Η συμφορά του να δημιουργεί κανείς τις λέξεις του

Η εικόνα του απαγορευμένου καρπού μου δημιουργεί μια έντονη αδιαθεσία. Τα μάτια μου καίνε λες και κοιτάζω το μεγάλο άστρο τ' ουρανού, η καρδιά χτυπά γοργά και τα γόνατά μου τρέμουν, θαρρώ πως το χώμα δεν θα με κρατήσει άλλο. Στηρίζομαι στον κορμό των δέντρων βαριανασαίνοντας.

 

Περισσότερο απ’ όλα τρέμω στην σκέψη του χρόνου. Νιώθω όπως τότε που ήμουν ο μοναδικός άνθρωπος στην γη, τότε που 'βλεπα τα ζώα να τρέχουν στα λιβάδια, τις μητέρες να πλένουν τα μικρά τους, τα πουλιά να πετούν σε σχηματισμούς κι εγώ είχα ανακαλύψει την λέξη που ονόμασα αγάπη και θρηνούσα που δεν είχα κανέναν να την ακούσει.

Εκείνο το πρωινό που είδα στο πλευρό μου την Εύα για πρώτη φορά κατάλαβα πως η λέξη μου αυτή δεν ήταν αρκετή, γιατί κρατούσε όσο μια ανάσα κι εγώ ήθελα να της πω όσα χωρούσαν σε μια ζωή, δική μου και δική της, ζωές αιώνιες, άφθαρτες…

Αυτό με βάζει σε μπελάδες τελικά, οι λέξεις. Τώρα σκαρφίστηκα την λέξη ελευθερία γι' αυτή μου την αδιαθεσία, μα δεν μπορώ να την μοιραστώ μαζί της. Θα την κατέστρεφα. Πρέπει μόνος μου να γευτώ τον καρπό, και μόνος να αντιμετωπίσω τις συνέπειες. Αλλά αν ο θεός με διώξει και μείνω πάλι μόνος μου όπως τότε; Μα τι συμφορά να πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σε δύο έννοιες που εγώ μονάχος μου εφηύρα!

Κι εσύ καλό μου φίδι με κοιτάς ευτυχισμένο, αγνοώντας το νόημα των λέξεων. Μα αν είχες μιλιά και νου τι θα ‘κανες; Θα κρυβόσουν κάτω απ’ τη γη αγνοώντας την ασχήμια που ότι είναι όμορφο ορίζει ή θ’ ακολουθούσες τους χτύπους της καρδιάς που ποθεί σε μια αιώνια ζωή χίλιες ζωές να ζήσει;


Άσκηση δημιουργικής γραφής από τον 2ο κύκλο σεμιναρίων που - βρε δεν πάνε να πνιγούν κι οι γκρίζοι άνθρωποι! - ξεκίνησε εχτές και κάπως έτσι ξεκίνησαν πάλι οι Παρασκευές κι όλος ο κόσμος ομόρφυνε...