Όταν σωπάσαν τα πουλιά

Είχε φανταστεί πολλές φορές τον θάνατό του, όπως κάθε στρατιώτης πριν ακόμα φύγει για το μέτωπο. Αλλά ο Φραντσέσκο δεν περίμενε πως θα τον έβρισκε εκεί, σ' εκείνο το χωράφι, μόνο, αν εξαιρέσει κανείς τον φονιά του φυσικά. Έναν στρατιώτη που είχε, τι ειρωνία, κι εκείνος κόκκινα μαλλιά, πράγμα σπάνιο στις χώρες του νότου. Το χαρακτηριστικό αυτό τον έκανε να νιώσει μια συμπάθεια για τον στρατιώτη, σαν να ήταν η οικογένειά του, ένας μακρινός του ξάδερφος ή ένας χαμένος αδερφός. Το 'ξερε λοιπόν, έτσι όπως ο ένας σημάδευε τον άλλο, ακίνητοι κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο του μεσημεριού, πως δεν θα πατούσε πρώτος εκείνος την σκανδάλη· καταλάβαινε πως επρόκειτο να πεθάνει. Αν μονάχα ήταν νύχτα ή αν ο κοκκινομάλλης στρατιώτης αυτός ήταν ένας μακρινός στρατιώτης του αντίπαλου στρατού, δεν θα δίσταζε. Μα τώρα απλά αναρωτιόταν μπας κι είναι αλήθεια όσα λένε για την στιγμή του θανάτου, πως βλέπεις δηλαδή όλη σου την ζωή να περνά μπροστά απ' τα μάτια σου.

Στο σπίτι πέρα από τον κάμπο δεν υπήρχε θάνατος, μα ούτε και ζωή. Η Μάρνα με το σταχτί, ρυτιδιασμένο δέρμα που η ίδια της η μάνα έδιωξε από το σπίτι όταν ήταν δώδεκα χρονών αφού δεν άντεχε άλλο την ασχήμια της, πίστευε πως ο πόλεμος ήταν μια φήμη, κάποιο συνταρακτικό θεατρικό έργο που τα ραδιόφωνα έπαιζαν απλά γιατί προκαλούσε αγωνία και κρατούσε το κοινό για να διαφημίζει οδοντόκρεμες. Απόρησε επομένως που εκείνη την Τετάρτη ο Ηλίας, ένα νεαρό αγόρι που πουλούσε το γάλα και τα σύκα της στην πόλη και ταυτόχρονα ο μόνος άνθρωπος που δεν τον φόβιζε η ασχήμια της, δεν είχε φανεί ακόμα. Γύρισε στην κουζίνα κι άνοιξε το ραδιόφωνο κι αναρωτήθηκε για πρώτη φορά μπας κι αυτός ο πόλεμος ήταν κάτι αληθινό, κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει τις Τετάρτες.

Ο Φραντσέσκο δεν άκουσε ποτέ τον ήχο του τουφεκιού παρόλο που πρόλαβε ν' ακούσει τα πουλιά να σωπαίνουν. Ένιωσε μονάχα ένα τράνταγμα στο στήθος κι είδε να απλώνεται στο χιτώνιο στο μέρος της καρδιάς ένας λεκές από κόκκινο μελάνι. Σιγά το πράγμα σκέφτηκε, αν ήξερε πως θα ταν μονάχα αυτό, θα το χε σκάσει από την αρχή, δίχως να φοβάται τους καραμπινιέρους που περίμεναν πίσω απ' την πλατη του μια πράξη ηρωικής λιποταξίας, για να τον χρησιμοποιήσουν σαν παράδειγμα για τους υπόλοιπους. Τελικά, κανένα δεν μπορούσε να κατηγορήσει. Ούτε τους καραμπινιέρους, ούτε αυτούς που, υπερασπιζόμενοι την γη τους, άναψαν τ' αστέρια πίσω από τους κορμούς, σκορπώντας τον θάνατο και τον φόβο και κομμάτια σάρκας πάνω στα γυαλιά του από κάποιον που λίγο πριν τον είχε κεράσει τσιγάρο. Έτσι το 'βαλε στα πόδια, έτσι χάθηκε στον ξένο τόπο, έτσι βρήκε τον κοκκινομάλλη στρατιώτη. Φυσικά ούτε αυτόν μπορούσε να κατηγορήσει. Ίσως να μην πατούσε ποτέ την σκανδάλη, μα ήταν αυτό το κοράκι που πέταξε κι ο στρατιώτης τινάχτηκε και σταμάτησε με μιας το κοράκι και τον χρόνο. Ναι, αυτό έφταιγε, μόνο εκεί έβρισκε το φταίξιμο, στο απαίσιο κράξιμο ενός τυχαίου πουλιού σε ένα κάμπο μακριά από τον πόλεμο…


Άσκηση στον οριζόντιο εγκιβωτισμό (δύο ιστορίες που δεν σχετίζονται, συμβαίνουν παράλληλα αλλά έχουν μια κάποια νοηματική συνέχεια).