Ντε Ραγιέ: Η απαγωγή του ποδηλάτου

2.1 Ξενοδοχείο “Εουρόπα”

 

Ο επιθεωρητής Φραντσέσκο Ντε Ραγιέ είχε φροντίσει ιδιαίτερα την εμφάνισή του για εκείνο το ραντεβού. Αιτία ήταν ο Αντριάνο, ο πρώτος του φίλος και - μέχρι σήμερα - ο σημαντικότερος. Βέβαια η ζωή, η δουλειά και οι υποχρεώσεις ανάγκασαν τους δύο νέους να χωρίσουν και - παρότι αλληλογραφούσαν συχνά - είχαν να συναντηθούν περισσότερα από πέντε χρόνια. Όπως ήταν φυσικό, ο επιθεωρητής φώναξε από χαρά όταν διάβασε στο τηλεγράφημα “Ξενοδοχείο Εουρόπα, Τετάρτη, 6 απόγευμα. Συγκλονιστικά νέα. Αντριάνο.”

Πέρασε τις τρεις ώρες που του απέμεναν μέχρι τις έξι, κοιτάζοντας παλιές φωτογραφίες και γράμματα, αναπολώντας την παιδική του ηλικία - άρρηκτα συνδεδεμένη με τον φίλο του. Λίγο πριν την καθορισμένη ώρα, φόρεσε το καλό του κουστούμι, γυάλισε τα παπούτσια του, πασάλειψε το μαλλί με μπριγιαντίνη και ανέβηκε στο ποδήλατό του. Στην διαδρομή μέχρι το κέντρο της πόλης, όπου και βρισκόταν το πολυτελές “Εουρόπα”, αναρωτιόταν ποια να ήταν αυτά τα συγκλονιστικά νέα που είχε να του πει ο Αντριάνο. Ήταν ευαίσθητος και αισθηματικός τύπος, επομένως αν έπρεπε να σχηματίσει μια υπόθεση, θα κατέληγε σε κάποιο ρομαντικό ειδύλλιο. Ίσως όμως και να μην ήταν τίποτα πραγματικά συναρπαστικό - ο φίλος του ήταν φανατικός οπαδός του προγράμματος και της τάξης, επομένως οτιδήποτε απρόσμενο (όσο μικρό κι ασήμαντο κι αν ήταν) θα το χαρακτήριζε φυσικά ως “συγκλονιστικό” ή θα χρησιμοποιούσε την αγαπημένη του λέξη. “Χάος”. Άφησε το ποδήλατο ένα στενό πριν το ξενοδοχείο, ξεσκόνισε με προσοχή το παντελόνι του και έστρωσε το μαλλί του. Αλλά όταν έφτασε έξω από την είσοδο, ο πορτιέρης τον σταμάτησε ευγενικά.

 

“Συγνώμη, αλλά…” είπε και τέντωσε το κεφάλι του προς τα κάτω, σαν να προσπαθούσε να καταπιεί.

 

“Μα έχω ραντεβού αγαπητέ! Και τέλοσπάντων, ποιο είναι το πρόβλημά σας;” απάντησε ο επιθεωρητής με την αυστηρή φωνή του.

 

“Να, ξέρετε, υπάρχουν κάποιοι κανόνες ενδυμασίας και…”

 

“Και τι καλέ μου άνθρωπε; Το καλύτερο κοστούμι μου φοράω. Τρεις μισθούς μου κόστισε και δεν προσθέτω σε αυτά τα μανικετόκουμπα, την γραβάτα και τις κάλτσες. Πεντακάθαρο δε, από το καθαριστήριο. Μα, αλήθεια, τι σας ενοχλεί;”

 

“Να, ξέρετε…” είπε ο πορτιέρης και τέντωσε ξανά το κεφάλι του προς τα κάτω, κοιτώντας τον επιθεωρητή με νόημα στα μάτια.

 

“Όχι δεν ξέρω. Και δεν θα καθίσω εδώ για αρκετή ώρα προκειμένου να μάθω. Κοιτάξτε εδώ!” είπε και έβγαλε την αστυνομική ταυτότητά του, τοποθετώντας την στην βάση της μύτης του αναιδή υπαλλήλου. “Πρόκειται περί αστυνομικής υποθέσεως. Στην άκρη αγαπητέ! Στην άκρη!”

 

Ο επιθεωρητής μπήκε φουριόζος μέσα στην αίθουσα υποδοχής και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. Λίγο πριν περάσει την πόρτα, σταμάτησε μπροστά σε έναν ολόσωμο καθρέφτη, προσπαθώντας να καταλάβει τι ήταν αυτό που έκανε τον αναιδή υπάλληλο να του απαγορέψει την είσοδο. Αν εξαιρέσει κανείς το αναψοκοκκινισμένο χρώμα στα μάγουλα - σημάδι της ταραχής του - όλα ήταν τέλεια. Το μαλλί στρωμένο, το κουστούμι καθαρό και σιδερωμένο, το πουκάμισο δίχως μια ζάρα. Ένα βοηθητικό τραπεζάκι του έκοβε την θέα λίγο κάτω από την μέση, αλλά και το παντελόνι φαινόταν μια χαρά. Ο επιθεωρητής ίσιωσε τον γιακά του και προχώρησε προς την αίθουσα, μην δίνοντας σημασία σε έναν σερβιτόρο που κοιτούσε με το ένα φρύδι σηκωμένο τα σηκωμένα μπατζάκια του βιαστικού επισκέπτη, πιασμένα με τις κάλτσες για να μην μπλέκονται στα γρανάζια του ποδηλάτου…

 

“Καλέ μου φίλε Φραντσέσκο! Πόσος καιρός, πόσος καιρός αλήθεια!” ακούστηκε μια γνώριμη φωνή από ένα τραπέζι στο κέντρο της αίθουσας. Ο Αντριάνο, ένας πολύ ψηλός και γεροδεμένος άντρας που φορούσε ένα ριγέ κοστούμι με ένα φωτεινό κόκκινο παπιγιόν, σηκώθηκε με τα χέρια απλωμένα προς την μεριά του επιθεωρητή.

 

“Καλέ μου Αντριάνο!”

 

Οι δύο άντρες αγκαλιάστηκαν για λίγη ώρα.

 

“Σου ζητώ συγνώμη για την αργοπορία μου, ξέρω πόσο εκτιμάς την ακρίβεια, αλλά ένας αγενέστατος υπάλληλος στην πόρτα…” δικαιολογήθηκε.

 

“Μα, δεν πρόσεξα καν πως καθυστέρησες. Κι έπειτα, καλέ μου φίλε, τόσο καιρό έχω να σε δω, δεν θα το κάνουμε θέμα για εφτά λεπτά… Αλλά κάθισε, κάθισε κοντά μου, έχουμε τόσα πράγματα να προλάβουμε! Καταρχήν, να σου δώσω αυτό” είπε, βγάζοντας έναν φάκελο από το εσωτερικό του σακακιού του.

 

Ο επιθεωρητής κάθισε και πήρε τον φάκελο στα χέρια του.

 

“Συγχαρητήρια Αντριάνο, μπράβο! Να υποθέσω πως το όνομα της τυχερής είναι Μαρία;”

 

“Μα, πως…”

 

“Ε, αγαπητέ μου, έχεις τόσα χρόνια να με δεις και σχεδόν το πρώτο πράγμα που κάνεις είναι να μου δώσεις έναν λευκό φάκελο από ακριβό χαρτί που στην μια του πλευρά έχει ανάγλυφα τα αρχικά Α και Μ. Προφανώς πρόκειται για μια πρόσκληση γάμου, το Α αντιστοιχεί το δικό σου όνομα και το Μ θα μπορούσε να είναι Μικαέλα ή Μαργκερίτα ή κάποιο από τα 22 ονόματα που ξεκινούν από Μ, αλλά αλήθεια, ποιες είναι οι πιθανότητες; Το 45% των γυναικείων ονομάτων στο ληξιαρχείο είναι Μαρία ή τα υποκοριστικά του. Και πρόσεξε, 45% εδώ, γιατί αν ψάξει κανείς στην νότια Ιταλία, το ποσοστό ανεβαίνει μέχρι και το 73% σε κάποιες περιπτώσεις…”

 

“Εντυπωσιάστηκα, πραγματικά εντυπωσιάστηκα!” αναφώνησε ο Αντριάνο. “Λέγεται πράγματι Μαρία λοιπόν και είναι η πιο όμορφη γυναίκα που γνώρισα ποτέ μου!”

 

“Ω, πάνω σε αυτό, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία. Είμαι χαρούμενος για εσένα παλιέ μου φίλε, πραγματικά χαρούμενος. Σε παρακαλώ, εξιστόρησέ μου τα γεγονότα όμως. Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στις ιστορίες που οδηγούν τους φίλους μου στην ευτυχία…”

 

“Φυσικά! Θα στα πω όλα! Εξάλλου, σαν αστυνομικός που είσαι, νομίζω πως θα έχεις έναν επιπλέον λόγο να γοητευθείς από την ιστορία που θα σου διηγηθώ. Γιατί όλα ξεκίνησαν από ένα έγκλημα!”

 

“Μην μου πεις!” φώναξε χαρούμενα ο επιθεωρητής και βολεύτηκε καλύτερα στην πολυθρόνα του.

 

“Έγκλημα όταν λέμε… Κλοπή, μια κλοπή ήταν με λίγο εκβιασμό, αλλά κι αυτό έγκλημα είναι, σωστά; Λοιπόν, κάποιος μου έκλεψε το ποδήλατο. Όταν το βρήκα ξανά, βρήκα μαζί και την αγάπη. Πραγματικά, δεν ξέρω από που να ξεκινήσω…”

 

“Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή! Μου έχεις εξάψει την φαντασία καλέ μου φίλε, άφησέ με να γευτώ μέσα από τα λόγια σου, το έγκλημα που άλλαξε με τόσο όμορφο τρόπο την ζωή σου…”