Απολογία

Αφού ήδη ακούσατε τις μαρτυρίες των τρίτων, αυτών δηλαδή που έχουν την λιγότερη σημασία, ήρθε η ώρα ν' ακούσετε κι εμένα. Δεν σας ζητώ να με δικαιολογήσετε ή έστω να νιώσετε κάποια συμπάθεια, δεν με απασχολεί κάτι τέτοιο. Διψώ να σας διηγηθώ τα γεγονότα για έναν και μόνο λόγο.

Για να τα ξαναζήσω.

 

Ξέρετε φυσικά πως ο άνθρωπος αυτός που ειρωνικά αποκαλέσατε ως “θύμα” μου κατέστρεψε την ζωή. Το ξέρετε αυτό σαν μια πληροφορία που διαβάσατε κάπου, ίσως μάλιστα να σκεφτήκατε πως οι διηγήσεις των μαρτύρων υπεράσπισης ήταν σκόπιμα υπερβολικές. Εγώ το ίδιο θα έκανα στην θέση σας, είμαι σίγουρος. Μα κι εσείς το ίδιο θα κάνατε στην δική μου.

Μην διαμαρτύρεστε παρακαλώ. Κολακεύστε τους εαυτούς σας πιστεύοντας πως είσαστε διαφορετικοί, μοναδικοί, καλοί! Η αλήθεια όμως είναι –την αλήθεια αναζητούμε σ' αυτή την αίθουσα εξάλλου– πως μέχρι την στιγμή που μπήκα σ' εκείνη την κρεβατοκάμαρα κρατώντας το γιαταγάνι, σε τίποτα δεν διέφερα από εσάς.

Το γιαταγάνι ήταν εύκολο να το προμηθευτώ, από ένα μαγαζί στο κέντρο με παλιά διακοσμητικά αντικείμενα. Ήταν κακοσυντηρημένο και αναμφίβολα κακής ποιότητας. Τρείς μέρες το τρόχιζα, σίγουρος πως ποτέ δεν θα το χρησιμοποιούσα. Πως θα δείλιαζα την τελευταία στιγμή. Όπως λέει κι αυτό το ποίημα “σίγουροι πως θ' αναβάλλουν κατά βάθος”. Θ' αναρωτιέστε γιατί επέλεξα ένα τέτοιο όπλο κι όχι κάτι πιο “καθαρό” ή πιο εύκολο. Ε, λοιπόν αν ήταν μαχαίρι ή πιστόλι θα με τρόμαζε. Δεν είμαι δα γεννημένος για τέτοια πράγματα.

Ειπώθηκε πως ο άνθρωπος αυτός με μείωνε διαρκώς και μ' εξευτέλιζε. Αυτές τις προσβολές σκεφτόμουν καθώς ήμουν σκυμμένος πάνω απ' την λεπίδα, τον έφερνα στο μυαλό μου, αυτή την απαίσια γερακίσια μύτη η οποία -τι ειρωνία της φύσης!- μοιάζει στην δική μου, τις μικρές σκοτεινές τρύπες που 'χε για μάτια, την εκνευριστική φωνή… Α, η φωνή! Ο ήχος του μετάλλου που τριβόταν κάτω απ' τα δάχτυλά μου ήταν μελωδία μπροστά της!

“Είσαι δειλός” μου ‘λεγε από τότε που τον θυμάμαι. Έπαιρνε εκείνο το περηφρονητικό ύφος σηκώνοντας το ένα φρύδι σαν μου μιλούσε κι όταν δεν το έκανε αυτό έκανε κάτι χειρότερο· με συμπονούσε! Τόνιζε τις λέξεις σα να ‘μουν ένας χαζός που δεν καταλαβαίνει. Αυτό έκανε και σαν με έδιωξε από το μαγαζί. “Α-πο-λύ-ε-σαι” μου ‘λεγε τονίζοντας τις συλλαβές λες κι ήθελε να σιγουρευτεί πως την επόμενη ημέρα δεν θα παρουσιαζόμουν για δουλειά.

Τον περίμενα στο δωμάτιό του το απόγευμα εκείνο. Ήταν η πρόβα μου, η στιγμή που θα ‘φτανα τόσο κοντά σε αυτό που ποθούσα, “σίγουρος πως θ’ αναβάλλω” φυσικά. Κρύφτηκα δίπλα από την κάσα της πόρτας, στο μισοσκόταδο, περιμένοντας ν' ακούσω τα κλειδιά της εισόδου. Θα σας το πω γιατί δεν είμαι σίγουρος τι μπορέσατε να διακρίνετε στις φωτογραφίες από τον τόπο του εγκλήματος. Όλη η επίπλωση φώναζε το πραγματικό του γούστο. Δίχως φαντασία, δίχως συνοχή, δίχως προσωπικότητα, τυχαία πεταμένα πολυτελή αντικείμενα και σκουπίδια σ’ έναν ακατάστατο χώρο. Ένας πίνακας που έδειχνε βάρκες στο ηλιοβασίλεμα, ένα μεταλλικό ρολόι που θύμιζε έργο του περασμένου αιώνα, τρείς καρέκλες διαφορετικών σχεδίων με πεταμένα ρούχα… Είχα αφήσει το παράθυρο μισάνοιχτο, όχι τελείως ανοιχτό για να μην του κινήσει το ενδιαφέρον αλλά ούτε κλειστό, για να φύγω γρήφορα μόλις μπει, χωρίς να με πάρει χαμπάρι. Κι όλο περίμενα στο μισοσκόταδο κοιτώντας πότε το μισάνοιχτο παράθυρο, πότε τους δείχτες του ρολογιού, πότε τα χείλη του που συλλάβιζαν την απόλυση ενός ηλίθιου.

Δηλώνω με βεβαιότητα πως η ώρα ήταν οκτώ και τέταρτο όταν μπήκε στο σπίτι. Το ξέρω γιατί μια δέσμη φωτός από το σαλόνι έπεσε πάνω στο μεταλλικό ρολόι. Η πρόβα μου είχε πετύχει. Βρισκόμουν κρυμμένος στο δωμάτιό του, κρατώντας ψηλά πάνω από το κεφάλι μου την κυρτή λεπίδα, περιμένοντάς τον να περάσει την πόρτα. Είχα αποδείξει στον εαυτό μου πως δεν φοβόμουν να φτάσω ένα βήμα πριν τον φόνο κι είχε φτάσει η στιγμή να φύγω.

Αλλά μου ήταν αδύνατο να κουνηθώ.

Εκείνες τις στιγμές η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, τόσο που νόμιζα πως θα σωριαζόμουν αν έκανα ένα βήμα, αν έπαυα να ακουμπάω την πλάτη μου στον τοίχο, τα γόνατά μου δίπλωσαν, το σώμα μου ήταν βαρύ κι ο δείκτης των δευτερολέπτων κατέβαινε ανάμεσα στο δύο και το τρία όπως θα κατέβαινε η λεπίδα αν την κρατούσε κάποιος άλλος, όχι εγώ, ποτέ εγώ δεν θα μπορούσα. Έμεινα ακίνητος τότε προσπαθώντας απλά να κρατήσω την αναπνοή μου υπό έλεγχο για να μην με ακούσει.

Άκουσα τα βήματα που τον φέρναν προς το μέρος μου.

Ήμουν αδύναμος ν’ αποφασίσω τι θα κάνω. Δεν μπορούσα να φύγω αλλά δεν μπορούσα και να συνεχίσω.

Ο δείκτης πέρασε στο τρία. Ένιωσα έναν ληγμό να τραντάζει το στήθος μου, πήγε στο τέσσερα, τα βήματα σταμάτησαν, έβαλε τα κλειδιά στην κλειδοθήκη, τώρα στο πέντε και πια το ξέρω πως ο δείκτης θα μου δώσει την λύση. Αν μπεί όσο κατεβαίνει θα είναι απλά η απόφαση της μοίρας, του χρόνου, η καταδίκη που αποφάσισε κάποιος άλλος.

Κι ο δείκτης κατεβαίνει κι άλλο. Μένουν δυο δευτερόλεπτα μονάχα και θα το βάλω στα πόδια, το παράθυρο εξακολουθεί να είναι μισάνοιχτο, τα γόνατά μου είναι σταθερά, ελέγχω την ανάσα μου, η πλάτη μου δεν ακουμπά στον τοίχο, έξι, ο δείκτης μόλις πέρασε το έξι και τώρα πια θ’ ανέβει, το πόδι μου σχηματίζει το πρώτο βήμα, έπειτα το δεύτερο, με απομακρύνουν απ’ το παράθυρο, βρίσκομαι στον διάδρομο, με βλέπει, γουρλώνει τα μάτια, τα χέρια μου πονάνε από το βάρος της λεπίδας, γουρλώνει τα μάτια κι ανοίγει το στόμα, θα μου μιλήσει και τότε κατεβάζω την λεπίδα.

Δεν πρόλαβε να μιλήσει. Ποτέ πια δεν θ’ ακούσω την φωνή του να με αποκαλεί γιό του.

Κι αν αναρωτιέστε αν μετάνιωσα, σας λέω πως όχι. Έφταιξε μόνο η στιγμή και τίποτ’ άλλο.