Στιγμές πριν το ξύπνημα της πόλης

Ο δρόμος γλιστράει κάτω από τα πόδια μου. Ο αέρας με χτυπάει στο πρόσωπο χαρίζοντας μου μια αίσθηση ελευθερίας που με κάνει να ξεχνάω οτι είμαι πάνω στο ποδήλατο, απλά επιπλέω με πάθος στους δρόμους μιας πόλης που ακόμα κοιμάται. Είναι κατηφόρα. Και είναι ξημερώματα. Τα παραθυρόφυλλα είναι κλειστά, κι ίσως να είμαι ο μοναδικός άνθρωπος στην πόλη που είναι ξύπνιος, ο μόνος άνθρωπος που νιώθει την υγρασία να τον τυλίγει και τον ιδρώτα να κυλάει στα πόδια του, ζωντανός, τόσο ζωντανός...

Δεν χορταίνω την οσμή του πρωινού κι οι ανάσες μου γίνονται πιο σύντομες και βαριές. Η καρδιά χτυπάει σαν τρελή και μικρά αγκομαχητά ξεπηδάν από το στήθος μου. Οι ταχύτητες αλλάζουν, κάθε “κλακ” σκληραίνει το πετάλι και τα πόδια μου σπρώχνουν πιο δυνατά σε τούτο τον δρόμο που απαλά απλώνεται μπροστά μου. Είναι η στιγμή που μου ανήκει ο δρόμος, η πόλη κι ο κόσμος.

“Κλακ” οι μύες των ποδιών μου ζεματάν. Δεν είναι η κατηφόρα που με παρασέρνει, είμαι εγώ που τρέχω. Είμαι εγώ που αποφασίζω και δεν ακολουθώ τίποτα πια. Η κούρσα γίνεται νευρική, χορεύει πάνω στο έδαφος, τα βήματά της είναι ανάλαφρα, αρκεί η σκέψη και το σώμα στρίβει, υπακούοντας στην υγρασία και την ελευθερία. Σκύβω το σώμα περισσότερο κι αφουγκράζομαι τον ήχο της ασφάλτου που μου παραδίνεται.

“Να δεις” λέω, “που τα παραθυρόφυλλα κάτι πρωινά σαν κι αυτό, θα έρθει η στιγμή που θα ανοίξουν, σαν μάτια μπρος σε θαύμα. Που οι άνθρωποι θα πεταχτούν στους δρόμους και θα γεμίσουν την πόλη με μουσική, τη μουσική της ανθρωπότητας που μαθαίνει να ζει. Θα δω αυτόν που θα κουνάει με μανία τα χέρια του δίνοντας οδηγίες σε όσους τον ακολουθούν και θα ξέρω πως είναι ένας άνθρωπος που κατάλαβε τη ζωή του λάθος. Θα δω εκείνη που θα κουνάει παιχνιδιάρικα τη μέση της, χαμογελώντας πάντα με το ίδιο γλυκό χαμόγελο, και θα ξέρω πως στην ζωή της τρέφεται μόνο με έρωτα. Και θα είναι αυτό θαυμάσιο. Κι άλλοι πολλοί θα χορεύουν με τα χείλη τους στον ρυθμό της λέξης, άλλοτε φωνάζοντας κι άλλοτε γελώντας, κι άλλοτε ψιθυρίζοντας ή βλαστημώντας, θα είναι άνθρωποι που απευθύνονται σε ανθρώπους. Όχι σε οθόνες, σε τοίχους, σε χαρτιά και εικόνες. Θα είναι μαζί για να μπορούν να πολλαπλασιάζονται ή να διαιρούνται, πάντα με το ίδιο πάθος.

Η ελπίδα μας τις ημέρες εκείνες, δεν θα εκτοξεύεται σε ουρανούς, παρά θα σέρνεται στον διπλανό μας.

Τότε που οι δρόμοι θα είναι όλοι μισοταξιδεμένοι, γιατί κανείς δεν θα ψάχνει για τερματισμούς. Και τα χνάρια από τα πόδια μας, δεν θα ανήκουν σε κανέναν, θα είναι μονάχα τα ντροπαλά μας βήματα σε έναν κόσμο καινούργιο. Σε έναν κόσμο δικό μας. Που θα μπορούμε ελεύθερα να λέμε λέξεις, να αγγίζουμε καρδιές και να σφυρηλατούμε όνειρα. Τότε που οι νόμοι θα σκύβουν το κεφάλι ηττημένοι, γιατί ανάγκη για αυτούς καμιά δεν θα υπάρχει, και η εξουσία με τη φύση μας θα είναι ασύμβατη. Τον καιρό εκείνο θα καλωσορίζουμε το καινούργιο κοιτώντας το στα μάτια. Ίχνος φόβου δεν θα υπάρχει στο βλέμμα μας και τη φωνή μας. “Ήρθες! Σπαταλήσαμε μια ανθρωπότητα να σε περιμένουμε” θα ειρωνευόμαστε. Γιατί εκείνο τον καιρό, θα είναι όλα πιο ανάλαφρα.

Κι όλα όσα έχουν σημασία θα γραφτούν από την αρχή και θα αναρτηθούν στα σύννεφα για να τα διαλύσει ο αέρας και καινούργια πράγματα να βρούμε. Το κρασί θα βγαίνει από το απόσταγμα των ιδεών μας και η καρδιά μας θα είναι το μοναδικό ποτήρι.

Θα κερνάμε τότε.

Γιατί θα είναι η μέθη του διπλανού μας η δική μας επιβεβαίωση. Κι όσα μας χωρίζουν θα χαθούν στις αναθυμιάσεις. Κανείς αυτά δεν θα τα κρύψει. Κι ούτε κανείς ποτέ θα τα λατρέψει.

Στον κόσμο εκείνο θα γεννάμε παιδιά που θα μένουν παιδιά όσο το επιθυμούν. Και θα ζωγραφίζουμε πίνακες με χρώματα που θα χουμε μέσα μας. Κι ακόμα θα πλάθουμε το ιδανικό, κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή μέχρι που να το καταλάβουμε, πως το μόνο ιδανικό είναι το τώρα. Και θα φυλάμε στοργικά τις ατέλειες, ευχαριστημένοι που αυτές υπάρχουν.”

Οι κατηφόρες σταματούν πάντα και πάντα ο ήλιος βγαίνει. Και τα παραθυρόφυλλα ανοίγουν και οι δρόμοι γεμίζουν. Πλήθος αγέλαστων ανθρώπων τους κατακλύζει, που όλο βιάζεται και τρέχει, μα τρέχει μονάχα επειδή βιάζεται κι είναι αυτό ανόητο! Κι οι δρόμοι γεμίζουν με κόρνες και βρισιές και σκουπίδια και όνειρα που στριμώχνονται στο επόμενο πεντάλεπτο. Κι ούτε χνάρια το πλήθος αφήνει, λες και από τους δρόμους τούτους είμαστε απλά περαστικοί και ξένοι.

Κι ακουμπώντας την κούρσα μου στον τοίχο, ακόμα ζεστή από τον δικό μου ιδρώτα, απορώ. Όχι γιατί οι άνθρωποι αρκούνται να είναι κάθε μέρα οι ίδιοι βιαστικοί περαστικοί. Αυτό το ξέρω. Εγώ τέτοιος έχω υπάρξει και στο μέλλον τέτοιος μπορεί να ξαναγίνω, αν χάσω το πάθος μου ή χάσω την αγάπη ή αν πιστέψω πως η ελευθερία είναι πράγμα δύσκολο και περίπλοκο να κερδηθεί.

Εγώ απορώ μοναχά πως γίνεται, με καράβι μια κούρσα που πλέει στην πρωινή δροσιά, να πρόλαβα να ονειρεύτηκα την τόση ελευθερία...

e-book
Download this file (Στιγμές πριν το ξύπνημα της πόλης.epub)epub
Download this file (Στιγμές πριν το ξύπνημα της πόλης.mobi)mobi