Οι μεταξωτές κάλτσες

Δεν μπορούσα να τραβήξω το βλέμμα μου από τα πόδια της που 'ταν τυλιγμένα στις μεταξωτές κάλτσες, τις τόσο ντελικάτες και θηλυκές. Ο ανοιξιάτικος ήλιος τόνιζε τις καμπύλες τους και το μονότονο μουρμουρητό από τις ράγες έκανε την ατμόσφαιρα στο κουπέ ανυπόφορα ονειρική. 

Ήταν μια άγνωστη φυσικά, όπως ήμουν κι εγώ, ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν, ελεύθερος, κάποιος που θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σε οτιδήποτε ποθούσε εκείνη, προκειμένου να την κατακτήσει.

Σα να διάβασε τις σκέψεις μου χαμογέλασε κι έσφιξε την τσάντα της ανεβάζοντας την φούστα της κατά μια ιδέα. Ένιωσα μίσος τότε για ‘κείνη την γυναίκα που μ' έκανε να νιώθω αδύναμος κι ολοκληρωτικά νικημένος. Μπορεί να ήταν ο πόθος μου αλλά για μια στιγμή είδα στο βλέμμα της μια σιωπηλή παράκληση.

Ανέβασε την φούστα κατά μια ιδέα ακόμα.

Ένιωσα μια βίαιη παρόρμηση, θόλωσα, ήθελα μοναχά να την αποκτήσω όπως ένα παιδί της πόλης που χαζεύει ένα ξύλινο τρενάκι την τελευταία μέρα του σχολείου.
Άπλωσα το χέρι μου σκύβοντας μπροστά κι ακούμπησα το γόνατό της με τρεμάμενα δάχτυλα. Την είδα να κλείνει τα μάτια και ν’ ανοίγει τα πόδια όσο επέτρεπε η φούστα. Γύρισα την παλάμη μου στο εσωτερικό των μηρών της και γλίστρησα το χέρι μου ώσπου τα δάχτυλα πέρασαν τις κάλτσες και βρέθηκαν στ’ απαλό της δέρμα.

Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της. Μια ανάσα παράδοσης και τίποτα περισσότερο αλλά στ' αυτιά μου ήταν ένας ήχος ανυπόφορος, ήταν η φωνή εκείνου του στρατιώτη, που τ' όνομά του δεν έμαθα ποτέ κι ούτε το πρόσωπό του θυμόμουν, που ξεψυχούσε γαντζωμένος στην πλάτη μου ενώ έτρεχα στις λάσπες με την πληγή στο γόνατο να με ξεσκίζει. Ο πόνος επέστρεψε τότε, αληθινός όσο εκείνο το ξημέρωμα στο μέτωπο κι ο αέρας βρώμισε καμμένα ξύλα και βρεγμένη γη.

Μα τι ήθελα να τα σκαλίσω όλ' αυτά; Πάνε δυο μήνες από τότε. Τώρα είχα μονάχα την ζωή μπροστά μου.

Κάθισα δίπλα της, έκλεισα τα μάτια και γλίστρησα ξανά ανάμεσα στα πόδια της, γραπώνοντας το δέρμα της με δύναμη μέχρι που 'φτασα την κιλότα της, το τελευταίο εμπόδιο από το μοναδικό μέρος που ήθελα να έχω. Αναστέναξε και πάλι, πιο έντονα τώρα και για μια στιγμή ένιωσα τα πόδια μου βαριά, σα να ‘χε κολλήσει φρέσκια λάσπη στις σόλες μου. Στ' αυτιά μου έφτασε ο ήχος από τα πυροβόλα και τα ουρλιαχτά των πληγωμένων. Ίσως πάλι να 'ταν απλά τα φρένα του τρένου αλλά εγώ πετάχτηκα μακριά της και την κοίταξα έντρομος καθώς αναγνώριζα στο φοβισμένο βλέμμα της, το πρόσωπο του στρατιώτη εκείνου.