Ο ήρωας

Μια φορά κι έναν καιρό, 

στην μαγεμένη πολιτεία των πουλιών…

…οι μέρες κυλούσαν ήσυχα και απλά. Ο Τσιουρίν, το κόκκινο χελιδόνι, τα περνούσε υπέροχα στο Σχολείο των Πτηνών, μαθαίνοντας καινούργια πράγματα και κάνοντας καινούργιους φίλους. Είχε ξεχωρίσει τον Αστέρη, το λαίμαργο περιστέρι και τον Τσιτσίφη, το φοβητσιάρικο κοτσύφι. Μια Κυριακή, που το Σχολείο ήταν κλειστό, οι τρεις φίλοι δεν είχαν τι να κάνουν κι όλο κατέστρωναν σχέδια για περιπέτειες. 

“Ω, τι ήρεμα που είναι εδώ πέρα…” παραπονιόταν ο Αστέρης. “Δεν υπάρχει τίποτα ενδιαφέρον να κάνει κανείς!”.

“Τι το κακό έχει η ηρεμία παρακαλώ;” απάντησε ο Τσιτσίφης. “Τι θέλουμε δηλαδή; Κινδύνους και περιπέτειες και τέτοια; Μωρέ μια χαρά είμαστε εδώ που καθόμαστε ωραία και καλά και ήρεμα και ήσυχα…” είπε το μικρό κοτσύφι και κούνησε τις φτερούγες του κατηγορηματικά. 

“Θα μπορούσαμε να πάμε να πετάξουμε όλοι παρέα!” είπε ο Τσιουρίν με την λεπτή φωνούλα του. “Θα μπορούσαμε να κατεβούμε στον κόσμο των ανθρώπων!”

“Ναι!” φώναξε ενθουσιασμένος ο Αστέρης το λαίμαργο περιστέρι που φανταζόταν ήδη σωρούς από ψίχουλα και λαχταριστό σουσάμι.

“Μα είστε καλά όλοι σας ή να βάλω τις φωνές;” διαμαρτυρήθηκε ο Τσιτσίφης. “Σάμπως δεν το ξέρετε πως ο κόσμος είναι επικίνδυνος, πως κυκλοφορούν γάτες με φουντωτές ουρές και κυνηγοί, που δεν ξέρω τι ακριβώς έχουν φουντωτό, αλλά είναι φοβεροί και τρομεροί;”

“Εγώ λέω να το δοκιμάσουμε! Ας μείνουμε ψηλά, ας μην κατέβουμε στην γη, εκτός πια κι αν δούμε καμιά λιχουδιά μόνη της σε μια πεδιάδα, οπότε θα πάρουμε ένα μικρό γεύμα και θα φύγουμε γρήγορα - γρήγορα!” φώναξε ενθουσιασμένος ο Αστέρης.

Με τα πολλά, τα δύο πουλιά κατάφεραν να πείσουν τον Τσιτσίφη να τα ακολουθήσει. Γιατί, για να τα λέμε κι όλα, φοβόταν τον κόσμο το μικρό κοτσύφι, αλλά περισσότερο φοβόταν να μένει μόνο του. Δεν υπάρχει κίνδυνος πιο φοβερός και τρομερός από την μοναξιά!

Οι τρεις φίλοι, άφησαν την μαγεμένη πολιτεία που την λένε Ουτσιλία και πέταξαν για πολύ ώρα πάνω από δάση, θάλασσες και βουνά. Κοίταζαν μαγεμένα τα χρώματα των δέντρων, άκουγαν το κελάρυσμα των νερών και χάζευαν τις ακτίνες του ήλιου που κρέμονταν σαν φωτεινές λωρίδες χαράς μέσα από τα σύννεφα. Όταν κάποια στιγμή κουράστηκαν, κάθισαν σε ένα κλαδάκι για να ξεκουραστούν. Από κάτω τους υπήρχε ένα κοτέτσι και σε μια άκρη του καθόταν ήσυχα μια κοτούλα.

“Μωρέ, λέτε να πάμε και να την πειράξουμε λιγάκι; Να σπάσουμε πλάκα! Οι κότες δεν μπορούν να πετάξουν κι έτσι η συγκεκριμένη δεν έχει πάει ποτέ στην μαγεμένη πόλη! Μπορούμε να της πούμε ότι θέλουμε κι αυτή θα το πιστέψει!” πρότεινε ο Αστέρης που είχε όρεξη για αταξίες. 

“Κάτι τέτοιο είναι λάθος!” διαμαρτυρήθηκε ο Τσιουρίν. “Γιατί να της πούμε ψέματα;”

“Μα τι φοβάστε; Ακόμα κι αν καταλάβει πως την κοροϊδεύουμε, σε ποιόν θα το πει; Κι έπειτα, οι κοτούλες είναι δειλές! Μάλιστα, δειλές! Έχετε ακούσει ποτέ την φράση “δειλός σαν κότα”; Ε, λοιπόν, εγώ θα κατέβω κι αν εσείς δεν θέλετε, ας μείνετε εδώ πάνω! Είσαστε κι εσείς αυτό ακριβώς! Κότες! Κο - κο κο!” είπε και έβαλε τις φτερούγες του στις μασχάλες, κοροϊδεύοντας τους φίλους του.

Ο Τσιτσίφης δεν είχε κανένα πρόβλημα να τον αποκαλέσουν κότα ή δειλό, φτάνει να έμενε μακριά από μπελάδες. Ο Τσιουρίν όμως ήταν περήφανος και δεν καταδεχόταν να τον αποκαλούν με υποτιμητικά επίθετα. Κι έτσι, αν και μέσα του ήξερε πως αυτό που έκανε ήταν λάθος, ακολούθησε τον Αστέρη. 

Τα δυο άτακτα πουλιά, κατέβηκαν στο κοτέτσι και άρχισαν να περηφανεύονται για την μαγεμένη πολιτεία, σκαρώνοντας χίλιες δυο φανταστικές ιστορίες. Η κοτούλα που δεν ήξερε, άκουγε με θαυμασμό όσα της λέγανε και στεναχωριόταν που δεν μπορούσε η ίδια να ανέβει εκεί ψηλά και να δει όλα αυτά τα θαυμαστά με τα ίδια της τα μάτια. Όσο περισσότερο γούρλωνε τα μάτια η κοτούλα, τόσο περισσότερα ψέματα έλεγε το λιχούδικο περιστέρι. Ο Τσιουρίν αισθανόταν άσχημα για όλα αυτά τα ψέματα κι έτσι σώπαινε. Ούτε τολμούσε να σταματήσει τον φίλο του, από φόβο πως θα τον αποκαλούσε “δειλό” και “κότα”.  

Εντωμεταξύ, η κοτούλα που όλη αυτή την ώρα άκουγε τις παράξενες ιστορίες χωρίς να λέει κουβέντα, άρχισε ξαφνικά να χαλάει τον κόσμο με τις φωνές τις! 

“Κο - κο - κο!” φώναζε και χοροπηδούσε σαν τρελή γύρω από τα δυο πουλιά. 

“Μωρέ τι μας λες;” της είπε ο Αστέρης. “Ούτε να μιλάς δεν ξέρεις μου φαίνεται! Χάναμε την ώρα μας μαζί σου…”

“Κο - κο - κο!” συνέχισε η κοτούλα, ακόμα πιο δυνατά. 

Τότε, ο Τσιουρίν είδε με την άκρη του ματιού του πίσω από ένα δέντρο, δυο γάτισια μάτια που τον κοίταζαν επίμονα. Ένας κόκκινος κεραμιδόγατος τους παρακολουθούσε και ετοιμαζόταν να τους ορμήξει! Η κακομοίρα η κοτούλα φώναζε για να τους προειδοποιήσει! Το πορτοκαλί χελιδόνι προσπάθησε να φωνάξει στον Αστέρη, αλλά ήταν πια αργά! Ο κεραμιδόγατος με ένα απότομο σάλτο *ΧΡΟΥΠ!* έπιασε τον Αστέρη από την ουρά! 

Ο Τσιουρίν πέταξε γρήγορα ψηλά για να γλιτώσει και άρχισε να κάνει κύκλους γύρω από τον γάτο. Ήταν τόσο τρομοκρατημένος!

“Ω! Τι θα κάνω τώρα! Ο γάτος έπιασε τον φίλο μου! Ω, πόσο λάθος έκανα, δεν έπρεπε ποτέ να κοροϊδέψουμε την κοτούλα! Τι θα κάνω τώρα; Αχ, να μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, δεν θα έφευγα ποτέ από την Ουτσιλία!”

Η κοτούλα εντωμεταξύ, συνέχιζε να φωνάζει και να χτυπάει τις φτερούγες της στο χώμα! 

“Κο - κο - κο!” φώναζε και δώστου να σηκώνει σκόνη και χώματα με τα φτερά της. 

Τόση φασαρία και σαματά έκανε, που ο γάτος άφησε για λίγο την ουρά του Αστέρη και προσπάθησε με τα ποδαράκια του να προστατευθεί από τα χώματα που έπεφταν πάνω του βροχή. Ο Αστέρης βρήκε την ευκαιρία και πέταξε ψηλά, μέχρι το κλαδί που βρισκόταν ο Τσιτσίφης, ο οποίος, περιττό να το πούμε, ήταν ακόμα πιο τρομοκρατημένος. Ο Τσιουρίν κάθισε στο πλάι τους και οι τρεις φίλοι έμειναν σιωπηλοί να κοιτάζουν την κοτούλα που στο μεταξύ, είχε στριμώξει τον γάτο σε μια γωνιά και του πετούσε χώματα και πετραδάκια. 

Ε, είδε κι αποείδε ο γάτος πως η κοτούλα ήταν πιο δύσκολος αντίπαλος απ’ ότι περίμενε, άφησε ένα παραπονεμένο *ΝΙΑΟΥ* και έφυγε μακριά. 

Όταν οι τρεις φίλοι κατάλαβαν πως δεν υπήρχε πια κίνδυνος, κατέβηκαν για να ευχαριστήσουν την κοτούλα που έσωσε την ζωή του λαίμαργου φίλου τους. Εκείνη τους υποδέχτηκε και συστήθηκε, ως δεσποινίς Κοτοπούλου.

“Α, μα μην το συζητάτε! Εδώ κύριοι είναι κοτέτσι, που πάει να πει, πως είναι χώρος για τις κότες και τους φίλους τους. Ίσως να μην είναι τόσο υπέροχο όσο η μαγεμένη πολιτεία σας, αλλά δεν μπορεί να έρχεται ο κάθε γάτος και να ενοχλεί τους καλεσμένους μου! Αμ, πως να το κάνουμε!”

Με τα πολλά, τους πρόσφερε λίγο από το καλαμπόκι της και μίλησαν για ώρα για τους γάτους και τους κινδύνους του κόσμου που φαίνονταν τόσο μακρινοί από ψηλά, μέσα στην ασφάλεια της Ουτσιλία, της μαγεμένης πολιτείας. 

Όταν νύχτωσε, οι τρεις φίλοι χαιρέτησαν την κοτούλα και γύρισαν στην μαγεμένη πόλη των πουλιών. Μα την επόμενη Κυριακή, πέταξαν ξανά για το κοτέτσι, ώστε να χαιρετίσουν την φίλη τους, την δεσποινίδα Κοτοπούλου. Ο Αστέρης, το λαίμαργο περιστέρι, της έφερε και ένα δώρο. Ένα μικρό κομμάτι πανί. 

“Μα τι να το κάνω το πανί καλέ μου φίλε;” ρώτησε η δεσποινίς Κοτοπούλου.

“Αυτό δεν είναι ένα απλό πανί!” της απάντησε το περιστεράκι. “Είναι ένα μαγικό χαλί!”

“Ωχ! Άρχισε πάλι τα ψέματα!” σκέφτηκε ο Τσιουρίν και προσπάθησε να διακόψει τον φίλο του. Αλλά δεν πρόλαβε…

“Είναι ένα μαγικό χαλί” εξήγησε ο Αστέρης “γιατί είναι δώρο από τρεις φίλους σου που σε αγαπάνε!” 

Το άτακτο περιστεράκι, άπλωσε το πανί στο έδαφος και ζήτησε από την φίλη του να καθίσει στο κέντρο. Στην συνέχεια έπιασε την μπροστινή άκρη με το ράμφος του και ζήτησε από τους φίλους του να πιάσουν τις δύο πίσω γωνιές. Οι τρεις φίλοι χτύπησαν τις φτερούγες τους και αμέσως το μαγικό χαλί με την κοτούλα… απογειώθηκε!

“Μα που με πάτε;” ρώτησε η κοτούλα ανήσυχη. 

“Πάμε ψηλά, στην μαγεμένη πολιτεία που την λένε Ουτσιλία. Να την δεις με τα μάτια σου, ώστε να μην μπορέσει να σε κοροϊδέψει κανείς ξανά!”

Η κοτούλα στην αρχή, κοίταζε τρομαγμένη τον κόσμο από ψηλά, αλλά είχε εμπιστοσύνη στους φίλους της. Ήξερε πως δεν θα την άφηναν να πέσει. Κι όταν φτάσανε στην μαγεμένη πολιτεία, ο Αστέρης φώναξε όλα τα πουλάκια του σχολείου και τους είπε:

“Η κοτούλα που βλέπετε είναι η δεσποινίς Κοτοπούλου, που τις προάλλες με έσωσε από τα νύχια ενός κεραμιδόγατου! Είναι η πιο θαρραλέα κοτούλα στον κόσμο! Ήρθαμε εδώ για να την γνωρίσετε, γιατί δεν τυχαίνει στον καθένα μας συχνά, να βλέπει από κοντά μια ηρωίδα!”

“Ζήτω η κοτούλα!” φώναξαν τα πουλάκια ενθουσιασμένα. “Ζήτω η δεσποινίς Κοτοπούλου!”.

Έτσι, ο Τσιουρίν και οι φίλοι του έμαθαν πως δεν πρέπει να κρίνουν τους άλλους από την εμφάνιση ή τις ικανότητες. Οι ήρωες είναι δυνατοί στην καρδιά και η καρδιά δεν έχει χρώμα, γλώσσα και φτερά! Από τότε αν κανείς τους χαρακτήριζε υποτιμητικά “κότες” εκείνοι του απαντούσαν πως μακάρι να είχαν όλοι το κουράγιο και την καρδιά μιας αδύναμης, μικρής κοτούλας…