Το πρώτο πέταγμα

Μια φορά κι έναν καιρό, 

στην μαγεμένη πολιτεία των πουλιών…

Μα ποια είναι αλήθεια αυτή η πόλη; Το όνομα της, όπως γνωρίζουν εξάλλου όσοι ασχολούνται με τα πουλιά και κάθε λογής πετούμενα εκτός των αεροπλάνων και άλλων μηχανικών ζουζουνιών, είναι “Ουτσελιτσιτσιτσινησία” αλλά για λόγους ευκολίας μπορεί να την έχετε ακουστά και ως Ουτσιλία. 

 

Η Ουτσιλία, είναι χτισμένη σε ένα μεγάλο ιπτάμενο νησί που πετά πάνω από τα σύννεφα. Στο κέντρο της έχει ένα τεράστιο κάστρο, φτιαγμένο από σβόλους ξεραμένης λάσπης, κλαδάκια, φύλλα και στολισμένο με εκατοντάδες πολύχρωμα φτερά. Ω! Πόσα φτερά έχει! Γύρω από κάθε πόρτα και κάθε παράθυρο, υπάρχουν φτερά κόκκινα, κίτρινα και γαλάζια που ανεμίζουν στον δροσερό άνεμο σαν κουρτίνες! Έχει δεκάδες πύργους και εκατοντάδες δωμάτια και από τα μπαλκόνια μπαινοβγαίνουν όλων των ειδών τα πουλιά. Ακόμα και έντομα μπορεί να δει κανείς, που επισκέπτονται την πόλη για τις καθημερινές τους εργασίες, όπως οι μέλισσες και οι πεταλούδες! 

Στην μαγεμένη πολιτεία βασιλεύει η κουκουβάγια, η πιο σοφή από όλα τα πουλιά. Πολλοί προσπάθησαν να πάρουν την θέση της κι εκμεταλλεύτηκαν ότι καλύτερο είχαν για να την κερδίσουν. Κάποιοι χρησιμοποίησαν το τραγούδι τους, άλλοι τα όμορφα φτερά τους, άλλοι την δύναμη και την ταχύτητά τους, αλλά η σοφία κατάφερνε κάθε φορά, να νικά όλα αυτά τα προτερήματα. 

Η κουκουβάγια βασίλισσα, ονομάζεται Τσιριβέτα. Την ημέρα που αρχίζει η ιστορία μας, η Τσιριβέτα επισκέπτεται το σχολείο των πουλιών για την πιο σημαντική ημέρα στην ζωή κάθε πουλιού. Την ημέρα που μαθαίνει να πετάει! 

Εκείνο το πρωί, όλα τα μικρά πουλάκια κάθονταν σε μια μεγάλη πλατεία στο κέντρο του σχολείου και γύρω τους οι μεγάλοι συζητούσαν με καμάρι. 

“Να δεις που το δικό μου ξέρει ήδη να πετάει, από την πρώτη μέρα! Ταλέντο σου λέω μεγάλο!” έλεγε η Ράξα η καρακάξα για τον γιο της. 

“Εμένα η Δονούλα μου λέει πως δεν θέλει να πετάξει. Ο χορός δεν της αρέσει καθόλου, προτιμά να γίνει τραγουδίστρια για να μην κουράζεται κι όλα, πέρα δώθε, πέρα δώθε…” έλεγε το αηδόνι σοβαρό - σοβαρό. 

Τόσο δυνατά κελαηδούσαν οι μεγάλοι, που η καημένη η βασίλισσα Τσιριβέτα, απέκτησε πονοκέφαλο! 

“Κάντε λίγη ησυχία, παρακαλώ!” είπε με την βραχνή φωνή της κι αμέσως έπαψαν όλα τα κελαηδίσματα, από σεβασμό. “Σήμερα θα δούμε τα παιδιά μας να κάνουν το πρώτο τους πέταγμα στον κόσμο! Στο μέλλον θα πετάν συνέχεια και δεν θα τους κάνει εντύπωση, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θα ξεχάσουν την πρώτη τους φορά. Γιατί αυτή θα είναι ο πρώτος μικρός άθλος τους στον κόσμο. Ας τα χειροκροτήσουμε να τους δώσουμε θάρρος!”

Όλα τα πουλιά χτύπησαν τις φτερούγες τους με δύναμη, τιτιβίζοντας, κράζοντας και κελαηδώντας χαρούμενα. Φυσικά, με όλο αυτό τον σαματά, ο πονοκέφαλος της βασίλισσας επανήλθε! Έτσι, ανέλαβε η Καρδερίνα, η όμορφη δασκάλα, να προετοιμάσει τα πουλάκια… 

Τα μικρά πουλιά ήταν χαρούμενα, αλλά και λίγο φοβισμένα, γιατί αυτό που θα μάθαιναν εκείνη την ημέρα ήταν ταυτόχρονα καθημερινό και μαγικό. Καθημερινό, όπως εμείς οι άνθρωποι περπατάμε συνέχεια και δεν μας κάνει εντύπωση, και μαγικό, όπως το τραγούδι, η ζωγραφιά ή το βιβλίο που μας ταξιδεύει σε τόπους που τα πόδια μας δεν θα άντεχαν να μας πάνε.  Τα πουλάκια βγήκαν σε μια εξέδρα, στοιχισμένα το ένα πίσω από το άλλο και περίμεναν την σειρά τους για να πετάξουν. Από κάτω τους, τα σύννεφα περνούσαν αργά αργά στον καταγάλανο ορίζοντα. 

Πρώτος, έπρεπε να πετάξει ο Αστέρης, ένα μικρό περιστέρι γνωστό για την λαιμαργία του. 

“Ωχού, αφήστε με, εγώ δεν θέλω να πετώ, μια χαρά τα περνάω κυνηγώντας ψίχουλα στα πεζοδρόμια της  μαγεμένης πολιτείας. Τι δουλειά έχω εγώ εκεί κάτω, στον κόσμο των ανθρώπων;” μονολογούσε. Τα μεγάλα πουλιά χτύπησαν ρυθμικά τις φτερούγες τους και η δασκάλα του, μια χαριτωμένη καρδερίνα με κόκκινο κεφάλι, το έσπρωξε με την φτερούγα της. Το περιστεράκι χάθηκε μέσα στα λευκά σύννεφα…  

“Ω!” φώναξε ο Αστέρης καθώς έπεφτε στο κενό! Η φωνή του χάθηκε καθώς ξεμάκραινε. Τα υπόλοιπα πουλάκια κράτησαν την ανάσα τους ώσπου μετά από λίγο, να ‘σου το περιστεράκι *ΠΟΥΦ!*  πετιέται μέσα από τα σύννεφα και κάνει έναν μεγάλο κύκλο πάνω από την εξέδρα. Όλα τα πουλιά φώναζαν, έκρωζαν και κελαηδούσαν με χαρά!

“Μην φοβάστε παιδιά, το πέταγμα είναι υπέροχο πράγμα! Κι εύκολο που είναι… Δεν είναι και σαν τα ψίχουλα εδώ που τα λέμε, αλλά μια φορά είναι πολύ καλό! Μακάρι να το είχα μάθει νωρίτερα”.

Έπειτα ήρθε η σειρά του Τσιτσίφι, ενός μικρού κότσυφα που φοβόταν ακόμα και την σκιά του. 

“Ω! Όχι, δεν θέλω να πετάξω! Είναι πολύ ψηλά! Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ πάνω, ωραία και καλά και ήρεμα και ήσυχα… Ή έστω, να πετάξουμε από πιο χαμηλά. Να ακουμπάμε και με τα πόδια μας τον δρόμο, όχι τίποτα άλλο, μην πέσουμε και μετά… Αχ! Είμαι ένα κακόμοιρο κοτσυφάκι…”

Η δασκάλα η Καρδερίνα, το χάιδεψε στο κεφάλι με την φτερούγα της και του ψιθύρισε να μην φοβάται. Έπειτα, το έσπρωξε και χάθηκε κι αυτό μέσα από τα σύννεφα. 

Για λίγο τίποτα δεν έγινε. Και μετά από λίγο ακόμα, πάλι τίποτα. Αλλά αφού περιμέναν λίγο ακόμα… ξανά τίποτα! 

Τα πουλιά τιτίβισαν φοβισμένα μεταξύ τους. Βρε λες ο Τσιτσίφι το κοτσύφι να μην κατάφερε να πετάξει; Αγανακτισμένη η δασκάλα, βούτηξε από την εξέδρα και πήγε να τον βρει. 

Τα πουλιά κουτσομπόλευαν ανήσυχα. “Μήπως δεν ξέρει να πετάει;” ρωτούσε ένας πολυλογάς πράσινος παπαγάλος με κίτρινο λοφίο. “Αποκλείεται, αφού όλα τα πουλιά ξέρουν να πετούν!” του απάντησε βαριεστημένα ένας αετός.

Οι φήμες για την τύχη του φοβιτσιάρικου πουλιού έδιναν και έπαιρναν, ώσπου ξαφνικά *ΠΟΥΦ!* μέσα από ένα σύννεφο πετάχτηκε η δασκάλα και στο ράμφος της κρατούσε τον Τσιτσίφι. Το κακόμοιρο το κοτσυφάκι, είχε κλείσει τα μάτια του με τις φτερούγες του για να μην βλέπει. 

“Μα τι έγινε; Δεν πέταξες τελικά;” τον ρώτησε μια κουρούνα. 

“Ω! Πέταξα, φυσικά και πέταξα! Πέρασα μέσα από τα σύννεφα και πήγα κάτω, στην γη και κάθισα ωραία και καλά, πάνω σε ένα μεγάλο κλαδί.”

“Και γιατί δεν γύρισες πάνω στην πόλη μας παρακαλώ;” τον ρώτησε ξανά η κουρούνα.

“Ένα παράξενο πράγμα” είπε το κοτσύφι. “Με το που έμαθα να πετάω, συνειδητοποίησα πως έχω υψοφοβία! Κάθισα λοιπόν στο κλαράκι μου και δεν το κουνούσα ρούπι. Γιατί, που να ανεβαίνεις τώρα στα ψηλά, τα ψηλά είναι πολύ ψηλά και μπορεί να πέσεις στα χαμηλά, που είναι πολύ πιο χαμηλά από τα ψηλά! Τα ψηλά διαφέρουν από τα χαμηλά λόγω ύψους και το ύψος αν θέλετε να μάθετε, είναι η μεγαλύτερη αιτία πτώσεων!” είπε σοβαρό -σοβαρό το φοβητσιάρικο πουλί. 

“Μωρέ δεν κατάλαβα καλά τι είπες, αλλά δεν μπορεί, δίκιο θα έχεις!” του απάντησε προβληματισμένη η κουρούνα. 

 Έπειτα ήρθε η σειρά του Τσιουρίν. Ο Τσιουρίν είναι ένα πανέμορφο μικρό χελιδόνι, που από μια στιγμιαία έμπνευση της φύσης, αντί να είναι μαύρος με λευκή κοιλίτσα όπως όλα τα χελιδόνια, είναι κόκκινος! Το μικρό πουλί, ανέβηκε πάνω στην εξέδρα και κοίταξε τα σύννεφα από κάτω του με δέος. 

“Ποιος ξέρει τι υπάρχει κάτω από τα σύννεφα” αναρωτήθηκε. Οι φίλοι και οι γονείς του, του λέγανε πως κάτω από τον απέραντο ουρανό υπήρχε ένας πολύχρωμος, φανταστικός κόσμος. Ο κόσμος αυτός είχε τροφή και δέντρα και πεντακάθαρες λίμνες και πολύχρωμα λουλούδια και σπίτια ανθρώπων και πεταλούδες που στα φτερά τους είχαν όλα τα χρώματα του κόσμου! Αλλά είχε και κινδύνους, γι’ αυτό θα έπρεπε να είναι κανείς πολύ προσεκτικός όταν κατέβαινε εκεί! Μεγάλες γάτες, δυνατοί άνεμοι, βροχή και κεραυνοί ήταν μερικά μόνο από τα πράγματα που έπρεπε να προσέχει. 

Ο Τσιουρίν όμως δεν ένιωθε φόβο. Τα πολύ όμορφα πράγματα είναι και τα πιο δύσκολα στην ζωή, γιατί θέλουν κόπο για να κατακτηθούν. Έτσι, πήρε μια βαθιά ανάσα και, πριν καλά - καλά προλάβει να τον σπρώξει η δασκάλα Καρδερίνα με την φτερούγα της, βούτηξε στο κενό!

Στην αρχή έβλεπε μόνο σύννεφα ώσπου χάθηκε μέσα τους κι ολόκληρος ο κόσμος έγινε λευκός και υγρός. Για λίγη ώρα ο Τσιουρίν δεν καταλάβαινε τι γινόταν, μα όταν πέρασε τα σύννεφα και είδε την γη, τρομοκρατήθηκε! Προσπάθησε να κουνήσει τα φτερά του, αλλά μάταια! Ήταν πολύ αδύναμα για να μπορέσει να πετάξει… 

Η απέραντη πράσινη γη, με τα πολύχρωμα χωράφια και τα λαμπερά ποτάμια, πλησίαζε όλο και πιο γρήγορα. Εκείνος κουνούσε τα φτερά του βιαστικά, αλλά μάταια! Η γη έμοιαζε να έρχεται προς το μέρος του με τρομερή ταχύτητα… Τότε θυμήθηκε κάτι που του είχε πει ο μπαμπάς και η μαμά του, όταν ήταν πολύ μικρό χελιδονάκι και φοβόταν τη νύχτα και το σκοτάδι. 

“Αν θες να νικήσεις τον φόβο σου, να το κάνεις με λέξεις! Αν φοβάσαι το σκοτάδι, να μην περιμένεις το φως. Το φεγγάρι φωτίζει την νύχτα, αλλά είναι μόνο για λίγο. Κι αύριο το φεγγάρι θα είναι πιο μικρό και πιο μικρό, ώσπου θα έρθει μια νύχτα που το φεγγάρι δεν θα βγει καθόλου για να κάνει την βόλτα του στον ουρανό! Τα φεγγάρια και τα αστέρια είναι πράγματα στα οποία δεν μπορεί κανείς να έχει εμπιστοσύνη. Οι λέξεις όμως… Κανείς δεν θα σου στερήσει τις λέξεις όσο ζεις! Γιατί αυτές κρύβονται μέσα στο μυαλό και την καρδιά σου! Χρησιμοποίησε τις λέξεις ενάντια στον φόβο κι ο φόβος θα χαθεί!”

Ο Τσιουρίν, το κόκκινο χελιδονάκι που μάθαινε εκείνη την ημέρα για πρώτη φορά να πετάει, είχε φτάσει τόσο κοντά στην γη, που μπορούσε να δει τους ανθρώπους που πήγαιναν στα χωράφια για να ξεκινήσουν τις πρωινές τους εργασίες. Έπρεπε να χρησιμοποιήσει τις λέξεις, όσο πιο γρήγορα γινόταν! Αλλά, ποια λέξη διώχνει μακριά τον φόβο; Υπάρχουν τόσες πολλές…

Πήρε λοιπόν ανάσα και φώναξε την πρώτη λέξη που του ήρθε στο μυαλό. 

“Ελευθερία!” φώναξε και έκλεισε τα μάτια του για να μην βλέπει την γη που τον πλησίαζε γοργά. 

“Ελευθερία!” φώναξε μέσα στο μυαλό του και για λίγο ξέχασε τον κόσμο, το σχολείο, τους αγρότες και την πτώση από την μαγεμένη πολιτεία. 

Ξάφνου, ο αέρας γύρω του άλλαξε, δεν ήταν πια τόσο δυνατός. Άνοιξε τα μάτια του και είδε με έκπληξη πως… πετούσε! Είχε τα φτερά του ανοιχτά και γλιστρούσε στο άνεμο, τόσο απαλά και όμορφα! Χαρούμενος άρχισε να κάνει κύκλους, να χτυπά τα φτερά του για να πάρει ύψος και μετά να κάνει μικρές βουτιές πάνω από τα κεφάλια των χωρικών. 

“Ελευθερία!” φώναζε και γελούσε καθώς έπαιζε με τα φτερά του. 

Οι χωρικοί τον είδαν και μια γυναίκα έδειξε τον Τσιουρίν στον διπλανό της. 

“Μα τι παράξενο χελιδόνι είναι τούτο! Τι κάνει έτσι μόνο του και τι ασυνήθιστα χρώματα που έχει!” Ο χωρικός το κοίταξε για λίγο. “Και ποιος μπορεί να καταλάβει τα πουλιά;” την ρώτησε βαριεστημένα και συνέχισε την εργασία του. 

Αυτή ήταν η μέρα που ο μικρός Τσιουρίν πέταξε για πρώτη φορά. Μια μέρα που το μικρό πουλί δεν ξέχασε ποτέ του! Μόνο οι άνθρωποι ξέχασαν την συνάντησή τους με το κόκκινο χελιδόνι, όπως κάνουν όλοι αυτοί που δεν καταλαβαίνουν όποιον αγωνίζεται να πετάξει, τραγουδώντας για την ελευθερία…