Η δικαιοσύνη

Μια φορά κι έναν καιρό, 

στην μαγεμένη πολιτεία των πουλιών…

…έγινε μεγάλη φασαρία! Η κυρία Πάπια, κατηγόρησε τον Τάσο τον παπαγάλο, πως είναι πειρατής και πως λήστεψε ένα φορτίο καναβούρι! Ο κακομοίρης ο Τάσος, ήταν όντως πειρατής, δηλαδή έτσι του άρεσε να ντύνεται! Φορούσε ένα πειρατικό καπέλο, έκλεινε το ένα του μάτι με ένα μαύρο ύφασμα και στην μια του φτερούγα γυάλιζε ένας χρυσός γάντζος, όπως στα βιβλία των πειρατών. Αλλά ποτέ του δεν είχε κλέψει κανέναν! 

Οι αρχές της μαγεμένης πολιτείας μόλις έλαβαν την καταγγελία, τον συνέλαβαν αμέσως και στήσανε μια δίκη στην κεντρική πλατεία. Όλα τα πουλιά μαζεύτηκαν εκεί για να την παρακολουθήσουν και να έχουν τα ίδια άποψη για το τρομερό έγκλημα. 

Ανάμεσά τους ήταν φυσικά ο Τσιουρίν και οι φίλοι του, ο Αστέρης το λιχούδικο περιστέρι και ο Τσιτσίφης το πιο φοβητσιάρικο κοτσύφι του κόσμου που έτρεμε τα πάντα εκτός από τις γάτες! Ο Τσιουρίν ήταν πολύ δυστυχισμένος, γιατί ο Τάσος ήταν φίλος του και δεν μπορούσε να πιστέψει πως είχε κάνει κάτι τόσο κακό! Άκουγε τα άλλα πουλάκια που τον κακολογούσαν, και στεναχωριόταν ακόμα περισσότερο… Μακάρι να μπορούσε να αποδείξει πως ο φίλος του δεν ήταν πραγματικά πειρατής και πως δεν είχε κλέψει, όπως τον κατηγορούσαν… 

Η Τσιριβέτα, η σοφή βασίλισσα της Ουτσιλίας, ανέβηκε πάνω σε μια ξύλινη εξέδρα και μεμιάς όλες οι φωνές σταμάτησαν. 

“Βρεθήκαμε εδώ σήμερα” είπε η βασίλισσα, “για να δικάσουμε τον Τάσο, της οικογένειας των παπαγάλων, εθνικότητα γαλλική, χρώμα φτερών κίτρινα με μαύρο, για την κατηγορία της πειρατείας…”

“Ω!” κάναν όλα τα πουλάκια σοκαρισμένα, λες και άκουγαν για πρώτη φορά την κατηγορία. 

“Ησυχία παρακαλώ, να λείπουν οι φωνές, έχω κι έναν φριχτό πονοκέφαλο σήμερα…” παραπονέθηκε η Τσιριβέτα. “Να προσέλθουν οι μάρτυρες κατηγορίας παρακαλώ”. 

Η κυρία Πάπια έκανε δύο βήματα και βρέθηκε στο κέντρο της πλατείας, μπροστά στην δικαστίνα κουκουβάγια. 

“Ορκίζομαι να πω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, αλλιώς να μην ξανακελαϊδήσω!” ορκίστηκε περήφανα η Πάπια. 

“Μα οι πάπιες κρώζουν κυρία μάρτυρας, δεν κελαηδούν” την διόρθωσε η δικαστίνα. 

“Ακριβώς” απάντησε ανέμελα πάπια και όλα τα πουλάκια γέλασαν. 

“Ησυχία στο ακροατήριο!” φώναξε η Τσιριβέτα. “Τέλοσπάντων, ας προχωρήσουμε στην διαδικασία. Στην κατάθεσή σας λέτε πως είδατε τον παπαγάλο να ληστεύει ένα φορτίο καναβούρι, την Τετάρτη, την ώρα που έδυε ο ήλιος. Βρισκόσασταν πάνω από την λίμνη, πέρα από την πεδιάδα. Τι κάνατε εκεί κυρία μάρτυρας;”

“Την πάπια” απάντησε με ειλικρίνεια η κυρία Πάπια. Καινούργια γέλια ακούστηκαν στο ακροατήριο, καινούργιες φωνές από την δικαστίνα. “Γιατί καλέ; Τι θα έκανα δηλαδή, το παγώνι; Συνέχεια την πάπια κάνω, και τώρα που μιλάμε, κάνω την πάπια. Μάλιστα κύριοι, μου βγαίνει φυσικά βλέπετε…”

Η δικαστίνα Τσιριβέτα κρατούσε το κεφάλι της με απόγνωση. “Λίγη ησυχία παρακαλώ, έχω κι αυτόν τον πονοκέφαλο σήμερα… Με εσάς κυρία μάρτυρα, δεν βγάζω άκρη. Εσύ κατηγορούμενε, τι έχεις να πεις; Είναι αλήθεια άραγε πως έκλεψες το καναβούρι;”

Ο Τάσος ο παπαγάλος ήταν δικηγόρος στο επάγγελμα, κι έτσι είχε αποφασίσει να υπερασπιστεί μόνος του τον εαυτό του. Μόλις η δικαστίνα του απηύθυνε τον λόγο, πλησίασε την έδρα κι άρχισε να αγορεύει… 

“Σεβαστή κυρία Πάπια, σεβαστό ακροατήριο, σεβαστή κυρία δικαστ… Α, όχι, όχι σεβαστή, δεν μπορώ να το πω αυτό…” είπε με την βραχνή φωνή του. 

Η Τσιριβέτα γούρλωσε τα μάτια. 

“Κατηγορούμενε, κατάλαβα καλά; Λες πως η πρόεδρος του δικαστηρίου δεν είναι άξια σεβασμού;” ρώτησε η κουκουβάγια, κατακόκκινη από τα νεύρα της. 

“Συγνώμη, αλλά ξέρετε, στα δικαστήρια των ανθρώπων, οι δικαστές φορούν κάτι παράξενα καπέλα, γεμάτα μεγαλοπρέπεια. Ε, βλέπει κάποιος τον δικαστή με το καπέλο του, του γεννά τον σεβασμό, τον αποκαλεί “εντιμότατο” και άλλα τέτοια… Εσείς όμως, δεν έχετε καπέλο!” απολογήθηκε ο Τάσος και όλα τα πουλάκια συμφώνησαν μαζί του. 

“Δεν έχεις κι άδικο κατηγορούμενε” παραδέχτηκε η Τσιριβέτα. “Αλλά που θα το βρω το καπέλο τέτοια ώρα;”

“Να σας δανείσω το δικό μου!” προθυμοποιήθηκε ο παπαγάλος και της έδωσε το πειρατικό του καπέλο. 

“Είμαστε εντάξει τώρα; Σου φαίνομαι αρκετά σεβάσμια;” τον ρώτησε η κουκουβάγια. 

“Φυσικά! Ασφαλώς! Μα και βέβαια! Περίπου δηλαδή…” απάντησε ο παπαγάλος. 

“Γιατί περίπου παρακαλώ;” τον ρώτησε η δικαστίνα. 

“Μα, ξέρετε, η δικαιοσύνη είναι τυφλή, κι εσείς βλέπετε μια χαρά, αν κρίνω από τα μάτια σας…”

“Και τι να κάνω τώρα; Να τυφλωθώ;” ρώτησε έκπληκτη η κουκουβάγια. 

“Α, όχι, για όνομα!” φώναξε ο παπαγάλος και σήκωσε τις φτερούγες του στον αέρα. “Θα μπορούσατε… Να!, πάρτε αυτό το μαύρο κομμάτι ύφασμα που φοράνε οι πειρατές στο ένα τους μάτι… Ναι, αυτό, πάρτε το δικό μου… Α, πολύ καλύτερα τώρα! Είστε σχεδόν τυφλή, όχι τελείως. Και βλέπετε, και δεν βλέπετε, ανάλογα με το πιο μάτι έχετε ανοικτό. Και τώρα μένει ένα μόνο πράγμα και τελειώσαμε!”

“Τι άλλο μένει κατηγορούμενε; Με έβαλες να φορέσω καπέλο και να κλείσω το ένα μου μάτι, τι άλλο πρέπει να κάνω πια;” ρώτησε η δικαστίνα. 

“Α, αυτό είναι απλό. Η Θέμιδα, η θεά της δικαιοσύνης, κρατά μια ζυγαριά στο ένα χέρι και ένα σπαθί στο άλλο. Την ζυγαριά την κρατά γιατί είναι δίκαιη και ζυγίζει τα πράγματα πριν αποφασίσει και το σπαθί γιατί η δικαιοσύνη τιμωρεί! Όταν πρέπει να αποφασίσει εναντίον κάποιου ενόχου, δεν του χαρίζεται!”

“Αχ, σωστά είναι αυτά που λες, αλλά εγώ δεν έχω ούτε σπαθί, ούτε ζυγαριά!” παραδέχτηκε λυπημένα η δικαστίνα. 

“Για ζυγαριά, να, θα δέσουμε σε αυτόν τον σπάγκο δύο πιατάκια…”

“Και πως θα τον κρατήσω τον σπάγκο;”

“Απλό είναι, να, πάρτε αυτόν τον χρυσό γάντζο που έχω στην φτερούγα μου και  ακουμπήστε τον σπάγκο πάνω του! Κι όσο για σπαθί, θα σας δανείσω εγώ το δικό μου!”

Η κακομοίρα η κουκουβάγια είχε φορέσει το πειρατικό καπέλο, είχε κλείσει το ένα της μάτι, κρατούσε στην μια φτερούγα το σπαθί και στην άλλη τον γάντζο με την ζυγαριά. 

“Και τώρα κυρία πρόεδρε, είναι ώρα να αρχίσω την αγόρευσή μου” αναφώνησε περήφανα ο Τάσος ο παπαγάλος, ο δικηγόρος απ’ την Γαλλία. 

“Επιτέλους” συμφώνησε το ακροατήριο. 

“Θα εξετάσω πρώτα την μάρτυρα κατηγορίας. Πως είστε κυρία Πάπια μου, τι κάνετε;” την ρώτησε ευγενικά. 

“Την πάπια” απάντησε εκείνη που είχε κουραστεί να την ρωτάνε τα ίδια και τα ίδια. Καινούργια γέλια τάραξαν το ακροατήριο.

“Είπατε στην κατάθεσή σας πως είδατε έναν πειρατή να ληστεύει ένα φορτίο καναβούρι. Είναι εδώ, ανάμεσά μας ο πειρατής αυτός;”

“Μα φυσικά” απάντησε η κυρία Πάπια.

“Μπορείτε να μας τον υποδείξετε παρακαλώ;”

“Φυσικά!” απάντησε η κυρία Πάπια και τέντωσε την φτερούγα της προς την μεριά της έδρας, δείχνοντας την Τσιριβέτα. 

“Πως;” φώναξε η κουκουβάγια, “εμένα δείχνεις βρε;”

“Μα φυσικά, βλέπετε κανέναν άλλο πειρατή εδώ μέσα; Εσείς έχετε το πειρατικό καπέλο, τον γάντζο, το σπαθί και το ένα σας μάτι είναι κλειστό με ένα μαύρο ύφασμα! Εσάς είδα! Εσείς κλέψατε το καναβούρι!” απάντησε η κυρία Πάπια, δείχνοντας την δικαστίνα με την φτερούγα της.

Ο κόσμος άρχισε να φωνάζει. “Φρουροί! Πιάστε την!” Τα Φ.Α.Π. (Φτερωτή Αστυνομία Πολιτείας), κάτι περιστέρια ζωσμένα με όπλα και στολές, μπήκαν κορδωμένα στην πλατεία και πήγαν να συλλάβουν την ίδια την βασίλισσά τους! Εκείνη φώναζε πως έγινε μια παρεξήγηση, αλλά μέσα στην φασαρία, κανείς δεν την άκουγε. Τότε ο παπαγάλος, πέταξε ψηλά, πάνω από τα υπόλοιπα πουλάκια και φώναξε με την βραχνή φωνή του, όσο πιο δυνατά μπορούσε: “Λίγη ησυχία παρακαλώ! Η κατηγορούμενη, κάτι θέλει να μας πει! Αφήστε την να υπερασπιστεί τον εαυτό της!”

Όταν ησύχασαν τα πουλάκια στην πλατεία, η δικαστίνα Τσιριβέτα, ανέβηκε στην έδρα και είπε: 

“Λένε πως είμαι σοφή, αλλά και οι σοφοί κάνουν λάθη. Ένα τέτοιο έκανα κι εγώ σήμερα. Η μάρτυρας κατηγορίας, δεν είδε τον παπαγάλο να κλέβει το καναβούρι, αλλά κάποιον άτιμο κλέφτη που ήταν ντυμένος σαν πειρατής! Επειδή ο παπαγάλος ντύνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, τον κατηγόρησε άδικα! Γιατί έκρινε από την εμφάνιση, κι όχι από τα γεγονότα. Κι έτσι, όταν ο πανέξυπνος δικηγόρος με έκανε κι εμένα να ντυθώ σαν πειρατίνα, η μάρτυρας δεν μπορούσε να καταλάβει την διαφορά και κατηγόρησε, πάλι άδικα, την ίδια την βασίλισσά της! 

Αυτό πρέπει να γίνει μάθημα σε όλους μας. Δεν πρέπει να κρίνουμε τους άλλους από την εμφάνιση ή τον τρόπο που ντύνονται. Η κατηγορία είναι πράγμα βαρύ και πρέπει να είμαστε εντελώς σίγουροι πριν κατηγορήσουμε κάποιον, πως πράγματι, αυτός έχει κάνει το έγκλημα, κι όχι κάποιος που του μοιάζει. 

Το δικαστήριο κρίνει αθώο τον παπαγάλο και τον συγχωρεί για το κόλπο που χρησιμοποίησε προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά του, γιατί έδωσε ένα καλό μάθημα σε όλους. Όσον αφορά την κυρία Πάπια, θα τιμωρηθεί για την απροσεξία της, να φύγει από την μαγεμένη πολιτεία και να τριγυρνά από λίμνη σε λίμνη. 

Λύεται η συνεδρίαση!”

Χαρούμενος ο Τσιουρίν που αθωώθηκε ο φίλος του, έτρεξε να τον αγκαλιάσει. 

“Το ήξερα πως είσαι έντιμο πουλάκι” του είπε. “Κι όσο για την κακομοίρα την κυρία Πάπια, τι συμφορά που της έτυχε! Τι θα κάνει τώρα, μακριά από την Ουτσιλία;”

“Μα φυσικά… την πάπια!” του απάντησε κι αυτός, κι όλα τα πουλάκια γέλασαν με την καρδιά τους.