Οι λεμονιές την άνοιξη

Η άνοιξη για μένα ήταν τ’ απέραντα λιβάδια και τ’ αεράκι στα γόνατα, η μέρα που διαρκούσε όσο μια εξερεύνηση κι η νύχτα που ευωδίαζε παιδική ανεμελιά. Μόνο που ‘χα κι αυτή τη ρημάδα την αλλεργία που μ' έκανε να κλείνομαι στο σπίτι όταν περισσότερο από ποτέ ήθελα να δραπετεύσω.
Ήταν ένα απ'τα πρώτα απογεύματα της άνοιξης τότε που πήγαμε στ' Οριστάνο με την σχολή, μόλις μια ώρα με το τρένο. Η Μάρτα προχώρησε μπροστά δήθεν τυχαία κι εγώ ανέμελα την ακολούθησα χαζεύοντας το τοπίο, μέχρι που βάλαμε ανάμεσα σε μας και τους συμφοιτητές μας την σκουριασμένη περίφραξη ενός περιβολιού με λεμονιές.

“Έχω ένα φάρμακο για την αλλεργία ξέρεις” μου είπε καθώς έκοβε ένα ώριμο λεμόνι από ένα κλαδί. Την είδα να με πλησιάζει σαν μέσα απ’ όνειρο -τα μάτια μου ήταν δακρυσμένα- ο κιτρινοπράσινος κόσμος γύρω της ένα ρευστό μωσαϊκό.

Ξαφνικά μ’ έσπρωξε. Έχασα την ισορροπία μου, έπεσα στο χώμα. Εκείνη σκαρφάλωσε πάνω μου και πριν προλάβω ν’ αντιδράσω, χτύπησε το λεμόνι σε μια πέτρα, το ‘φερε πάνω απ’ τα μάτια μου και το πίεσε πασαλείβοντας το πρόσωπό μου με τον χυμό του.

Ούρλιαξα από το τσούξιμο κι εκείνη γελούσε· το γέλιο της ήταν ανάλαφρο και για μια στιγμή κάλυψε τα πάντα, έγινε το μοναδικό πράγμα που είχε σημασία. Προσπάθησα δήθεν να της κρατήσω τα χέρια -να παρατείνω αυτό το γέλιο- μα είχα τα μάτια μου κλειστά και τυχαία κουνούσα τα χέρια στον αέρα.

Έσκυψε και με φίλησε. Στιγμιαία. Σχεδόν αναρωτήθηκα αν ένιωσα πραγματικά τα χείλη της στα δικά μου.

“Δεν θα με ξεχάσεις ποτέ” ψιθύρισε.

Κι όπως ένιωσα ξανά τα χείλη της -ο κόσμος ολόκληρος είχε την ξινή γεύση της άνοιξης που πάντοτε ποθούσα- έσπρωξα με τα πόδια μου το χορτάρι, ήμουν παιδί που γιόρταζε τον χρόνο που δεν περνά κι ίσως κάπου ψηλά να πετούσε ένας χαρταετός γιατί το αεράκι εκείνο ήταν ιδανικό για κάτι τέτοιο κι ο σπάγκος θα ‘τσουζε τα παιδικά χεράκια όπως το λεμόνι του πρώτου μας φιλιού, κι αν σπάσει ο σπάγκος κι αν περάσει η άνοιξη η ανάμνηση θα μείνει μόνο που μεγαλώνουν οι άνθρωποι κι απλά η χαρά του παιδιού γίνεται ο έρωτας του νέου κι αύριο άλλα πράγματα θα με περιμένουν το ίδιο απόλυτα -δεν θα την ξεχάσω ποτέ, πως θα μπορούσα εξάλλου;