Η φθαρμένη ράχη

Εκείνη την ημέρα πέθανε ο τελευταίος άνθρωπος που διάβασε ποτέ βιβλίο. Είχε παραδεχτεί δημόσια πως ντρεπόταν γι' αυτή του την παιδιάστικη ασχολία αλλά αλίμονο, δεν μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω. Έλεγε πως αδυνατούσε να βγάλει το βιβλίο απ’ το μυαλό του, σαν να το διάβασε την προηγούμενη μέρα και καλωσόριζε τον θάνατο που ήταν, τελικά, η μοναδική θεραπεία για κάτι τέτοιες αρρώστιες της μνήμης.

Περισσότερα...

Οι λεμονιές την άνοιξη

Η άνοιξη για μένα ήταν τ’ απέραντα λιβάδια και τ’ αεράκι στα γόνατα, η μέρα που διαρκούσε όσο μια εξερεύνηση κι η νύχτα που ευωδίαζε παιδική ανεμελιά. Μόνο που ‘χα κι αυτή τη ρημάδα την αλλεργία που μ' έκανε να κλείνομαι στο σπίτι όταν περισσότερο από ποτέ ήθελα να δραπετεύσω.
Ήταν ένα απ'τα πρώτα απογεύματα της άνοιξης τότε που πήγαμε στ' Οριστάνο με την σχολή, μόλις μια ώρα με το τρένο. Η Μάρτα προχώρησε μπροστά δήθεν τυχαία κι εγώ ανέμελα την ακολούθησα χαζεύοντας το τοπίο, μέχρι που βάλαμε ανάμεσα σε μας και τους συμφοιτητές μας την σκουριασμένη περίφραξη ενός περιβολιού με λεμονιές.

Περισσότερα...

Παντελής Φυσφιρίγγος

Τα παιδικά χρόνια

Ο Φυσφιρίγγος γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιανουαρίου του 1980. Οι γονείς του ήταν ακροβάτες, μία τέχνη για την οποία ο Φ. έδειξε την αποστροφή του από μικρός, θεωρώντας απαράδεκτο το να ιδρώνει κανείς κατά την εργασία του [1].

Ο Φ. δείχνει από μικρός την ικανότητά του στην ζωγραφική. Σε ηλικία μόλις 5 ετών φτιάχνει το πρώτο του έργο με την ονομασία “Μαμά κοίτα, 'κόνη” στο οποίο απεικονίζεται μια μικροσκοπική μαύρη κουκκίδα σε κενό καμβά (ξυλομπογιά, 21x29.7 εκ. Εθνική Πινακοθήκη). Πριν ακόμα φτάσει στην ηλικία των 10 ετών, τα έργα του εκτίθενται σε μια σκηνή του Straordinario, του τσίρκο στο οποίο εργαζόταν η οικογένειά του. Καθώς το Straordinario περιοδεύει στην Ευρώπη, η φήμη του μικρού Φ. εξαπλώνεται κι είναι θέμα χρόνου να περάσει τον Ατλαντικό. Το 1992 γίνεται εξώφυλλο στο New Yorker με τον τίτλο “Ένας μικροσκοπικός θαυματοποιός - Πως ένα δωδεκάχρονο αγόρι αλλάζει την πορεία της τέχνης”. Οι γονείς του αποφασίζουν να τον γράψουν στην ΑΣΚΤ του Μιλάνο, όπου αποφοιτά σε ηλικία μόλις 15 ετών. Φιλοτεχνεί το (διάσημο σήμερα) “λάμπα αναμμένη και γύρω σκοτάδι” όπου απεικονίζεται μια μεγάλη λευκή βούλα σε μαύρο καμβά (ελαιογραφία, 12x12 εκ., Λούβρο).  

Περισσότερα...

Οι μεταξωτές κάλτσες

Δεν μπορούσα να τραβήξω το βλέμμα μου από τα πόδια της που 'ταν τυλιγμένα στις μεταξωτές κάλτσες, τις τόσο ντελικάτες και θηλυκές. Ο ανοιξιάτικος ήλιος τόνιζε τις καμπύλες τους και το μονότονο μουρμουρητό από τις ράγες έκανε την ατμόσφαιρα στο κουπέ ανυπόφορα ονειρική. 

Ήταν μια άγνωστη φυσικά, όπως ήμουν κι εγώ, ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν, ελεύθερος, κάποιος που θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σε οτιδήποτε ποθούσε εκείνη, προκειμένου να την κατακτήσει.

Περισσότερα...

Όταν σωπάσαν τα πουλιά

Είχε φανταστεί πολλές φορές τον θάνατό του, όπως κάθε στρατιώτης πριν ακόμα φύγει για το μέτωπο. Αλλά ο Φραντσέσκο δεν περίμενε πως θα τον έβρισκε εκεί, σ' εκείνο το χωράφι, μόνο, αν εξαιρέσει κανείς τον φονιά του φυσικά. Έναν στρατιώτη που είχε, τι ειρωνία, κι εκείνος κόκκινα μαλλιά, πράγμα σπάνιο στις χώρες του νότου. Το χαρακτηριστικό αυτό τον έκανε να νιώσει μια συμπάθεια για τον στρατιώτη, σαν να ήταν η οικογένειά του, ένας μακρινός του ξάδερφος ή ένας χαμένος αδερφός. Το 'ξερε λοιπόν, έτσι όπως ο ένας σημάδευε τον άλλο, ακίνητοι κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο του μεσημεριού, πως δεν θα πατούσε πρώτος εκείνος την σκανδάλη· καταλάβαινε πως επρόκειτο να πεθάνει. Αν μονάχα ήταν νύχτα ή αν ο κοκκινομάλλης στρατιώτης αυτός ήταν ένας μακρινός στρατιώτης του αντίπαλου στρατού, δεν θα δίσταζε. Μα τώρα απλά αναρωτιόταν μπας κι είναι αλήθεια όσα λένε για την στιγμή του θανάτου, πως βλέπεις δηλαδή όλη σου την ζωή να περνά μπροστά απ' τα μάτια σου.

Περισσότερα...