Η αγάπη

Μια φορά κι έναν καιρό, 

στην μαγεμένη πολιτεία των πουλιών…

…οι μαθητές έκαναν πρόβες για την γιορτή της άνοιξης. Η γιορτή αυτή ήταν η σημαντικότερη όλης της χρονιάς και τα πουλάκια ήθελαν να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους. Υπήρχαν τόσες πολλές δραστηριότητες στις οποίες θα έπαιρναν μέρος, κι όλες πολύ, πολύ διασκεδαστικές! Υπήρχαν επιδείξεις πτήσης, με ακροβατικά γύρω από την πόλη, η χορωδία, όπου τα πιο καλλίφωνα πουλιά τιτίβιζαν τραγούδια που υμνούσαν την ζωή! Και πόσα άλλα πράγματα μπορούσε να κάνει κανείς! Επιδείξεις μαγειρικής τέχνης, γλυπτικής, αρχιτεκτονικής φωλιών, ποίησης… Τι όμορφη εποχή που είναι η άνοιξη!

“Εσύ τι θα κάνεις στην γιορτή;” ρώτησε ένας σπίνος τον Τσιουρίν.

“Α, εμείς τα χελιδόνια ταξιδεύουμε πολύ και έτσι θα πάρω μέρος στις επιδείξεις πτήσης!” απάντησε περήφανα το πορτοκαλί χελιδονάκι. 

“Εγώ θα πάρω μέρος στα εργαστήρια μαγειρικής τέχνης” είπε ο Αστέρης, το λιχούδικο περιστέρι, κάτι που δεν εξέπληξε κανέναν.

“Κι εγώ θα πάρω μέρος στα εργαστήρια γλυπτικής” πετάχτηκε ο Τσιτσίφης, το πιο φοβητσιάρικο κοτσύφι του κόσμου που έτρεμε τα πάντα εκτός από τις γάτες. “Θα κάτσω ήρεμα και ήσυχα και θα φτιάξω το άγαλμα μιας μεγάλης γάτας!” πρόσθεσε περήφανα. 

Τα υπόλοιπα πουλιά δεν ενθουσιάστηκαν με την ιδέα μιας γάτας ανάμεσα στα πουλιά, έστω κι αν ήταν ψεύτικη. Ο Τσιουρίν μάλιστα πήγε να σχολιάσει την ιδέα του φίλου του, αλλά ξαφνικά ακούστηκε ένα υπέροχο κελάηδημα και το χελιδονάκι ξέχασε αμέσως τι ήθελε να πει. 

Αυτή την φωνή, την τόσο μελωδική, θα την αναγνώριζε παντού! Ήταν η Δόννα η όμορφη αηδόνα… 

“Πφ, κορίτσια! Ετοιμάζονται για την χορωδία! Τι βαρετό!” είπε ο Αστέρης κι όλα τα πουλάκια γέλασαν, εκτός από τον Τσιουρίν. Εκείνος δεν έβρισκε τίποτα το βαρετό στην μελωδία, ίσα - ίσα που ο ήχος έκανε την καρδιά του να χτυπά σαν τρελή!

Η μέρα πέρασε και ήρθε το βράδυ και ο Τσιουρίν δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Όπου και να κοιτούσε έβλεπε την Δόννα, το αηδονάκι με την υπέροχη φωνή. Κι αν κάποια στιγμή, κουρασμένος πια, έγερνε στο κλαδάκι του και τα ματάκια του έκλειναν από την κούραση, μέσα στο μυαλό του άκουγε το μαγικό κελάηδισμα και ξυπνούσε αμέσως! Το ίδιο και την επόμενη ημέρα και την ημέρα μετά από αυτή… Μέχρι που ξημέρωσε η μέρα της μεγάλης γιορτής της άνοιξης και το κακόμοιρο το χελιδονάκι δεν είχε κλείσει μάτι… 

Την ημέρα εκείνη, όλα τα πουλάκια είχαν σηκωθεί από τα χαράματα, ακόμα και ο Μπούφος ο τεμπέλης, και ανυπομονούσαν για την ώρα που θα έβγαινε ο ήλιος και θα ξεκινούσε η γιορτή. Ο Τσιουρίν πολύ κουρασμένος, αποφάσισε να κάνει τις τελευταίες πρόβες του πριν τις επιδείξεις για να είναι έτοιμος. Μα στην πραγματικότητα ήθελε να κάνει κάτι, οτιδήποτε, για να σταματήσει να σκέφτεται το μαγικό τραγούδι που του είχε κλέψει την καρδιά. 

Πετούσε λοιπόν ο Τσιουρίν μέσα στα σύννεφα, κάνοντας περίτεχνες στροφές, απότομα κατεβάσματα και εναέριες κωλοτούμπες όταν ξαφνικά… την είδε! Η Δόννα το όμορφο αηδονάκι, πετούσε μέσα στα σύννεφα και τιτίβιζε τον σκοπό που θα τραγουδούσε στην μεγάλη συναυλία. 

“Αν θέλω να της μιλήσω” σκέφτηκε ο Τσιουρίν, “αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή!”

Αλλά τα λόγια είναι εύκολα, η πράξη όμως θέλει κουράγιο. Όσο το κόκκινο χελιδονάκι πλησίαζε την καλλίφωνη φίλη του, τα φτερά του μούδιαζαν και η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά, που λες και θα ακουγόταν μέχρι εκείνη. Ένιωθε, με λίγα λόγια, όπως τότε που πέταξε για πρώτη φορά! Τότε, αν θυμάστε καλά, είχε νικήσει τον φόβο του με την λέξη “ελευθερία”. Σήμερα, η μόνη λέξη που στριφογύριζε στο μυαλουδάκι του, ήταν η λέξη “αγάπη”. Κάποτε ήταν πολύ εύκολο να φωνάξει την πρώτη λέξη που του ερχόταν στο μυαλό, γιατί ήταν μόνος του και κανείς δεν θα μπορούσε να τον κρίνει. Αλλά τώρα; Μήπως έλεγε τα λάθος πράγματα και έκανε κακή εντύπωση στην εκλεκτή της καρδιάς του; 

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ο Τσιουρίν έφτασε δίπλα στην Δόννα που τον είδε και σταμάτησε το τραγούδι της. 

“Καλημέρα Τσιουρίν” του είπε, “κάνω πρόβες για την χορωδία. Σου αρέσει το τραγούδι μου;”

Η φωνή του Τσιουρίν αρνούταν να βγει από το ράμφος του, τόσο τρομαγμένος ήταν. Θα μπορούσε να της πει χίλια δυο πράγματα για το πόσο ωραία φωνή είχε, πόσο εξαιρετικό ήταν το τραγούδι της, τι όμορφη που ήταν όπως πετούσε… 

“Κάτι πρέπει να πω” σκέφτηκε το κόκκινο χελιδονάκι. “Πρέπει να είναι κάτι αληθινό, κάτι όμορφο και τρυφερό, όπως εκείνη η ιστορία στο βιβλίο, όπως τα χρώματα της ποίησης…”. Και τότε, τα μάτια του έλαμψαν και της είπε με αυτοπεποίθηση: “Το τραγούδι σου είναι όμορφο σαν το σύννεφο”. 

“Σε ευχαριστώ, αλλά… Πως γίνεται ένα τραγούδι να μοιάζει με ένα σύννεφο; Τα σύννεφα δεν έχουν ήχο!” του απάντησε μπερδεμένη η Δόννα.

“Το τραγούδι σου είναι ελαφρύ, στέκεται μετέωρο στην καρδιά, όπως τα λευκά σύννεφα στον ανοιξιάτικο ουρανό. Και είναι δροσερό, ξεδιψάει την ψυχή που αναζητά την ζωή. Και είναι η φωνή σου αγνή, λευκή, καθαρή! Σκεπάζει το μυαλό όπως τα σύννεφα προσφέρουν την πολύτιμη σκιά τους στους κουρασμένους ταξιδιώτες. Μα πάνω από όλα, το τραγούδι σου παίρνει την μορφή που εγώ ο ίδιος αναζητώ, σαν να καταλαβαίνει τις επιθυμίες μου! Όπως τα σύννεφα που αλλάζουν μορφές κι άλλες φορές μοιάζουν με φτερωτούς δράκους, τριαντάφυλλα, πουλιά ή κύματα, έτσι και το τραγούδι σου γεννάει μέσα μου λέξεις και συναισθήματα!”

Έπειτα σταμάτησε, γιατί δεν ήξερε τι άλλο να πει. 

Η Δόννα, φανερά κολακευμένη, του πρότεινε να πετάξουν για λίγο παρέα. Εκείνη θα έκανε την πρόβα της κι εκείνος τα ακροβατικά του. Κι ίσως μπορούσαν να τα συνδυάσουν αυτά τα δύο. Η Δόννα έδινε τον ρυθμό με το τραγούδι της και ο Τσιουρίν έκανε εναέριες κωλοτούμπες, απότομα ξεσπάσματα, περίτεχνες φιγούρες…

Τόσο όμορφα περνούσαν που η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβουν. Η γιορτή ξεκίνησε, συνέχισε και τελείωσε. Ο Τσιτσίφης τιμωρήθηκε από την δασκάλα γιατί είχε φτιάξει έναν τεράστιο γάτο από πηλό που τρόμαζε τα πουλάκια. Κι όταν έφτασε η δύση του ηλίου και ο ουρανός έγινε κόκκινος σαν τα φτερά του Τσιουρίν, τότε κατάλαβαν τα δύο ερωτευμένα πουλάκια πόσο είχαν καθυστερήσει!

Είχαν χάσει την γιορτή της άνοιξης, αλλά είχαν μέσα τους την άνοιξη του έρωτα που θα τους ζέσταινε χειμώνα - καλοκαίρι… 

Από τότε, κάθε μέρα, όταν είχαν λίγο ελεύθερο χρόνο, το έσκαγαν και πετούσαν μακριά, τραγουδώντας, συζητώντας και γελώντας. Κι ο Τσιουρίν έμαθε πως η αγάπη γεννιέται από την αλήθεια της ποίησης, στηρίζεται στις λέξεις και καταλήγει να είναι η πιο γλυκιά απόδραση στους απέραντους ορίζοντες της ζωής…