Αγριοφράουλες

Οι ρόδες κυλούσαν γλυκά κάτω από τ' αστέρια που σημάδευαν τον σκοτεινό ουρανό. Φεγγάρι δεν υπήρχε, ούτε σπίτια, μονάχα μια σειρά από κιτρινισμένα φωτάκια από τις ξύλινες καλυμμένες με πίσσα κολόνες του δρόμου, που κατέβαινε την πλαγιά σαν δαντέλα, πυκνώνοντας καθώς κρυβόταν σε μια στροφή στη ρίζα του λόφου. Ακόμα και η κορυφογραμμή των βουνών ήταν ελάχιστα πιο σκούρα από τον ουρανό, σχεδόν την υπέθετες μονάχα από την απουσία αστεριών.

 

Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου και κούνησε το φωτάκι της, που στιγμιαία δυνάμωσε το φως του, για να ξαναγυρίσει στο ετοιμοθάνατο λαμπύρισμα του την επόμενη στιγμή. Είχε ξεχάσει να αγοράσει μπαταρίες και η ιδέα να συνεχίσει την διαδρομή χωρίς φως, δεν της φαινόταν καθόλου ελκυστική. Ο δρόμος ήταν γεμάτος λακκούβες και η πλαγιά στ' αριστερά του δρόμου ήταν πολύ απότομη. Γύρισε το διακόπτη και το φως άρχισε να λαμπυρίζει με ρυθμό. Για ένα δευτερόλεπτο ο κόσμος γύρω της έλαμπε και το επόμενο βυθιζόταν στο σκοτάδι. “Καλύτερα από το τίποτα” σκέφτηκε και συνέχισε την διαδρομή της.

Ο αέρας ήταν παγωμένος, αλλά ευχάριστα παγωμένος, έτσι όπως την χάιδευε στο πρόσωπο, τυλίγοντας την με την βαριά μυρωδιά της γης. Το δευτερόλεπτο που το φωτάκι έσβηνε, πριν τα μάτια της προλάβουν να συνηθίσουν στο σκοτάδι, ένιωθε σαν να είναι μόνη της στο κενό, σαν να πετάει σε ένα όνειρο, που κρατούσε πάντοτε τόσο λίγο. Όπως συνέβαινε και την κάθε της ημέρα, παραπατούσε λίγο στο όνειρο και λίγο στις ανάγκες της πραγματικότητας κι αναρωτιόταν πως γίνεται το όνειρο να φαίνεται πάντοτε πιο σύντομο.

<κλικ - φως>

Η πίεση στη δουλειά. Η εικόνα μιας οθόνης υπολογιστή, το μισογεμάτο τασάκι, ένα στόμα που μιλάει, χωρίς να βγάζει ήχους, σημασία έχει να φαίνεται πως ανοιγοκλείνει.

<κλικ – σκοτάδι>

Ελεύθερη να γελά, σε κάποιο δρόμο που δεν γνώριζε.

<κλικ – φως>

Η γιορτή που είναι αναγκασμένη να πάει την Παρασκευή, ένα ρολόι που χτυπά, ένα δάχτυλο που δείχνει, δεν ξέρει προς τα που, σημασία έχει να δείχνει.

<κλικ – σκοτάδι>

Μια αγκαλιά. Κι έπειτα, τίποτε παραπάνω.

<κλικ – φως>

Ένα μεγάλο “πρέπει” γραμμένο σε ένα μεγάλο τοίχο, χτισμένο κάθετα πάνω σε ένα μικρό δρομάκι, βαμμένο με τα χρώματα του σούρουπου. Κρίμα. Το δρομάκι είχε κάτι το διασκεδαστικό. Σημασία έχει το δρομάκι να φράζεται.

<κλικ – σκοτάδι>

Το δρομάκι δίχως τον τοίχο και να είναι αυγή...

Κι όλο το μυαλό της την πυρπολούσε με εικόνες, κάθε που το φως άναβε και κάθε που το φως χανόταν, κάθε που το πόδι της πατούσε γερά και κάθε που παρασυρόταν ανάλαφρα προς τα πάνω.

<κλικ – σκοτάδι>

Η μπροστινή ρόδα κοπάνησε κάπου με μανία και την πέταξε στ' αριστερά.

<κλικ – φως>

Πάτησε ενστικτωδώς το φρένο, αλλά το μόνο πράγμα που πρόλαβε να δει, ήταν τα χαλίκια κάτω από την ρόδα και έναν θάμνο μπροστά και πιο μπροστά ακόμα, το κενό.

<κλικ – σκοτάδι>

Η αίσθηση από τον θάμνο που γρατζουνάει τα πόδια της χωρίς να κόψει ταχύτητα και ένας απροσδιόριστος φόβος για αυτό που δεν έβλεπε πιο μπροστά...

Στην συνέχεια ο χρόνος άλλαξε τη διάρκειά του. Καθώς παρασυρόταν στην πλαγιά οι εναλλαγές φωτός – σκοταδιού, ονείρου και πραγματικότητας γινόταν όλο και πιο γρήγορες, ώσπου σε μια μαγική στιγμή ενώθηκαν και εκείνη ανέπτυσσε ταχύτητα πάνω σε βράχια και χώμα και χορτάρι και πέτρες, όλο και πιο γρήγορα, παλεύοντας να κρατήσει μονάχα την ισορροπία της, το μόνο πράγμα που έμοιαζε να έχει μια λογική... Κι ούτε μπορούσε να υπολογίσει πόσα μέτρα διένυσε ή πόση ώρα κατέβαινε στην πλαγιά, ώσπου τελικά γλίστρησε και προσγειώθηκε στο έδαφος με το πρόσωπο στη γη.

Το παγωμένο υγρό που έτρεχε στο παντελόνι της, την τρόμαξε, νόμιζε πως ήταν αίμα. Αλλά πρώτη η ακοή της, της ψιθύρισε για ένα ρυάκι που έκανε τα βότσαλα να κυλούν το ένα πάνω στο άλλο, σαν μικρά παιδιά που παίζουν. Κάθισε οκλαδόν δίπλα του και αφού έβγαλε το κράνος της και σιγουρεύτηκε πως είχε μονάχα δύο γρατσουνιές στο γόνατο και τον αγκώνα, έπλυνε τις πληγές της και το πρόσωπό της κι ήπιε λίγο, χρησιμοποιώντας τις χούφτες της, νιώθοντας το να κυλάει μέσα της, ζωντανεύοντας κάθε της κύτταρο, σαν ένα μαγικό ελιξήριο νεότητας. Το φως από το ποδήλατό της χτυπούσε κάτι μικροσκοπικά κόκκινα μανιτάρια. Έσκυψε από πάνω τους και με χαρά διαπίστωσε πως ήταν αγριοφράουλες. Έκοψε κάποιες, ήταν αρκετά πικρές αλλά γεμάτες άρωμα, τόσο δυνατό που ένιωθε σαν να μεθά καθώς τις άφηνε να λιώνουν στο στόμα της και το άρωμά τους αγκάλιαζε το μυαλό της. Κι έπειτα ξάπλωσε στο δροσερό χορτάρι και έμεινε να κοιτάζει τα αστέρια, ώσπου τα βλέφαρα της βαρύνανε και καινούργια όνειρα γεννήθηκαν πάνω τους. Κι οι ώρες περάσανε και η αυγή φώτισε τον κόσμο ολόγυρά της, ξυπνώντας τη γλυκά.

Εκείνη η νύχτα είχε αφήσει κάτι καινούργιο μέσα της.

Έσπρωξε το ποδήλατο για να ανέβει την πλαγιά τότε, έπρεπε να συνεχίσει τον δρόμο της, σε λίγες ώρες θα έπρεπε πάλι να πάει στη δουλειά της. Και καθώς πάλευε να ανέβει σκεφτόταν, πως η λογική μας σπρώχνει αυτό που δεν γνωρίζουμε κι αυτό που δεν βλέπουμε να το φοβόμαστε, αυτό που μας είναι άγνωστο να το αποφεύγουμε και να τρέμουμε την ιδέα του πόνου. Και πως η ίδια λογική όταν φεύγουμε από την πορεία μας δεν μας προειδοποιεί ποτέ για τα δροσερά ρυάκια της νιότης και τα απαλά κρεβάτια της γης, για πικρές αγριοφράουλες με μεθυστικά αρώματα και αστέρια που στάζουν όνειρα στα βλέφαρά μας.

Κι είναι όμορφες οι στιγμές, αυτές οι στιγμές που χάνουμε τον έλεγχο των δρόμων μας, που πατάμε πιο γερά στο όνειρο, που ζούμε για λίγο στο άγνωστο. Γιατί τότε μας αποκαλύπτονται τα μικρά πράγματα γύρω μας, αυτά που για καιρό αγνοούσαμε. Γιατί τότε εμφανίζονται απρόσμενα μπροστά μας κι εμείς, εμείς τα βλέπουμε σαν θαύματα και με την καρδιά γεμάτη πάθος, ελεύθεροι αφηνόμαστε τα μικρά πράγματα να ερωτευθούμε...

e-book
Download this file (Αγριοφράουλες.epub)epub
Download this file (Αγριοφράουλες.mobi)mobi