Δώρο

Σιχαίνομαι τα δώρα.

Δεν φταίει η ηλικία μου, δεν είναι μια παραξενιά απ' αυτές που αποκτά κανείς μεγαλώνοντας, ούτε το επάγγελμά μου ή η οικογενειακή μου κατάσταση. Ξέρω πολλούς παντρεμένους που πνίγονται στην ρουτίνα του γραφείου και των υποχρεώσεων και — ίσως ακριβώς γι' αυτούς τους λόγους— καλοδέχονται τα δώρα και κάθε είδους έκπληξη που σπάει την μονοτονία.

Όχι.

Αντιπαθώ τα δώρα γιατί άλλο δεν είναι παρά μια μορφή συμβολαίου. Κάποιος δίνει κάτι, περιμένοντας κάποια ανταπόδοση. Έπειτα εγώ θέλω να φτιάχνω μόνος μου τα δώρα μου, να είναι πιο προσωπικά, επομένως καταλήγω να δουλεύω για κάτι που δεν το ζήτησα εξ’ αρχής. Να, κάτι άγνωστοι μου κάνανε δώρο ένα βιβλίο τις προάλλες κι αμέσως σκέφτηκα πως θα 'πρεπε να τους το ανταποδώσω. Κι αφού ολόκληρο βιβλίο δεν προλαβαίνω να γράψω, θα πρέπει να σκαρφιστώ τουλάχιστον ένα διήγημα.

Για να βγάλω την υποχρέωση φυσικά.

Ήδη θ' αναρωτιέσαι για ποιόν λόγο κάποιοι άγνωστοι μου χάρισαν το βιβλίο. Το κίνητρο όπως και η ταυτότητά τους, δεν είναι παρά τα πιο ασήμαντα μυστήρια απ' όσα πρόκειται να σου διηγηθώ. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. Ίσως εσύ να σκεφτείς κάποια λύση που εγώ δεν βλέπω, παρασυρμένος απ' τους συναισθηματισμούς κάποιου που έχει βιώσει μια παράλογη ιστορία.

Συνηθίζω το βράδυ της Παρασκευής να δραπετεύω από τις υποχρεώσεις μου, όχι καμιά μεγάλη απόδραση είναι η αλήθεια, πηγαίνω σε μια συνοικιακή ταβέρνα και κάθομαι μόνος μου πίνοντας την μπύρα μου. Μια εφηβική αταξία περισσότερο, για να σπάει η μονοτονία. Την Παρασκευή που μας πέρασε δεν έκανα τίποτα διαφορετικό. Δεν άλλαξα την δίαιτά μου, την διαδρομή, ή το τραπέζι που κάθομαι συνήθως. Είχα προλάβει να πιω μονάχα δυο γουλιές από την μπύρα μου κι έτσι είμαι σίγουρος πως όσα ακολούθησαν δεν είναι αποτέλεσμα των φυσαλίδων της. Μόλις είχα ακουμπήσει το τσιγάρο στα χείλη μου όταν άνοιξε η πόρτα κι από το ρεύμα ο αναπτήρας έσβησε. Σήκωσα το βλέμμα προς μια γυναίκα που περπατούσε προς το μέρος μου ενώ η πόρτα πίσω της έκλεινε. Αναρωτήθηκα μήπως την είχα ξαναδεί αλλά δεν μου θύμιζε κάτι. Εκείνη στάθηκε μπροστά μου, άφησε ένα βιβλίο στο τραπέζι και είπε: “Αυτό είναι για σένα”. Έφυγε πριν προλάβω να κλείσω το στόμα μου κι ενώ προσπαθούσα να σκεφτώ τι ν’ απαντήσω.

Θα ‘πρεπε ίσως να είχα βγεί και να την ακολουθούσα, να της φώναζα πως είχε κάνει λάθος, αλλά το βιβλίο μου κέντρισε την περιέργεια. Έχω αδυναμία στα βιβλία, ιδιαίτερα σε όσα καταλήγουν στα χέρια μου με απρόσμενους τρόπους. Καθυσήχασα τον εαυτό μου με την σκέψη πως όταν καταλάβαινε το λάθος της θα ήμουν εκεί να της το επιστρέψω. Έπιασα το βιβλίο κοιτάζοντας ένοχα τριγύρω, λες και το ‘χα κλέψει. Ευτυχώς ο μοναδικός θαμώνας της ταβέρνας ήταν απασχολημένος να βλέπει έναν αγώνα στην τηλεόραση.

Το εξώφυλλό του ήταν κενό και δεν αναγραφόταν πουθενά ο τίτλος ή έστω τ’ όνομα του συγγραφέα. Πολλά από τα σύγχρονα μπεστ σελλερ θα βελτιώνονταν αν ακολουθούσαν το ίδιο παράδειγμα. Το άνοιξα στην πρώτη σελίδα εισπνέοντας με ευχαρίστηση το άρωμα του χαρτιού. Μια χειρόγραφη αφιέρωση μου έδωσε την ελπίδα πως το μυστήριο της άγνωστης γυναίκας θα λυνόταν αλλά αλλοίμονο...

“Με τούτο εδώ το βιβλίο θέλουμε να ευχαριστήσουμε τον κύριο με τα γκρι, που κράτησε τα λευκά παπούτσια της ψυχής μας καθαρά μέσα στον μικρόκοσμο των Παρασκευών μας, βάζοντας για οδηγό μια γαλάζια φάλαινα.”

Μισόκλεισα τα μάτια και την ξαναδιάβασα, απλά για να καταλήξω στο συμπέρασμα πως έπρεπε να γεμίσω το ποτήρι μου και παραλίγο να πνιγώ καθώς διάβαζα την υπογραφή.

“Με αγάπη:
Η επιμελήτρια της καρδιάς μας
E.T. go home
Το κορίτσι του Β2
Σκεπτομορφή
Θέλω και τρίτο κύκλο
3 εραστές
Endy Merfian
κ. Τσέχωφ
Ανταξία
Νόρα
Καυλιάρης στρουμφ
Το ζευγαράκι της Αγ. Παρασκευής
Γαλάζιο άνθος
Σώμα φτιαγμένο από πηλό
Το κορίτσι από τη Θήβα
Εγώ είμαι… Φωτεινή
Κράσος Κατρουτσάκης ή Δώρος Παιχνιδάκης ή Μπάμπης Σουγιάς ή Μαριγώ η ξεματιάστρα ή Κρότος Πιστολάκης ή Άβε και μα τον Δία”

Ποιοί είναι όλοι αυτοί, ιδέα δεν έχω. Σίγουρα όχι κάποιοι παλιοί συμμαθητές μου που αποφάσισαν να μου κάνουν πλάκα, ποτέ δεν θα ξεχνούσα κάποιον που υπογράφει ως ξαναμμένο μπλέ ανθρωπάκι, για να μην αναφερθώ καν στον τελευταίο με τα έξι ονόματα. Είναι αρχή μου, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, να μην συναναστρέφομαι ανθρώπους με περισσότερες από δύο προσωπικότητες.

Άφησα στην άκρη τα ερωτήματα που δεν μπορούσα να απαντήσω κι επικεντρώθηκα σ’ ότι είχα. Υπέθεσα πως οι άγνωστοι, για δικούς τους λόγους, επέλεξαν κάποιον τυχαία για να του κάνουν ένα δώρο. Ένα βάρος έφυγε από πάνω μου· δεν ήμουν εγώ η αιτία, μόνο βρέθηκα στο λάθος σημείο την λάθος στιγμή. Γύρισα την επόμενη σελίδα. Και την αμέσως επόμενη. Χάιδεψα τις άκρες των σελίδων που περνούσαν κάτω απ’ τον αντίχειρά μου ενώ η μυρωδιά μ’ έπνιγε.

Οι σελίδες ήταν κενές.

“Α, αν είναι έτσι κι εγώ διαβάζω όσα βιβλία θέλεις…” είπε ο ταβερνιάρης σκύβοντας από πάνω μου για να πιάσει το άδειο μπουκάλι.

Παρατήρησα πιο προσεκτικά τις σελίδες. Τις κοίταξα στο φως ελπίζοντας να διακρίνω κάποιο κρυφό μήνυμα ενώ αναζητούσα κάποιο ίχνος από άρωμα λεμόνι, βάση της αόρατης μελάνης που φτιάχναμε σαν πιτσιρικάδες. Μια στιγμή έστρεψα το βλέμμα μου, όσο για ν’ ανάψω τελικά το τσιγάρο, κι όταν ξανακοίταξα είδα έκπληκτος να εμφανίζεται ένα κείμενο σε μια σελίδα. Σιγανά, λες κι ο χρόνος πήγαινε ανάποδα και το ξεθώριασμα του καλοκαιρινού ήλιου υποχωρούσε, τα γράμματα γίνονταν όλο και πιο έντονα.

“Τι φτιάχνουν οι κερατάδες” με τρόμαξε ο ταβερνιάρης πίσω από την πλάτη μου, ενώ άφηνε το τασάκι.

Διάβαζα το αναδυόμενο κείμενο, την στιγμή που εμφανιζόταν. Ήταν για κάποιον που ‘χε χάσει τα δέλτα του κι έγραφε με βήτα. Δεδομένων των συνθηκών, δεν περίμενα κάτι φυσιολογικό.

Έπειτα εμφανίστηκαν κι άλλα διηγήματα. Ο Αδάμ που ‘χε ανοίξει μπακάλικο, ένα καναρίνι που πέθανε, μια γυναίκα που αγωνιζόταν για το σκυλί κάποιας που πέθαινε, κάτι παιδιά που παίζαν μουσικές καρέκλες με την εξουσία, μια νεκρή γιαγιά που επέστρεψε σ’ ένα Χριστουγεννιάτικο σπίτι, μια ερωτική πράξη που διακόπτεται από ένα παιδικό κλάμα στο απέναντι δωμάτιο, ένας εργάτης που δεν βιδώνει πια, κάτι παιδικοί βόλοι και τόσα άλλα που τώρα πια ξεχνώ… Ρουφούσα τα κείμενα την στιγμή που εμφανίζονταν, στην αρχή από φόβο μη σβήσουν, στη συνέχεια από ευχαρίστηση.

Κάποια στιγμή, κουρασμένος, άφησα το βιβλίο στην άκρη και κοίταξα έξω μα είχε πια νυχτώσει κι είδα μονάχα τον εαυτό μου. Σίγουρα ονειρευόμουν. Ή μέθυσα με ένα μπουκάλι μπύρα. Ή τρελάθηκα κι είχα παραισθήσεις. Χτύπησα το μάγουλό μου με την παλάμη μου κι ο πόνος μείωσε τις πιθανές εξηγήσεις κατά ένα τρίτο. Αλλά δεν είχα τρόπο να επιβεβαιώσω μόνος μου αν τελικά ήμουν τρελός ή μεθυσμένος. Κοίταξα τον νεαρό που είχε σηκωθεί όρθιος μπροστά στην τηλεόραση ξύνοντας με μανία τα μούσια του κι ύστερα πιάνοντας με απόγνωση το κεφάλι του. Πως τολμά να ασχολείται με τέτοιες ανοησίες την στιγμή που εγώ έχανα τα λογικά μου; Βέβαια το τρίποντο στο τελευταίο δευτερόλεπτο και η ανατροπή που τώρα έβλεπα σε επανάληψη είχε κάτι το εντυπωσιακό. Σχεδόν λυπήθηκα που δεν είχαν ανοίξει τον ήχο για να ακούσω τα ουρλιαχτά του εκφωνητή. Ο νεαρός αφέθηκε να πέσει στην καρέκλα του, το σώμα του λες κι ήταν άψυχο. Κανέναν οίκτο δεν ένιωσα για εκείνον, στο κάτω - κάτω της γραφής, ας διάλεγε καλύτερη ομάδα.

Ήταν όμως ο μοναδικός που μπορούσε να μου πει αν τρελάθηκα ή αν ο κόσμος γύρω μου επαναστάτησε απέναντι στους ίδιους του τους νόμους, αφού ο ταβερνιάρης δεν ήταν ακριβώς ο συνομιλητής στην γνώμη του οποίου θα μπορούσα να βασιστώ.

Συστήθηκα και του 'πα: “Απλά, άνοιξε αυτό το βιβλίο και πες μου τι βλέπεις.”

Πρέπει να ‘ταν το τρομαγμένο βλέμμα μου ή να ‘θελε να ξεχάσει την ήττα, μια φορά έπιασε το βιβλίο με μεγάλη προθυμία, κι αφού επεξεργάστηκε στιγμιαία το εξώφυλλο, άνοιξε στην τύχη κι άρχισε να διαβάζει.

“Κοίτα, εγώ είμαι συγγραφέας. Να, εδώ θα μπορούσε να το πάει σε συνειδησιακή ροή αλλά είναι πολύ δομημένο, θα ‘πρεπε να…”

Άφησε την φράση του μετέωρη γουρλώνοντας τα μάτια του.

“Τα κείμενα εμφανίζονται μόνα τους, έτσι δεν είναι;” Η φωνή μου έσπασε από την συγκίνηση.

“…το διόρθωσε, έσβησε και τις παραγράφους… Τώρα είναι καλύτερο. Τυπική συνειδησιακή ροή. Πως έγινε αυτό;”

“Άρα δεν είμαι τρελός!”

“Ή δεν θα ‘πρεπε να αισθάνεσαι μοναδικός…”

“Βήματα ήτανε, το είπανε στο ράδιο, στον Σκάι. Βγάλανε έκτακτο δελτίο.” μας ανακοίνωσε ο ταβερνιάρης.

“Το ‘ξερα!” συμφώνησε ο συγγραφέας και κοίταξε πάλι την τηλεόραση.

“Να συγκεντρωθούμε λίγο;” ρώτησα εκνευρισμένος. “Εδώ έχουμε ένα βιβλίο που γράφεται μόνο του!”

“Και διορθώνεται μόνο του” πρόσθεσε εκείνος. “Αν αρχίσουμε κάτι τέτοια, θα μείνω χωρίς δουλειά…”

Συζητήσαμε πολύ εκείνο το βράδυ, παρόλα τα “έκτακτα ανακοινωθέντα” που μας έφερνε ο ταβερνιάρης, ήμουν τυχερός που βρήκα ότι πιο κοντινό σε “ειδικό” υπάρχει για μια τέτοια περίπτωση. Για την οικονομία του διηγήματος θα συνοψίσω όσο μπορώ. Αυτό που μου συνέβαινε λεγόταν “μαγικός ρεαλισμός” και δεν υπήρχε συγκεκριμένο τέλος, ήταν σα να λέμε στο χέρι του συγγραφέα το πως θα το κλείσει. Συζητήσαμε τους πιθανούς τρόπους· ήταν σχεδόν φυσιολογικό πως ζούσα ένα διήγημα. Καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως οι άγνωστοι με τα παράξενα ψευδώνυμα ήταν και οι συγγραφείς των διηγημάτων, αντιστοιχήσαμε μάλιστα ψευδώνυμα σε κείμενα βάση του ύφους τους. Όταν του εξήγησα πως - όσο παράξενο κι αν ήταν το δώρο τους - εγώ ήμουν υποχρεωμένος να το ανταποδώσω με ένα διήγημα, μου πρότεινε να πάω σε κάτι σεμινάρια που έκανε αλλά έπρεπε να στείλω δείγμα γραφής πρώτα. Συμφωνήσαμε να γράψω μαγικό ρεαλισμό, μια και τον είχα πρόχειρο και πως ήταν όντως βήματα (αυτό το τελευταίο με βαριά καρδιά προκειμένου να μην εκτροχιαστεί και πάλι η συζήτηση).

Έκανα αιώνες να φτάσω στο σπίτι γιατί σταματούσα κάθε λίγο και λιγάκι προκειμένου να επαληθεύσω πως τα κείμενα εξακολουθούσαν να αλλάζουν, να σβήνουν και να προστίθενται καινούργια. Παρά τον πονοκέφαλο από τα κορναρίσματα και τους πανυγηρισμούς, διάβασα το βιβλίο τρείς φορές· τρία διαφορετικά βιβλία στο ίδιο χαρτί εννοώ. Κάποιες φορές ολόκληρα διηγήματα εξαφανίζονταν και παίρναν την θέση τους άλλα. Να, αυτό με τα βήτα και τα δέλτα λ.χ. έγινε ένα άλλο, για κάτι χώρες που γυρίζαν στο πλάι για να διώξουν κάτι ψύλλους.

Το βιβλίο ήταν δίπλα μου το επόμενο πρωί και το πρωί μετά απ’ αυτό κι αυτή την στιγμή που σου γράφω, διορθώνει ένα διήγημα για μια γυναίκα που ‘χε γίνει οθόνη υπολογιστή. Τους συγγραφείς δεν κατάφερα να τους βρω, αλλά αυτό δεν είναι παράξενο, βάση των στοιχείων που έχω. Εντυπωσιάστηκα πάντως, όταν είδα πόσα αποτελέσματα βρήκα στο internet για τα ξαναμμένα μπλε ανθρωπάκια, δεν αναφέρονταν όμως σε αυτό που ζητούσα. Ελπίζω.

Δεν ξέρω τι θα κάνω τώρα. Ετοιμάζομαι για τα σεμινάρια, προσπαθώ να συγκεντρωθώ στο διήγημα που πρέπει να επιστρέψω στους άγνωστους συγγραφείς (αν τους βρω ποτέ). Δεν έχω αποφασίσει ακόμα το θέμα. Το βιβλίο το ‘χω δείξει σε δυο φίλους, περισσότερο για να επιβεβαιώσω πως εγώ κι ο συγγραφέας δεν χάσαμε τα λογικά μας ταυτόχρονα, εξάλλου εκείνος μετά κι απ’ το τρίποντο στην λήξη του αγώνα, θα είχε έτοιμη την δικαιολογία. Στην ταβέρνα δύσκολα θα ξαναπάω, αφού τα μαθήματα θα γίνονται τις Παρασκευές σε κάποια δημοτική βιβλιοθήκη. Ποιός ξέρει τι αλλόκοτους τύπους θα συναντήσω πάλι εκεί· μην με παρεξηγείς αλλά πως να το κάνουμε, οι συγγραφείς είναι παράξενοι άνθρωποι που 'ρχονται έτσι, στα καλά καθούμενα και με μια λογοτεχνική δικαιολογία μας αναστατώνουν, με δώρα παράξενα γεμάτα λέξεις και νοήματα που αλλάζουν κι όλο αλλάζουν…