Τα πληγωμένα γόνατα

Δεν ξεκίνησε διαφορετικά η μέρα εκείνη. Δεν άλλαξε τίποτα γι’ αυτούς που περίμεναν στο μετρό ή στο ντύσιμο της σερβιτόρας στο απέναντι καφέ. Και τι εγωιστής που θα ‘μουν αν ζητούσα κάτι τέτοιο, απλά και μόνο επειδή πέθανα εγώ ν' αλλάξει λέει ο κόσμος. 

Ήταν απλά Δευτέρα.

Το ‘ξερα πως πέθανα, από την πρώτη στιγμή, που πήγα να ρίξω νερό στο πρόσωπό μου και δεν υπήρχε κανείς να με κοιτάξει απ’ τον καθρέφτη. Στο κρεβάτι κοιμόταν ακόμα η γυναίκα κι ο γιός μου και δίπλα τους το σώμα του ανθρώπου που υπήρξα, αφύσικα άκαμπτο ακόμα και σαν εικόνα. Πως να τους αποχαιρετίσω; Πως να τους πω πως τους άφησα μόνους; Έσκυψα μόνο για λίγο, ακούμπησα τα χείλη μου στα δροσερά του μάγουλα και τα μαλλιά της, θησαυροί που πια δεν μου ανήκαν, κι έφυγα. Πήγα στην κουζίνα και ντύθηκα εκεί για να μην ακουστεί η ζώνη ή τα ψιλά στην τσέπη. Δεν σκέφτηκα στιγμή να επιστρέψω στην ζωή, το ‘χα πια πάρει απόφαση. Ήξερα πως δεν ήταν όνειρο, δεν ξέρω να το εξηγήσω, το ένιωθα μέσα μου πως δεν υπήρχε ζωή. Ήθελα μονάχα να ουρλιάξω από την απελπισία. Εγώ τους άφησα, εγώ έφυγα, εγώ δεν θα ήμουν δίπλα τους σε όσα ζήσουν.


Πήγα στο σταθμό των τρένων, περίμενα όπως κάθε μέρα λες και θα πήγαινα στην δουλειά, ίσως τελικά κι αυτός ο θάνατος να μην ήταν κάτι μόνιμο, ίσως μια πρόβα
(το ‘ξερα),
ένα μάθημα για να αναθεωρήσω την ζωή μου
(το ‘ξερα πως ήμουν νεκρός),
μια στιγμή μονάχα, θα πάω στη δουλειά
(νεκρός),
θα φτάσω νωρίτερα, δεν πήρα και το κινητό, θα τους ξυπνήσει το ξυπνητήρι
(δεν θα γυρίσω πίσω)
και θα περιμένουν μάταια να το κλείσω.
(ποτέ).
Μάταια.
Ποτέ.
Νεκρός.
Ούρλιαξα.


Ανάμεσα στους άγνωστους, τους εργάτες, τους αργόσχολους. Κανείς δεν γύρισε να με κοιτάξει. Φοβήθηκα. Έβαλα τα κλάματα. Με το στόμα μισάνοιχτο, σάλια στάζαν στα χείλη μου. Γονάτισα. Έκλαιγα με αναφιλητά.
Κι είδα τ’ αγόρι εκείνο να με κοιτάζει λυπημένο. Μα ίσως να μην λυπόταν για μένα παρά για τον εαυτό του. Γιατί φορούσε το κόκκινο σορτσάκι που του φόρεσε η μητέρα του την πρώτη μέρα στο σχολείο, λίγο πριν τον αφήσει κλαίγοντας κι εκείνος τότε μόνο φοβήθηκε, όταν την είδε να κλαίει, τότε κατάλαβε πως στην ζωή του συνέβηκε κάτι πολύ σημαντικό.


“Σα να μου φαίνεται πως δεν καταφέραμε και λίγα στην ζωή μας” του πα. “Αλλά θα ‘θελα να ξαναγυρίσω σ’ εκείνη την μέρα. Γιατί εγώ ποτέ δεν θα δω τον γιό μου να πάει σχολείο (ποτέ) γιατί τώρα είμαι νεκρός”.
Ακούμπησε το χεράκι του τότε στον ώμο μου και μου χαμογέλασε. Τα γόνατά του ήταν πληγωμένα. Τα νιωθα να με τσούζουν καθώς σηκωνόμουν. Το αγόρι μου χαμογέλασε και πιάνοντάς με απ το χέρι, όπως έπιανα κάποτε την μητέρα μου, επιστρέψαμε στο σπίτι.