Ο εχθρός

Μια φορά κι έναν καιρό, 

στην μαγεμένη πολιτεία των πουλιών…

…η δασκάλα Καρδερίνα αποφάσισε πως τα πουλάκια έπρεπε να πάνε εκδρομή στον κόσμο των ανθρώπων. 

Οι τρεις φίλοι, ο Τσιουρίν το κόκκινο χελιδόνι, ο Αστέρης το λαίμαργο περιστέρι και ο Τσιτσίφης το φοβητσιάρικο κοτσύφι, κάθονταν σε μια μεγάλη πλατεία μέσα στο κάστρο της μαγεμένης πολιτείας και συζητούσαν. Μιλούσαν για όλα τα ενδιαφέροντα πράγματα του κόσμου, το πέταγμα πάνω από τα δέντρα, τα χρώματα των λουλουδιών, τα λαχταριστά ψίχουλα και την βροντερή φωνή του γάτου. Αυτό το τελευταίο, ο γάτος δηλαδή, προκαλούσε τόσο φόβο στα τρία πουλάκια, που μόνο η αναφορά του ονόματός του, έκανε τα πούπουλά τους να σηκώνονται από τρόμο. Το περιστατικό με τον κεραμιδόγατο και την δεσποινίδα Κοτοπούλου, τους είχε τρομάξει για τα καλά…

“Ξέρω, θα πείτε πάλι πως είμαι φοβητσιάρης, αλλά εγώ σας το ξεκαθαρίζω. Ο γάτος είναι το τρομακτικότερο πλάσμα στον κόσμο!” είπε ο Τσιτσίφης και έκρυψε το κεφαλάκι του στον κόρφο του, προσπαθώντας να διώξει την τρομακτική ανάμνηση από το μυαλουδάκι του. 

“Κι όμως, θα υπάρχει κάποιος τρόπος να αντισταθεί κανείς! Είδαμε όλοι μας πως ο τεράστιος κεραμιδόγατος, νικήθηκε από μια τόση δα κοτούλα. Αν οι γάτοι ήταν ανίκητοι, δεν θα είχε μείνει κανένα πουλάκι στον κόσμο” είπε πεισματικά ο Αστέρης.

“Η καλύτερη λύση είναι η πρόληψη!” είπε ο Τσιουρίν. 

“Τι είναι η πρόληψη;” ρώτησε με περιέργεια ο Τσιτσίφης. “Μήπως είναι αυτό που κάθεσαι ωραία και καλά και ήρεμα και ήσυχα στο σπίτι σου και δεν βγαίνεις αν δεν σου φέρουν υπογεγραμμένη δήλωση πως δεν υπάρχει γάτος σε απόσταση ογδόντα χιλιομέτρων;”

“Όχι ακριβώς” απάντησε ο Τσιουρίν. “Πρόληψη σημαίνει να έχεις το νου σου και να μην κάνεις παρακινδυνευμένα πράγματα. Δηλαδή να πετάς στον κόσμο των ανθρώπων, αλλά πριν ξεκουραστείς σε ένα κλαδί, να κάνεις μια βόλτα για να βεβαιωθείς πως είναι ασφαλές”.

“Δεν είναι πιο ασφαλές να μείνεις στην μαγεμένη πολιτεία;” ρώτησε το φοβητσιάρικο κοτσύφι.

“Υποθέτω πως ναι, είναι πιο ασφαλές” παραδέχτηκε ο Τσιουρίν.

“Άρα, είναι καλύτερη πρόληψη να μην πετάς καθόλου, από το να πετάς μέσα στον φόβο!” είπε θριαμβευτικά ο Τσιτσίφης.

“Μα έτσι δεν ζεις! Αν δεν δεις τον κόσμο, αν δεν ταξιδέψεις…” διαμαρτυρήθηκε ο Τσιουρίν.

“… Αν δεν κυνηγήσεις κάνα ψιχουλάκι βρε αδερφέ” τον διέκοψε ο Αστέρης, “τι σόι ζωή είναι αυτή; Ζωή δίχως ψίχουλα κύριοι, δεν είναι ζωή!” αποφάνθηκε με σοβαρότητα.

Εκείνη την στιγμή ήρθε πετώντας η Δόννα , ένα πανέμορφο μικρό αηδονάκι και διέκοψε την συζήτηση των τριών φίλων. 

“Μα που είσαστε εσείς και σας ψάχνει όλο το σχολείο μου λέτε; Ξεχάσατε πως σήμερα θα πάμε εκδρομή;” 

Η φωνή της ήταν τόσο μελωδική, το πιο όμορφο κελάηδισμα που είχε ακούσει ποτέ του ο Τσιουρίν. Κάθε μικρός ήχος από το στόμα της, έμοιαζε με μια χαρούμενη νότα, γεμάτη φως και χρώμα. Ω! Πόσο πολύ του άρεσε η φωνή της Δόννας… 

Οι τρεις φίλοι ακολούθησαν την Δόννα μέχρι το Σχολείο και μετά κατέβηκαν στον κόσμο των ανθρώπων με τα υπόλοιπα πουλάκια. Πόσο πολύ διασκέδαζαν! Ολοένα κουτσομπόλευαν τιτιβίζοντας, τα χρωματιστά ρούχα των ανθρώπων, τα παράξενα γκρίζα σπίτια τους, τα θορυβώδη αυτοκίνητα και τα λιγοστά όμορφα πάρκα… 

Όταν η ξενάγηση τελείωσε, όλα τα πουλάκια πήγαν σε ένα μεγάλο πάρκο και η δασκάλα τους η Καρδερίνα, τους άφησε μια ώρα να παίξουν, μέχρι να ξεκινήσουν το ταξίδι της επιστροφής στην μαγεμένη πολιτεία. Ο Τσιουρίν και οι φίλοι του πήγαν να παίξουν κυνηγητό ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων, κι όταν κουράστηκαν κατέβηκαν να πιουν λίγο νεράκι από μια λιμνούλα. Δεν είχαν όμως προλάβει να πιουν δυο γουλιές, όταν ο Τσιουρίν και ο Αστέρης γούρλωσαν τα μάτια τους γεμάτα τρόμο. 

“Τσιτσίφη, κοίτα πίσω σου” του έδειξαν με τις φτερούγες τους. 

“Καλό το παιχνίδι, αλλά να προσπαθείτε να με τρομάξετε για να γελάσετε, ε λοιπόν σας το δηλώνω πως είναι πολύ κακό από μέρους σας! Αντί να καθίσουμε εδώ ωραία και καλά και ήρεμα και ήσυχα για να πιούμε το νεράκι μας…”

“Νιάου!” ‘άκουσε μια φωνή πίσω από την πλάτη του. 

“Μου κάνετε πλάκα ε; Πείτε μου πως αστειεύεστε; Ποιός από τους δυο σας έκανε την φωνή της γάτ…”

“Νιάου!” ακούστηκε η φωνή, πιο δυνατή αυτή την φορά. 

Το κακόμοιρο το κοτσυφάκι, γύρισε τρέμοντας και κοίταξε πίσω του. Μια μεγάλη μαύρη γάτα με κίτρινα ματάκια το κοίταζε επίμονα και κουνούσε την ουρά της.

“Α, παιδιά εντάξει, άδικα σας κατηγόρησα! Πίσω μου βρίσκεται μια πραγματική γάτα. Και τώρα, ας λιποθυμήσω ωραία και καλά και ήρεμα και ήσυχ…” δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση του και έπεσε -γκντούπ! - κάτω στο γρασίδι.

“Γατούλα, γατούλα, μην φας τον φίλο μας!” φώναξε όλο αγωνία ο Τσιουρίν.

“Κι έπειτα, τι χάλια γεύση που έχει ένα κοτσύφι να ήξερες!” προσπάθησε να βοηθήσει ο Αστέρης που ήξερε από καλό φαγητό. “Γατούλα, όλα κι όλα, αν θες να φας κάτι πολύ πολύ νόστιμο, να! στο λέω και μου τρέχουν τα σάλια, να δοκιμάσεις τα ψιχουλάκια. Ου, τι καλά που είναι! Αλλά το κοτσύφια; Πφ, σου λέω δεν τρώγονται, φτερά από εδώ, πούπουλα από εκεί…”

“Καταρχήν, μην με αποκαλείτε γατούλα” είπε θιγμένα η γατούλα. “Έχω όνομα βλέπετε, με λένε Σουίτα. Κι έπειτα, ποιος σας είπε πως έχω όρεξη να φάω κάτι με πούπουλα; Α, όλα κι όλα! Εγώ δεν κυνηγάω πουλιά για να τα φάω αλλά για να παίξω! Μα πρόκειται για παρεξήγηση σας λέω! Είναι που μιλάμε διαφορετικές γλώσσες, ναι, αυτό φταίει! Εσείς τιτιβίζετε, εγώ νιαουρίζω! Άντε να καταλάβει ο ένας τον άλλο!”

“Κυρία γατ… Σουίτα, είναι πολύ ωραία όσα λέτε” είπε ο Τσιτσίφης. “Τώρα, αν θέλετε κι εσείς, να με αφήσετε να φύγω, ωραία και καλά και ήρεμα και ήσυχα…”

“Βρε μικρέ φτερωτέ μεζέ” απάντησε περιπαιχτικά η γατούλα, “δεν με πιστεύεις έτσι; Ε, λοιπόν, θα σου αποδείξω πως έχω δίκιο” και με τα λόγια αυτά, άπλωσε το πόδι της και ζήτησε από το φοβητσιάρικο κοτσύφι να ανέβει στην πατούσα της!

Ο Τσιτσίφης ένιωθε διχασμένος. Να ανέβει οικειοθελώς πάνω στην πατούσα μιας γάτας ή να τολμήσει να της αρνηθεί; Τελικά, πήρε μια βαθιά ανάσα και - τσουπ! - Σκαρφάλωσε πάνω στο ποδαράκι της. 

“Τώρα ανέβα στον σβέρκο μου!” του είπε η Σουίτα και ο Τσιτσίφης υπάκουσε, με λίγο περισσότερο θάρρος αυτή την φορά. Έπειτα ανέβηκε στο κεφάλι της και η γάτα τον περιέφερε γύρω από την λιμνούλα, καμαρωτή - καμαρωτή! Πριν περάσει μια ώρα, το φοβητσιάρικο κοτσυφάκι τσιμπούσε την ουρά της γατούλας με το ράμφος του κι αυτή το κυνηγούσε χαρούμενα τρέχοντας γύρω - γύρω… 

Τελικά ήρθε η ώρα να φύγουν για να γυρίσουν στην μαγεμένη πολιτεία και ο Τσιτσίφης, το πιο φοβητσιάρικο κοτσύφι του κόσμου που έτρεμε τα πάντα εκτός από τις γάτες, αποχαιρέτησε θλιμμένα την φιλενάδα του. Της υποσχέθηκε πως θα γυρνούσε ξανά μια μέρα και θα συνέχιζαν το παιχνίδι τους στην λιμνούλα. 

Έτσι, ο Τσιουρίν έμαθε να μην κρίνει ένα ολόκληρο είδος από ένα μονάχα ζωάκι. Υπήρχαν καλές και κακές γατούλες, όπως υπήρχαν καλά και κακά πουλάκια. Κι ακόμα έμαθε πως είναι δύσκολο να συνεννοηθείς με κάποιον που δεν μιλά την γλώσσα σου, αλλά αν υπάρχει θέληση, θα τα καταφέρεις!