Η φθαρμένη ράχη

Εκείνη την ημέρα πέθανε ο τελευταίος άνθρωπος που διάβασε ποτέ βιβλίο. Είχε παραδεχτεί δημόσια πως ντρεπόταν γι' αυτή του την παιδιάστικη ασχολία αλλά αλίμονο, δεν μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω. Έλεγε πως αδυνατούσε να βγάλει το βιβλίο απ’ το μυαλό του, σαν να το διάβασε την προηγούμενη μέρα και καλωσόριζε τον θάνατο που ήταν, τελικά, η μοναδική θεραπεία για κάτι τέτοιες αρρώστιες της μνήμης.

 

Στην κηδεία του το πλήθος μαζεύτηκε αυθόρμητα, φορώντας ακόμη τα ρούχα της δουλειάς σιδερωμένα απ’ το πρωί, τα παπούτσια τους γυαλισμένα, τα πρόσωπα λευκά, οι κόμποι των δαχτύλων τους πρησμένοι. Ο Δ. ακολούθησε, όχι από την ανάγκη να επιβεβαιώσει τον θάνατο του αναγνώστη, αλλά γιατί εκείνη η ανθρώπινη μάζα αποτελούσε την καλύτερη κρυψώνα. Κάθε που το πλήθος ανέφερε την λέξη “βιβλίο”, εκείνος περισσότερο απ' όλους φώναζε μαζί τους κι έφτυνε με αηδία. Όταν κάποιος αναρωτιόταν αν κανείς θυμόταν τ' όνομα ενός συγγραφέα έσπευδε να κάνει κάποιο χοντρό αστείο. Για όσους βρίσκονταν κοντά του ήταν ένας ενθουσιώδης πολέμιος όσων στην ζωή είναι άχρηστα.
“Επιτέλους, προχώρησε η ανθρωπότητα” έλεγε χαμογελώντας στον διπλανό του. “Κάποτε χάναμε τον χρόνο μας με κάτι τέτοιες φαντασίες· σήμερα δουλεύουμε, προοδεύουμε, παράγουμε. Αυτοί που θα ‘ρθουν μετά από εμάς θα μας θυμούνται με καμάρι.”
Ήταν κομμάτι του πλήθους, φώναζε και γελούσε με πάθος αλλά μέσα του ένιωθε την ανάγκη ν' αγκαλιάσει κάποιον· έπρεπε να υπάρχει ένας άνθρωπος και για εκείνον, που να τον καταλάβαινε ή που να μην τον κατέκρινε σαν φαντασμένο. Και θα το έκανε, θ’ άρπαζε τον πρώτο τυχόντα και θα του τα εκμηστηρευόταν όλα αν δεν φοβότανε τις λέξεις. Γιατί αν άνοιγε σε μια στιγμή η καρδιά, ξεγελασμένη απ’ την ανάγκη ν’ αλαφρύνει, θα εξιστορούσε για εκείνο το βιβλίο με την φθαρμένη ράχη, που του ‘λειπε το εξώφυλλο και τον τίτλο του ποτέ δεν έμαθε, αλλά το διάβασε ολόκληρο σαν ήταν μικρός, στα κρυφά, μέσα στο υπόγειο. Το ‘χε κρύψει κάτω απ’ τα ξύλα για τον χειμώνα και γύριζε ξανά και ξανά για να το διαβάσει, να κρυφτεί στις σελίδες του, να νιώσει μέσα από τα μαύρα σημαδάκια όσα δεν μπόρεσε να ζήσει σε όλη του την ζωή.
Τότε, σαν ήρθε ο χειμώνας, το ‘κρυψε κάτω απ το παλτό του, το πήγε στο τζάκι μαζί με μια αγκαλιά κούτσουρα και το ‘καψε με τα ίδια του τα χέρια.
“Τέρμα πια οι φαντασίες” φώναζε με δάκρυα στα μάτια, μα δεν ήταν το σύνθημα του πλήθους τώρα πια, παρά μια διαπίστωση για τα χρόνια που του απέμεναν.
Όταν οι πρώτοι έφτασαν στο νεκροταφείο το βήμα έγινε πιο αργό και μαζί ο κόσμος όλος σα να σταμάτησε για λίγο. Ο ήλιος ήταν αφόρητος, ο αέρας δεν περνούσε ανάμεσα στα κορμιά τους. Κι οι ομιλίες έπαψαν και τα συνθήματα και κάθε λογής ήχος.
Παραπάτησε.
Έπιασε κάποια που βρέθηκε δίπλα του, είχε μύτη γαμψή κι είχαν όλοι μύτες γαμψές, τα μάτια τους μικρά μαύρα κουμπιά, τα στόματα λεπτές, ευθείες γραμμές και τα ρούχα τους τόσο ανυπόφορα αψεγάδιαστα… Ήταν όλοι τους προϊόντα μιας γραμμής παραγωγής.
“Συγνώμη” ψέλλισε. Μα δεν το έλεγε σ’ εκείνη, στον νεκρό ή σε κανέναν τους.
Παρά σ' εκείνο το βιβλίο με την φθαρμένη ράχη, τον τίτλο του οποίου δεν έμαθε ποτέ…