Το σφύριγμα

Είμασταν όλοι εκεί, καθισμένοι γύρω από εκείνη που συστήθηκε απλά ως Μ. και τίποτ' άλλο δεν αποκάλυψε για τον εαυτό της. Έτσι η ζωή μας απέκτησε ένα μυστήριο και μαζί ένα νόημα και μια αίσθηση περιπέτειας, για δεκαετίες ξεχασμένη. Εντάξει, παραδέχομαι πως η λέξη “ζωή” είναι ελαφρώς τραβηγμένη όταν κανείς αναφέρεται στον χρόνο των νεκρών, αλλά αν μας κοίταζε κάποιος ταξιδιώτης των άστρων εκείνο τον καιρό, σίγουρα θα μας θεωρούσε σχεδόν ζωντανούς.

 

Στην αρχή περιοριζόμασταν να της μιλάμε, ελπίζοντας πως θα την κάνουμε ν' απαντήσει, έστω από υποχρέωση. Μα οι μέρες περνούσαν κι εκείνη απλά χαμογελούσε στις ερωτήσεις μας ή σήκωνε τους ώμους απορρημένη. Εγώ τα 'βλεπα όλα αυτά και δεν μιλούσα, όχι γι' άλλο λόγο μα γιατί δεν ήξερα τι να ρωτήσω κάποια που 'χε την ομορφιά του ζωντανού. Ίσως και ν' αδιαφορούσα για κάτι τέτοιο, η ομορφιά δεν είναι δα κάτι χρήσιμο όταν βρίσκεσαι σ’ αυτή την κατάσταση, αλλά κρύβει ένα άρωμα βρεγμένης γης που η μνήμη μας έχει τόση πολλή ανάγκη. Κι έπειτα, έτσι όπως κοιτούσα γύρω μου, το σταχτί μας δέρμα και τις άδειες κόγχες (άραγε βλέπαμε στ' αλήθεια;) και τα χείλη μας έτσι που 'ταν ραμμένα (ή μήπως μιλούσαμε στ' αλήθεια;), όπως έβλεπα την διαφορά ανάμεσα στην Μ. και σε ολόκληρο τον κόσμο δεν είχα άλλη επιλογή, δεν ήταν συνειδητή η απόφαση να την θαυμάζω· ήταν απλά το μόνο πράγμα που μπορούσα να κάνω.

Όπως θα περίμενε κανείς από δυο ανθρώπους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους, δεν είχαμε τίποτα να συζητήσουμε. Ακόμα κι αν μιλούσε δηλαδή, δεν θα ήξερα τι να της πω. Οι ερωτήσεις των άλλων ήταν απλοϊκές κι αναμενόμενες. “Πως βρέθηκες εδώ; Σου λείπει ο κόσμος των ζωντανών; Μήπως ξέρεις την κόρη μου;”. Μεταξύ μας, ούτε κι εγώ θα απαντούσα σε τέτοιες ανοησίες. Κι έτσι όταν έτυχε να βρεθούμε μόνοι μας, απλά την κοιτούσα σπάζοντας το κεφάλι μου, να σκεφτώ κάτι ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον για κάποιον ζωντανό εννοώ, που έχει ακόμα τέτοιου είδους πάθη. Κι αφού δεν έβρισκα τίποτα, γνωρίζοντας πως ο χρόνος που είχαμε μόνοι μας θα τελείωνε και κάποιος ξένος θα ‘μπαινε ανάμεσά μας, αποφάσισα να μην πω τίποτα απολύτως, παρά να της ζητήσω να χορέψουμε.

Της έτεινα το χέρι μου ελπίζοντας πως χαμογελούσα. Μου έδωσε το δικό της. Κι αφού δεν είχαμε μουσική, ξεφύσηξα μέσα από τις κλωστές των χειλιών μου κι ακούστηκε σαν σφύριγμα· ένας σκοπός που δεν γνωρίζω αν υπάρχει ή αν τον σκαρφίστηκα εκείνη την στιγμή.

Είμαι σχεδόν σίγουρος πως είμασταν ακίνητοι και ήταν το σκοτάδι γύρω μας που στροβιλιζόταν. Μπορούσα να διακρίνω ξεκάθαρα τ’ αστέρια που σχημάτιζαν γραμμές και σχήματα και μόνο όταν το σφύριγμα σταματούσε, εξαιτίας της ανάγκης μου να γεμίσω τα πνευμόνια μου μ’ αέρα, επανέρχονταν στις μικρές φωτεινές κουκίδες που ήταν πάντα.

Έτσι έγινε λοιπόν, προκειμένου να σφυρίζω τον σκοπό ήμουν αναγκασμένος ν’ αναπνέω. Σίγουρα αυτό ήταν που της έκανε εντύπωση σ’ εμένα, ένιωσε το δίχως άλλο μια οικειότητα απέναντι σε κάποιον που της έμοιαζε σε κάτι. Κι έτσι μείναμε χορεύοντας για πολλή ώρα, αφού αν σταματούσα θα ξαναπέθαινα.

Δεν είχαν άδικο όμως οι νεκροί που την ρωτούσαν πως βρέθηκε εκεί, ανάμεσά μας. Ήταν σαφές πως δεν ήταν το κατάλληλο μέρος για μια ζωντανή. Αυτά σκεφτόμουν όσο χόρευαν τ' αστέρια, γιατί πια δεν σκεφτόμουν εμένα και την βρεγμένη γη μου, μα εκείνη. Πήρα τότε μια βαθιά ανάσα και την αποχαιρέτισα μ’ ένα τελευταίο σφύριγμα, μακρόσυρτο και θνητό.

Τίποτ’ άλλο απ’ τους καιρούς του θανάτου μου δεν θυμάμαι. Μόνο το “Μ.” συγκράτησα και την μυρωδιά της βρεγμένης γης κι εκείνον τον σκοπό που τελικά δεν έμαθα αν είναι από κάποιο τραγούδι υπαρκτό ή γέννημα της φαντασίας μου.