Το Παιχνίδι

Όταν με πλησίασαν για πρώτη φορά νόμιζα πως ήθελαν να κοροϊδέψουν έναν κακομοίρη, σαν τους πιτσιρικάδες που μου πετούσαν άδεια μπουκάλια πριν εξαφανιστούν στη νύχτα. Πως να πιστέψω πως πέντε καλοντυμένοι μεσήλικες μου πρότειναν να με κάνουν το μοναδικό τους κληρονόμο αν σκότωνα τυχαία έναν απ' αυτούς; Τους είχα ήδη στείλει στον διάολο όταν ο πιο ψηλός έβγαλε μια δεσμίδα χαρτονομίσματα και μου ‘πε πως θα ήταν δικά μου αν άκουγα χωρίς να τους διακόψω, αν απλά τους έδινα δέκα λεπτά από τον χρόνο μου -εγώ που από χρόνο ήμουν πλούσιος.

Η ιστορία τους ήταν τόσο παράξενη όσο αυτό που μου ζητούσαν. Πέντε άνθρωποι μαζεύονταν μια φορά στα πέντε χρόνια για ένα δείπνο. Ο μοναδικός ξένος στο δωμάτιο ήταν ένας σερβιτόρος που ‘χε βάλει σ' ένα τυχαίο ποτήρι δηλητήριο, διάφανο κι άοσμο, ενώ στα υπόλοιπα είχε βάλει νερό. Όλοι είχαν κάνει την διαθήκη τους κι άφηναν την περιουσία τους σ’ αυτόν τον ξένο που τους σέρβιρε κρασί· για τους τέσσερεις ήταν απλά νερωμένο αλλά για τον ένα, τον άτυχο, ήταν το τελευταίο ποτό της ζωής του. Την επόμενη ημέρα ο σερβιτόρος αποκτούσε την περιουσία του νεκρού με την υποχρέωση φυσικά, μετά από πέντε χρόνια, να 'ναι αυτός μέλος των πέντε που θ' αναζητούσε έναν άλλο τυχαίο σερβιτόρο, για ένα αντίστοιχο δείπνο.

Όλοι τους ξεκίνησαν από σερβιτόροι.

Με ρώτησαν αν ήμουν διατεθειμένος να σκοτώσω. Μου τόνισαν πως η περιουσία που θα κληρονομούσα θα μου ‘φτανε να ζήσω πλουσιοπάροχα για όσα χρόνια μου επιφύλασσε η τύχη αλλά πως θα βασανιζόμουν γνωρίζοντας πως κάθε πέντε χρόνια θα ρίσκαρα την ζωή μου. Τότε θα είχα μια άνετη κι ευτυχισμένη ζωή να χάσω. Αυτό ήταν και το νόημα του Παιχνιδιού όπως το αποκάλεσαν, μια φιλοσοφική θεώρηση της αξίας της ζωής και των ορίων που θέτει ο καθένας. Ήταν τόσο αλλόκοτο που αποκτούσε μια αληθοφάνεια· οι άνθρωποι που ‘χουν χρήματα αναζητούν συγκινήσεις που συχνά φαίνονται παράλογες στους υπόλοιπους.

Μου κόστισε μόνο μια ανάσα να δεχτώ. Εν μέρη γιατί ήθελα να δω αν εννοούσαν όσα έλεγαν· πως δεν ήταν μια φάρσα, ένα πείραμα για να δουν αν εγώ που δεν είχα τίποτα θα σκότωνα για ν' αποκτήσω τα πάντα. ‘Ίσως να ‘χαν βάλει και στοίχημα πάνω στην ηθική μου, να ‘ταν κι αυτό μέρος του Παιχνιδιού. Αλλά όσο συζητούσαμε τις λεπτομέρειες, αυτή η αίσθηση της αληθοφάνειας επέστρεψε. Με τα χρήματα έπρεπε ν' αγοράσω ένα καλό κοστούμι, να πλυθώ (επέμειναν σε αυτό) και να ‘μαι ευπαρουσίαστος. Θα πήγαινα σε μια συγκεκριμένη διεύθυνση να νοικιάσω μια μονοκατοικία με αυλή. Ήταν ήδη επιπλωμένη. Θ’ αναλάμβανα το μενού και Θα επέβλεπα τις ετοιμασίες για το δείπνο. Μου ‘δωσαν και το δηλητήριο που — όπως θα επιβεβαίωνα αργότερα - ήταν πράγματι άοσμο και διάφανο. Τους έδειξα την ταυτότητά μου, σημείωσαν τα στοιχεία μου για να ετοιμάσουν τις διαθήκες και μου την επέστρεψαν για το συμβόλαιο του σπιτιού. Χαιρετηθήκαμε σαν παλιοί φίλοι δίνοντας τα χέρια.

Ξάπλωσα στο χαρτόκουτο κοιτώντας τις λάμπες του δρόμου, έχοντας στο προσκεφάλι μου μια μικρή περιουσία. Κάποτε θα σκεφτόμουν πως θα ξεχρέωνα και θα μετρούσα με λύπη όσα μου ΄μεναν για να βγάλω τον μήνα μα τώρα απλά δεν ήξερα τι να τα κάνω. Κατά κάποιον τρόπο ήμουν ήδη πλούσιος.

Το μυαλό μου παρασύρθηκε σε όνειρα και φόβους που διαρκούσαν μια στιγμή κι έπεφταν το ένα πάνω στον άλλο σα νυχτοπεταλούδες που χτυπούν στον τοίχο δίπλα απ’ το φωτάκι νυκτός κι ο ήχος τους μοιάζει με τις χοντρές σταγόνες της βροχής στον τσίγκο μα εγώ δεν χρειάζεται πια ν’ ανησυχώ για την βροχή, μόνο να σκοτώσω πρέπει, έναν άνθρωπο, έναν άγνωστο που μόνος του θα πιάσει το ποτήρι, που ο ίδιος μου ζήτησε να γίνω ο φονιάς του. Θα ‘ναι παγίδα βέβαια, τ’ αποτυπώματά μου θα βρεθούν πάνω στο μπουκάλι, το ενοικιαστήριο στ’ όνομά μου, η εταιρία που θα φέρει τα φαγητά θα γνωρίζει μονάχα το δικό μου πρόσωπο αλλά δεν θα ‘ναι το δικό μου, τι με πιάνει και φοβάμαι, θα ‘ναι ένας άνθρωπος με περιποιημένο κοστούμι, καθαρός, απ’ αυτούς που ‘χουν πολλά να χάσουν, που ταξιδεύουν και τους μιλάν με σεβασμό κι ο κόσμος τους δείχνει και λέει “έτσι θέλω να γίνω” κι ούτε τσίγκους ούτε χαρτόκουτα θυμούνται γιατί κοιτούν μπροστά και θα ‘πρεπε να ‘μαι πολύ προσεκτικός, τίποτα να μην πιώ και τίποτα να μην φάω εκείνο το βράδυ, άλλος είναι να πεθάνει και πως να εμπιστευτείς αυτούς που ‘χουν ήδη σκοτώσει; Μα είναι άνθρωποι σαν εμένα, που τους δόθηκε η ευκαιρία. Και μετά από πέντε χρόνια; Σάμπως θα ζω τότε στα χαρτόκουτα και την βρωμιά, την ώρα που το παιδί μου θα μεγαλώνει κάποιος άλλος κι εγώ ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο με τις κολλημένες τσίχλες, τη μπόχα από τα κάτουρα τα δικά μου και των άλλων, τα βλέμματα των παιδιών -που κανένα τους δεν είναι το δικό μου- όταν αντικρύζουν ένα τέρας, όχι, εγώ θα ‘μαι άλλος, ποτέ το δάχτυλο δεν θα με δείχνει μ’ αηδία κι ούτε θα τρομάζω τις γυναίκες που περπατάν μονάχες τους τη νύχτα αλλά θα ‘πρεπε· γιατί θα ‘μαι ένας φονιάς, όμως κανείς δεν φοβάται έναν τέτοιο όταν φορά ωραίο κοστούμι κι είναι κι αυτά τα παπούτσια που ‘ναι τρύπια και τα βρωμόνερα της πόλης μπαινοβγαίνουν μέσα τους και μέσα μου και τα πόδια μου γίνονται βαριά κι η ανάσα μου βαριά και τότε κλαίω όπως τώρα μα δεν φαίνεται κι ούτε πια ξέρω αν είναι από χαρά ή φόβο ή αηδία. Ας πέρναγαν πάλι εκείνοι οι νεαροί να μου πετάξουν τ’ άδεια μπουκάλια, να μου δώσουν το θάρρος να σκοτώσω, να με δω και να τρομάξω αλλά να θυμάμαι, πέρα από κάθε αμφιβολία, τι είμαι.

Το ξημέρωμα είχα έναν απίστευτο πονοκέφαλο. Νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο που πήγαινα πότε πότε για να πλυθώ, φόρεσα ότι πιο ευπαρουσίαστο είχα, έκοψα τα μαλλιά μου και ξυρίστηκα. Έζησα για τελευταία φορά την έκφραση αηδίας στο πρόσωπο του υπαλλήλου στο κατάστημα ρούχων. Του άφησα ένα γερό φιλοδώρημα κι είδα την καχυποψία στα μάτια του. “Δεν είμαι κλέφτης” ήθελα να του πω, αλλά μπροστά σ’ αυτό που ήμουν, ο κλέφτης ήταν τίτλος τιμής. Έβαλα την δεσμίδα με τα χαρτονομίσματα μέσα στις κάλτσες μου αφήνοντας λίγα μόνο στις τσέπες (για την περίπτωση που σκεφτόταν να μ’ ακολουθήσει) κι έγνεψα με ευγνωμοσύνη στον μαυροφορεμένο νέο που άκομψα παρακολουθούσε τις κινήσεις μου απ’ το πρωί, κάνοντάς με να νιώθω ασφαλής.

Πήγα στο σπίτι όπου θα σκότωνα, το νοίκιασα με τα χρήματα που μου ‘χαν δώσει και ζήτησα από τον ιδιοκτήτη φυλλάδια από εστιατόρια της περιοχής γιατί το βράδυ θα έκανα το τραπέζι σε κάτι φίλους. Παρήγγειλα ότι μου φαινόταν ενδιαφέρον δίχως να χολοσκάω αν θα τους άρεσαν οι επιλογές μου. Τακτοποίησα τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα με μαθηματική ακρίβεια, αντικαθιστώντας τα ψεύτικα μαχαίρια με άλλα που, αν και λιγότερο κομψά, κόβανε πραγματικά το κρέας. Καθάρισα με σχολαστικότητα τα ποτήρια, δίπλωσα τις πετσέτες και γέμισα το βάζο του σαλονιού με πέντε τριαντάφυλλα κομμένα απ’ την αυλή. Αφού τακτοποίησα την παραμικρή λεπτομέρεια, κάθισα στο μισοσκόταδο και κάπνιζα, προσπαθώντας να προβλέψω με ποιόν τρόπο θα πήγαιναν όλα στραβά.

Άρχισαν να καταφθάνουν λίγο μετά τις δέκα. Η μεταμόρφωσή μου τους έκανε εντύπωση και συμφώνησαν πως έκαναν μια καλή επιλογή. Είχα λέει ευγενικό βλέμμα, δεν ήμουν ένας μπεκρής ή κάποιος ψυχικά διαταραγμένος γι’ αυτό μ’ επέλεξαν. Τι παράξενο πράγμα να πεις σ’ έναν δολοφόνο!

Μιλούσαν ήρεμα, σχεδόν χωρίς συναίσθημα, μονάχα ένα αδιόρατο τρέμολο στο τσιγάρο τους ή στο ποτήρι με το μπράντι που και που. Μ' έζωσαν τα φίδια, οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν το βλέμμα αυτού που καταλαβαίνει πως θα πεθάνει· είχαν όμως πέντε ολόκληρα χρόνια για να συνηθίσουν στην ιδέα κι έπειτα, ίσως να πίστευαν πως ήταν τυχεροί. Μ’ έστειλαν να ετοιμάσω την τραπεζαρία γνέφοντας με νόημα.

Έβγαλα το μπουκαλάκι κι έσταξα το δηλητήριο. Έβαλα στα ποτήρια ίση ποσότητα νερού για να μην ξεχωρίζει κανένα. Ξεσκέπασα τις πιατέλες και τους κάλεσα στον χαμό τους.

Ήταν σιωπηλοί, τα βλέμματά τους επέστρεφαν συνέχεια στα ποτήρια τους.

“Πέρασε λίγο έξω σε παρακαλώ” μου 'πε κάποιος. “Είναι κάποια τελευταία πράγματα που θέλουμε να συζητήσουμε. Ιδιωτικά. Μην απομακρυνθείς, σε λίγο θα σε φωνάξουμε για να σερβίρεις το κρασί.” Έγνεψα και βγήκα στον κήπο. Ένα παιδάκι έριξε μια μπάλα από τ’ απέναντι μπαλκόνι κι η μητέρα του του ‘βαλε τις φωνές. Τους πέταξα την μπάλα και τους χαιρέτισα. Κοιτούσα τα πέντε κομμένα τριαντάφυλλα όταν με φώναξαν. Στην τραπεζαρία όλοι ήταν όπως ακριβώς τους είχα αφήσει.

Χαμογέλασα.

“Να σας σερβίρω;”

“Ναι. Ήρθε η ώρα να βάλεις κρασί. Πρώτα όμως, πάρε αυτό” είπε ένας και μου έδωσε έναν χαρτοφάκελο. “Είναι οι διαθήκες μας. Σε λίγη ώρα, μια από αυτές θα ‘ναι δική σου. Οι υπόλοιπες θα σκιστούν και θα ακυρωθούν απόψε. Έχεις κάτι να πεις;”

“Καλή επιτυχία” τους χαμογέλασα αποφεύγοντας το βλέμμα τους. Έβαλα κρασί στα ποτήρια, το χρώμα του ροζ απ’ το νερό που αποκτούσε το χρώμα του αίματος καθώς το κρασί αυξανόταν.

“Και τώρα, θα σε παρακαλούσαμε να περιμένεις έξω. Δεν θα θέλαμε να είσαι εδώ όσο ένας από εμάς… Να σε κοιτάξει στα μάτια εκείνες τις στιγμές… Θα σε φωνάξουμε όταν όλα τελειώσουν.”

Έγνεψα με κατανόηση κι έκλεισα προσεκτικά την πόρτα βγαίνοντας, γυρίζοντας απαλά το κλειδί. Τους άκουσα να λένε πως θα το κατεβάσουν μονοκοπανιά και πως κανείς δεν θα ‘πρεπε να διστάσει. Το είπανε λίγο πιο δυνατά απ’ όσο θα ‘πρεπε. Ακούμπησα την πλάτη μου στην πόρτα, λύγισα τα γόνατα και κάθισα στο έδαφος. Άναψα άλλο ένα τσιγάρο.

Στην αρχή δεν ακουγόταν τίποτα. Τι σπατάλη να μην φάνε πρώτα, θα πάνε χαμένα τόσα πράγματα. Ένα βογγητό ακούστηκε. Δεν είχαν πεινάσει φαίνεται, γι’ αυτό περιφρονούσαν το φαγητό.

Ψιθύριζαν, ένα ποτήρι έσπασε, κάποιος άφησε μια κραυγή πόνου.

Έφερα τον φάκελο στο πρόσωπό μου, μύριζε ωραία το χαρτί, σαν την πρώτη μέρα του σχολείου. Ήμουν παιδί κάποτε. Δεν ήμουν παιδί τώρα.

“Εσύ!” φώναξε κάποιος. “Έβαλες σε όλους μας!”

Θα τους πάρει λίγη ώρα να καταλάβουν, εγώ όπως πάντα είχα όσο χρόνο ήθελα· εκείνοι όσο έδιναν στους εαυτούς τους.

“Έβαλες αληθινό δηλητήριο; Δολοφόνε!” “Τι λες; Αυτός εκεί έξω! Εγώ ποτέ δεν θα…” “Μπάσταρδε!” “Το ‘ξερα…”

Κι εγώ ήμουν μπάσταρδος, δεν ήταν δα και τόσο τραγικό, πάντα βρισκόταν και για μας ένας πρόθυμος να μας μαλώσει, να μας φωνάξει… Ένας πατριός! Τι άσχημη λέξη!

“Ας ηρεμίσουμε!” “Μας δηλητηρίασες!” “Βλάκα, δεν βλέπεις πως κι αυτός υποφέρει;”

Κάποιος προσπαθούσε να ξεράσει.

Κι αφού μας φωνάξει, όταν ήμασταν πολύ κακά παιδιά, ο πατριός ήταν πρόθυμος να μας σπάσει την μύτη. Κι αν είμασταν και πάλι κακά, κακά παιδιά…

“Πως θα μπορούσε να μας δηλητηριάσει ηλίθιε; Εσύ έχεις το δηλητήριο! Στην τσέπη σου είναι!”

Μια φορά είχα βάλει αλάτι στο κατρουτσάκι του για να τον εκδικηθώ. Συμπτωματικά ήταν η μέρα που δοκίμαζε το καινούργιο κρασί του. Ξίνισε τα μούτρα του όταν το δοκίμασε, είχε ένα βλέμμα απελπισίας, τόσος κόπος χαμένος, η καινούργια σοδειά ήταν χάλια, θα ‘πρεπε να το πετάξει.

“Μα αφού του έδωσα νερό, που το βρήκε το δηλητήριο; Υποτίθεται πως ένας από ‘μάς θα παρίστανε τον νεκρό, ο βλάκας θα ‘ρχόταν στο δωμάτιο, θα κάναμε μια πρόποση για τα πλούτη που τον περιμέναν και θα έπινε το πραγματικό δηλητήριο που θα είχαμε στάξει στο ποτήρι του! Να το, εδώ το έχω! Βλέπεις; Είναι ακόμα γεμάτο!”

Α, ώστε αυτό ήταν το σχέδιό. Έξυπνο. Όχι αρκετά.

Εκείνος απελπιζόταν για το γαμημένο το κρασί κι εγώ γελούσα και του ‘λεγα πως του ‘χα βάλει αλάτι κι εκείνος ξεφύσαγε μ’ ανακούφιση την μια στιγμή, την επόμενη μου πετούσε με δύναμη το ποτήρι στο κεφάλι κι εκείνο έσπαζε και το αίμα μου έτρεχε μέχρι τα χείλη και ποτέ δεν σταματούσε, θάλασσα ολόκληρη κι εκείνος μ’ έκλεινε στο δωμάτιο το δίχως παράθυρα, με το φωτάκι νυκτός κι οι νυχτοπεταλούδες χτυπούσαν στον τοίχο κι η βροχή χτυπούσε στον τσίγκο κι εγώ χτυπούσα με τις μικρές γροθιές μου την πόρτα μα δεν μ’ άνοιγε κανείς.

“Άνοιξε την πόρτα βρε αλήτη! Τι μας έκανες; Φονιά!”. “Άσ’ τα αυτά, αυτός γιατί να διακινδυνεύσει να χάσει την περιουσία, αλλά θα σε πάρω μαζί μου ρε!” “Φύγε, φύγε είσαι τρελός, ας τον σταματήσει κάποιος!” “Καλά θα σου κάνει δολοφόνε!”

Έφτασα τα δεκατρία, τον περίμενα στον δρόμο· εκείνη την ώρα δεν περνούσε ψυχή. Τρέκλιζε, ήταν πάντα μεθυσμένος τότε κι εκείνο το βράδυ όλα ήταν ίδια όπως κάθε βράδυ. Τον περίμενα, τον χτύπησα με μια πέτρα και μετά τον χτύπησα ξανά και ξανά και ξανά και ξανά…

“Σταμάτα βρε βλάκα, μην τον χτυπάς! Είσαι τρελός; Ένα Παιχνίδι είναι, ένα γαμημένο παιχνίδι που πήγε στραβά! Θα σκοτώναμε κάποιον που ήταν διατεθειμένος να μας σκοτώσει για τα χρήματα και καμιά τύψη δεν θα ‘χαμε. Κι ούτε θα ‘ψαχνε κανείς έναν άστεγο. Δεν θα μας συνέδεαν με το σπίτι γιατί όλα αυτός τα είχε κάνει. Και θα περνούσαμε το πιο έντονο Σαββατόβραδο που θα μπορούσαμε να ζητήσουμε! Πως πήγαν όλα στραβά;”

Δεν είχαν πάει ακόμα τόσο στραβά. Αλλά όσο περισσότερα άκουγα, τόσο περισσότερο πίστευα σ’ αυτούς. Δεν θα μ’ απογοήτευαν.

“Άσε κάτω το μαχαίρι!” “Πεθαίνω ρε, μαζί μου θα σε πάρω” “Πούστη, επίτηδες το κάνεις!” “Πονάω ρε! Ανοίξτε την πόρτα. Τώρα.” “Μαζί μου ρε καργιόλη…” “Αυτός έχει το κλειδί!” “Τολμάς να πεις για μένα ρε;” “Τον σκοτώνεις ρε μαλάκα, βοήθεια, βοήθεια!”

Δεν συνέδεσαν ποτέ την δολοφονία του πατριού μου μ’ εμένα. Όπως ήταν στατιστικά πιθανό, είχε μπλεχτεί σ’ έναν καυγά λίγο νωρίτερα. Τα ‘ριξαν όλα πάνω σ’ αυτόν με τον οποίο είχε τσακωθεί. Κι εγώ δεν ξανακλείστηκα στο δωματιάκι. Και τώρα… Έχω αυτόν τον φάκελο κι ένα μέλλον να με περιμένει.

“Αιμορραγεί.” “Πεθαίνω.” “Πάρε κι αυτή ρε…” “Βοήθεια.” “Ωχ…”

Είν’ απίστευτο πως μπορεί να ξεχάσει κανείς το παρελθόν όσο η ζωή του πάει καλά. Σπούδασα. Έπιασα μια καλή δουλειά. Άνοιξα την δική μου επιχείρηση. Έκανα οικογένεια, ήρθε στον κόσμο ένας άνθρωπος που ήταν το μισό μου. Μετά ήρθαν τα χρέη. Πνιγόμουν. Έχασα τ’ αυτοκίνητο, την δουλειά, το σπίτι. Η γυναίκα μου μ’ άφησε γι’ άλλον. Το παιδί μου θα μεγάλωνε μ’ έναν πατριό. Τότε επέστρεψε κι ο δικός μου. Τον έβλεπα στα πρόσωπα των νεαρών που περνούσαν δίπλα μου τα βράδια όταν μου πετούσαν άδεια μπουκάλια. Σε κάποιους απ’ αυτούς άφησα σημάδια. Να με θυμούνται όπως εγώ εκείνον.

“…” (βογγητά)

Έριξα καθαρτικό στο κρασί, ενώ στα ποτήρια έβαλα μόνο νερό. Αντικατέστησα τα μαχαίρια από τ’ ακριβό σερβίτσιο με πραγματικά, ακονισμένα μαχαίρια κι ήξερα πως μόλις άρχιζαν να πονούν οι κοιλιές τους θα κατηγορούσαν ο ένας τον άλλον πως κάποιος τους δηλητηρίασε πραγματικά. Δεν σκότωσα κανέναν τους, απλά τους έδωσα το όπλο και το κίνητρο. Δεν περίμενα πως είχαν μαζί τους πραγματικό δηλητήριο που προοριζόταν για ‘μένα, αλλά αυτή η λεπτομέρεια ήταν απίστευτα βολική. Για φαντάσου λοιπόν. Θα με σκότωναν για ένα βράδυ διασκέδασης.

“.”

Όταν έσβησαν και τα τελευταία βογγητά ξεκλείδωσα την πόρτα κι έβαλα το κλειδί από την μέσα πλευρά. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο αίματα. Ήταν όλοι νεκροί. Πήγα στο σαλόνι και πήρα την αστυνομία.

Το ξέρω πως δεν με πίστεψαν αλλά δεν είπα ψέματα. Ήμουν άστεγος, με πλησίασαν πέντε άγνωστοι, μου ‘δωσαν χρήματα, μου ζήτησαν να νοικιάσω ένα σπίτι και να οργανώσω ένα δείπνο. Μου 'δωσαν να κρατήσω έναν φάκελο. Δεν τον άνοιξα ποτέ. Μόλις τους σέρβιρα το κρασί μου ζήτησαν να βγω έξω. Πήγα στον κήπο, με είδαν οι γείτονες. Ρωτήστε την κυρία με το παιδί από απέναντι. Όταν επέστρεψα τους βρήκα όλους νεκρούς.

Προσπάθησαν να με κάνουν να πέσω σε αντιφάσεις αλλά δεν είχαν κανένα στοιχείο εναντίον μου. Με ταλαιπώρησαν αρκετά αλλά εγώ έμεινα πιστός στην ιστορία μου, λέγοντας πάντα την αλήθεια ή έστω ένα μέρος αυτής. Δεν κατάφερα να εισπράξω πλήρως τις διαθήκες φυσικά, οι συγγενείς προσπάθησαν να τις προσβάλλουν αλλά καταλήξαμε σε συμβιβασμούς. Πήρα λιγότερο από το ένα τρίτο καθενός από τους πέντε, πολλά περισσότερα απ’ όσα θα μου φτάναν για να ζήσω όπως θέλω για χίλια χρόνια.

Τώρα πια έχω ξεχάσει τα χαρτόκουτα, τον πατριό, και τα ονόματα των πέντε ευεργετών μου. Η ζωή μου πάει καλά, η γυναίκα μου επέστρεψε και μεγαλώνω ο ίδιος το παιδί μου. Κάποιες στιγμές μόνο με πιάνει μια ανία, η βαρεμάρα μιας στάσιμης ζωής χωρίς προβλήματα, χωρίς συγκινήσεις, χωρίς ρίσκα. Τότε σκέφτομαι να κάνω κάτι να νιώσω ζωντανός. Βέβαια ξέρω από πείρα πόσο στραβά μπορούν να πάνε όλα μα θα σκεφτώ τους κανόνες απ’ την αρχή· μια μέρα θα σχεδιάσω το τέλειο Παιχνίδι…