Οι ουρανοί

Μια φορά κι έναν καιρό, 

στην μαγεμένη πολιτεία των πουλιών…

…ξέσπασε μια μεγάλη κουβέντα για όλα τα μυστήρια του κόσμου. Τα πουλιά στο σχολείο είχαν πολλές απορίες. 

“Κυρία”, ρωτούσανε την δασκάλα Καρδερίνα, “πως γεννιούνται τα πουλιά;”

“Που τελειώνει ο ουρανός;”

 

“Τι είναι τα αστέρια;”

Η δασκάλα Καρδερίνα, βομβαρδιζόταν με ερωτήσεις που τελειωμό δεν είχαν. Στο τέλος, απηύδησε και ζήτησε την βοήθεια της Τσιριβέτα, της βασίλισσας κουκουβάγιας. Εκείνη ήρθε στο σχολείο, μάζεψε όλα τα πουλάκια γύρω της και τα ρώτησε:

“Καλά μου πουλάκια, αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί αποκαλούμε την πόλη μας “μαγεμένη πολιτεία των πουλιών”; Γιατί δεν την αποκαλούμε απλά “η πόλη των πουλιών”; Τι το μαγικό έχει τελικά;”

“Μπορεί και πετάει πάνω από τα σύννεφα!” φώναξε γεμάτο ενθουσιασμό ένα μικρό καναρίνι. 

“Μα πολλά πουλιά πετάνε πάνω από τα σύννεφα, γιατί δεν τα αποκαλούμε “μαγικά”; Γιατί δεν λέμε “ο μαγικός αετός” αλλά λέμε απλά “ο αετός”;” το ρώτησε τρυφερά εκείνη. 

“Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ!” φώναξε περήφανα ο αετός και όλα τα πουλάκια γέλασαν. 

“Υπάρχει ένα ξόρκι, μια πράξη μαγική που μπορεί να κάνει ο καθένας από εμάς” απάντησε η Τσιριβέτα. “Αυτό το ξόρκι είναι η αγάπη. 

Όταν αγαπάς κάτι πολύ, αυτό γίνεται μοναδικό στον κόσμο! Η πολιτεία μας φτιάχτηκε από χιλιάδες πουλάκια που έφεραν κομματάκι - κομματάκι λάσπη από τον κόσμο των ανθρώπων, κλαράκια και φύλλα. Ου!, πόσες φορές χρειάστηκε να ανεβοκατέβουμε για να συλλέξουμε όλα τα υλικά! Κάποια πουλιά δάνεισαν στο τέλος και τα ίδια τους τα φτερά. Μα, όση λάσπη, κλαράκια και φτερά κι αν μαζέψαμε, χρειάστηκε κάτι περισσότερο για να γίνουν όλα αυτά μια μαγεμένη πολιτεία…”

“Χρειάστηκε αγάπη!” τιτίβισε μια περδικούλα.

“Ακριβώς! Εμείς πήραμε όλα αυτά τα υλικά, τα ανακατέψαμε με τα όνειρά μας για ένα πανέμορφο σπιτικό που θα ανήκει σε όλα τα πουλιά του κόσμου και κοιτάξτε γύρω σας! Παράθυρα, πόρτες, τοίχοι, όλα φτιαγμένα τέλεια, διακοσμημένα περίτεχνα, μοναδικά! Τόση αγάπη δώσαμε, τόσο μεράκι, τόση τέχνη, που κάναμε την πόλη μας μοναδική, μια πραγματικά υπέροχη, μαγεμένη πολιτεία!

“Και τα πουλάκια πως έρχονται στον κόσμο;” ρώτησε κατσούφικα ο γκρινιάρης ασημόγλαρος που ήταν πιο πρακτικό πουλί και δεν του άρεσαν οι γενικόλογες κι αφηρημένες απαντήσεις. 

“Όπως η πολιτεία μας, έτσι και δύο πουλάκια που αγαπιούνται κοπιάζουν παρέα και λέξη την λέξη, τιτίβισμα το τιτίβισμα, χάδι στο χάδι, ανακατεύουν όλα αυτά τα υλικά με αγάπη και να σου που προκύπτουν καινούργια πουλάκια, τα παιδιά τους. Είναι ένα θαυμάσιο ξόρκι η αγάπη σας λέω! Θέλει υπομονή και πολλές φορές κούραση, αλλά η αγάπη φτιάχνει συνέχεια καινούργια πράγματα!” του απάντησε η Τσιριβέτα.

“Ναι, αλλά τα πουλάκια είναι ζωντανά, ενώ η πολιτεία όχι!” απάντησε σκεφτικός ο παπαγάλος.

“Ζωντανό είναι ότι αγαπιέται. Το παιχνίδι σας, ο φίλος, οι ιδέες και τα ιδανικά σας, όλα αυτά παίρνουν πνοή από την δική σας αγάπη. Μπορεί να μην το βλέπετε τώρα αλλά σκεφτείτε. Αν αύριο σταματούσαμε να αγαπάμε την πολιτεία μας, τι θα γινόταν;”

“Θα ερήμωνε!” σήκωσε την φτερούγα του ο Τσιουρίν. 

“Ακριβώς!” απάντησε ευχαριστημένη η βασίλισσα. “Τα φτερά θα τα έπαιρνε ο άνεμος, τα φυλλαράκια θα ξεραίνονταν και κανείς δεν θα τα αντικαταστούσε. Μα και τα κλαδάκια θα έσπαγαν, η λάσπη θα γίνονταν χώμα και η πολιτεία δεν θα είχε μαστόρους να την επισκευάσουν. Μην θεωρείτε πως η μαγεμένη πολιτεία δεν είναι ζωντανή, απλά επειδή δεν ανασαίνει ή δεν έχει καρδιά. Εμείς είμαστε η ανάσα των πραγμάτων στα οποία πιστεύουμε και η καρδιά των πραγμάτων που αγαπάμε…”

“Και ποιος έφτιαξε την αγάπη, την λάσπη, τα πουλιά και τα σύννεφα;” ρώτησε ο γκρινιάρης ασημόγλαρος που, όπως είπαμε, ήθελε συγκεκριμένες απαντήσεις. 

Η βασίλισσα του έδειξε τον καταγάλανο ουρανό. 

“Αυτός ο ουρανός τελειώνει άραγε πουθενά;” τον ρώτησε με την σειρά της. 

“Δεν ξέρω” παραδέχτηκε ο ασημόγλαρος. 

“Κανείς δεν ξέρει. Είμαστε όλοι, πολύ μικροί για να γνωρίζουμε τα πάντα. Αυτό που ξέρω είναι πως, ακόμα κι αν πετούσα όλη μου την ζωή, δεν θα έφτανα στο τέλος του. Μπορεί αν φτερούγιζα για δυο ζωές ή πέντε, ή δέκα να το έβλεπα. Αλλά μπορεί και τέλος να μην υπάρχει. Ξέρω όμως ένα πράγμα και αυτό μπορώ να στο πω με βεβαιότητα. Τον ουρανό τον βλέπω με τα δικά μου μάτια και για εμένα είναι όσο απέραντος όσο ποθεί η καρδιά μου κι όσο ατελείωτος όσο χωρά το μυαλό μου. Και δεν θα αφήσω ποτέ κανέναν να μου πει αν τελειώνει ή όχι, γιατί κανείς δεν μπορεί να το ξέρει. 

Όταν κοιτάς ψηλά με τα μάτια, το μυαλό και την καρδιά σου, βλέπεις τον ουρανό σαν ελεύθερο πουλί. 

Όταν κοιτάς ψηλά με τα λόγια των άλλων, βλέπεις τον ουρανό μέσα από ένα αόρατο κλουβί. 

Δεν περιμένω από άλλους απαντήσεις για πράγματα που δεν μπορούν να γνωρίζουν. Ρωτώ τον εαυτό μου και συλλογίζομαι. Δεν ξέρω αν θα φτάσω στην αλήθεια, αλλά ξέρω πως θα δημιουργήσω μια δική μου. Οι δικές μας αλήθειες είναι καλύτερες από τα ψέματα των άλλων!”

Ο Τσιουρίν αναλογίστηκε τα λόγια της Τσιριβέτα και αποφάσισε να μην προβληματιστεί και πολύ. Μια μέρα τα πουλιά θα μάθαιναν την αλήθεια για τον ουρανό, παρατηρώντας, συζητώντας και ερευνώντας. Μέχρι τότε, είναι πολύ πιο σημαντικό να μάθουνε να φτιάχνουν μαγεμένες πολιτείες από αγάπη, λάσπη, κλαράκια και όνειρα… 

Κι όταν το μάθημα τελείωσε, πήρε την Δόννα του και χαθήκαν στους ουρανούς που είναι τόσο απέραντοι, όσο εμείς ορίζουμε…