Ο ήχος του κόσμου που 'ρχεται

Ήταν δύσκολο να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά, έτσι γλυκά που μουρμούριζε ο άνεμος στα σπαρτά· το βουητό τους θύμιζε τα κύματα της θάλασσας. Μα την στιγμή ακριβώς που η αναπνοή του βάρυνε και ο θόρυβος του κόσμου άρχισε να θαμπαίνει ακούστηκε ο επιβλητικός ήχος της καμπάνας. Ο Άρης, ο εγγονός του, στεκόταν μπροστά του χαμογελώντας, δείχνοντας το χωριό με το δάχτυλο. Του χαμογέλασε κι εκείνος. Σηκώθηκε τινάζοντας το χώμα από τις παλάμες του και χάιδεψε το παιδικό κεφάλι καθώς έπαιρναν τον δρόμο του γυρισμού.

Όπως κάθε μεσημέρι όλο το χωριό είχε μαζευτεί στην εκκλησία κι από τα πρόσωπά τους μπορούσε κανείς να καταλάβει πως η μέρα είχε πάει καλά, η σοδειά ήταν η επιθυμητή και η θάλασσα γενναιόδωρη. Τα κομ, τα μηχανήματα επικοινωνίας, δεν σταματούσαν να ανταλλάσουν μηνύματα, πειράγματα και αστεία. Ακόμα κι ο ιερέας άφησε να περάσει λίγος χρόνος πριν αρχίσει την λειτουργία, γνωρίζοντας πως η χαρά ήταν λιγοστή στα χρόνια της Νέκρας κι ακόμα κι ο Θεός θα καταλάβαινε πόση ανάγκη είχαν τα παιδιά Του από κάτι τέτοιες στιγμές.

Τελικά χτύπησε το ραβδί του στο πάτωμα και ο ήχος από τα κομ έσβησε. Τα μεγάφωνα βραχνιασμένα μετέδωσαν την θεία λειτουργία όπως ήταν πριν έρθει η αρρώστεια, όταν οι γλώσσες των ανθρώπων είχαν το χρώμα του αίματος κι όχι εκείνο το απαίσιο λευκό, όταν ακόμα οι λέξεις είχαν ήχο και τα στόματα δεν χρησίμευαν μονάχα για φιλιά και τροφή.

Ο Άρης άκουγε μαγεμένος τις λέξεις των περασμένων αιώνων κι αναρωτιόταν πως θα ήταν άραγε η δική του φωνή αν είχε γεννηθεί πριν την φριχτή αρρώστεια. Ίσως και να το μάθαινε. Κατά καιρούς έφταναν ειδήσεις στα κομ για μεγάλες προόδους στο θέμα του αντιδότου, οι θεωρίες για το πως μεταδόθηκε η Νέκρα αποκτούσαν πειραματική επιβεβαίωση κι ίσως μια μέρα η μητέρα του να τον πήγαινε στον γιατρό, για ένα συνηθισμένο εμβόλιο κι εκείνη θα χαμογελούσε συνέχεια αλλά ο Άρης δεν θα καταλάβαινε τον λόγο κι όταν τελείωνε το τσίμπημα θα άνοιγε το στόμα του και θ’ άκουγε τον εαυτό να μιλάει! Μα θα είχε σίγουρα καλή φωνή, όλα τα αρχεία με παιδικές φωνές ήταν όμορφα.

“Θέλω να γίνω τραγουδιστής. Αν ποτέ νικήσουμε τη Νέκρα. Εσύ είχες δει τραγουδιστές όταν ήσουν σαν εμένα, παιδί, δεν είναι έτσι;” έγραψε στο κομ του και κοίταξε τον παππού του με ελπίδα.
Ο παππούς του έμεινε ακίνητος, τόσο που ο Άρης αναρωτήθηκε αν διάβασε το μήνυμα. Τελικά έσκυψε και ακούμπησε απαλά τα χείλη του στο κεφάλι του παιδιού.

“Θα μου τραγουδήσεις; Αν βρούμε το αντίδοτο, θα τραγουδήσεις για εμένα;” του έγραψε.

“Μα φυσικά! Θα τραγουδήσω για όλο τον κόσμο! Θα μαζέψω όλο το χωριό στην πλατεία και θα τραγουδήσω για όλους, αλλά δεν ξέρω τραγούδια παππού! Μήπως πρέπει να αρχίσω να μαθαίνω; Έχεις εσύ αρχεία από τραγούδια που να λέγαν τα παιδιά; Μόνο ύμνους έχω ακούσει!”

“Όταν θα έρθει η ώρα, θα βρεθούν τα τραγούδια. Και θα είναι αληθινά γιατί ο θεός θα μας έχει επιστρέψει το δώρο της ομιλίας και πια δεν θα το σπαταλήσουμε. Όταν ήμουν παιδί μπορούσες ακόμα και να ερωτευθείς μια φωνή ή να ξεσηκώσεις τον κόσμο με αυτή ή να αποκαλύψεις τις μεγαλύτερες αλήθειες αλλάζοντας λίγο τον τόνο ή κάνοντας μια παύση ανάμεσα στους ήχους των λέξεων. Κάποια στιγμή θα την νικήσουμε τη Νέκρα αγόρι μου, ο άνθρωπος νικά τα πάντα, απλά του παίρνει λίγο χρόνο. Ξεκίνα λοιπόν, σκαρφίσου τα τραγούδια εκείνης της γιορτινής ημέρας, να είσαι έτοιμος για όταν θ’ αποκτήσεις την φωνή σου…”

Ο Άρης κοίταξε ψηλά, τα πολύχρωμα τζάμια που άφηναν τον ήλιο να περνά σε ακτίνες και με τα μάτια ανοικτά ονειρεύτηκε τον κόσμο που θα έρθει…


Διήγημα που γράφτηκε στο σεμινάριο. Το θέμα ήταν η δυστοπία / ουτοπία.