση με την προηγούμενη τούρτα κι όλα λειτουργούσαν άψογα. Ο ίδιος αστειευόταν και πείραζε την γυναίκα του λέγοντας πότε πως είναι ένας 25άρης και μάλιστα με αποδείξεις και πως ήρθε η ώρα να κυνηγήσει μικρούλες, πότε ζητώντας της να του συγχωρήσει την ανέμελη συμπεριφορά αλλά έτσι είναι οι 18άρηδες σήμερα, ώσπου έφτασε η χρονιά που η τούρτα είχε ένα μόλις κεράκι.

Εκείνη την παραμονή κανείς δεν του ευχήθηκε “πολύχρονος” μα εκείνος είπε σε όλους “ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος” κι έκλεισε τα μάτια του ακούγοντας για τελευταία φορά τα πυροτεχνήματα να συμβολίζουν τον χρόνο που παίρνει μαζί του το παλιό σαν φεύγει κι όλα τα χαρούμενα που πρόκειται να 'ρθουν…