Η πρώτη μέρα

- Συμβαίνει.

- Μα πως είναι δυνατόν; Εγώ πάντοτε πίστευα, να, πίστευα πως άγγελοι δεν υπάρχουν...

- Μπορεί όταν το πίστευες, άγγελοι για εσένα να μην υπήρχαν. Μπορεί να είχες δίκιο.

- Και τότε, γιατί τώρα; Ποιος ο λόγος να περνάει ένας άνθρωπος όλη του τη ζωή, μην πιστεύοντας σε πράγματα που δεν είναι ορατά και τώρα, τώρα που πλησιάζει στο τέλος της ζωής του, να ανακαλύπτει πως τόσα χρόνια σπατάλησε την ζωή του με λάθος τρόπο; Λες πως είσαι άγγελος και λες ακόμα πως ότι ζω συμβαίνει, δεν το ονειρεύομαι. Κι εμφανίζεσαι μπροστά μου για να μου δώσεις κάτι που θα έχω χάσει μέχρι αύριο το πρωί;

 

- Ναι, είναι έτσι ακριβώς.

- Είμαι άρρωστος, ξέρεις. Χάνω τις αναμνήσεις μου και μαζί τους, την ταυτότητά μου. Είναι σαν να είναι όλα εκεί, οι αγάπες και τα μίση μου και οι χαρές και οι πίκρες, στοιβαγμένες σε συρτάρια μα εγώ δεν έχω τα κλειδιά, τα συρτάρια ετούτα να ανοίξω. Σιγά – σιγά, όσα ήξερα χάνονται, οι μέρες ξεκινάνε όλο και πιο λευκές, οι άνθρωποι που με χαιρετούν είναι πιο αχνοί. Μου λες πως αύριο το πρωί που θα ξυπνήσω δεν θα θυμάμαι πια τίποτα κι όμως, εσύ, ένας άγγελος, το μόνο πράγμα που μπορείς να μου χαρίσεις, είναι ένα όνειρο!

- Ναι. Διάλεξε 7 ημέρες της ζωής σου που να θέλεις να τις ξαναζήσεις. Μπορεί να σου φαίνεται σαν όνειρο, αλλά οι μέρες αυτές θα διαρκέσουν ακριβώς εφτά ημέρες. Θα ζήσεις όλα όσα έζησες και τότε, χωρίς καμία αλλαγή, θα νιώθεις ακόμα και την ζέστη ή το κρύο, την υφή από τα μάλλινα πουλόβερ και τις οσμές της άνοιξης... Θα είναι όνειρο που όνειρο δεν θα 'ναι. Διάλεξε μονάχα 7 ημέρες...

Ο γέρος έσκυψε τους ώμους του και έκρυψε το κεφάλι στις ροζιασμένες του παλάμες. Το σκοτεινό φτωχό δωμάτιο του, έμοιαζε τόσο καταθλιπτικό... Ο άγγελος στεκόταν σιωπηλός στην γωνία. Ήξερε μέσα του πως αυτό που του πρόσφερε ήταν δώρο. Πως λαχταρούσε να ξαναζήσει τις μέρες εκείνες, τις τόσο ευτυχισμένες, που αργά ξεθώριασαν, όπως ξεθώριασε η μνήμη... Έκλεισε τα μάτια του τότε, και προσπάθησε να σκεφτεί από που να αρχίσει, ποια μέρα θα μπορούσε να επιλέξει... Κι ένα αδιόρατο χαμόγελο στο στόμα του σήμαινε πως η επιλογή είχε ήδη γίνει και το μυαλό του, σαν τροχός, γυρνούσε στην πιο ευτυχισμένη ημέρα της παιδικής του ηλικίας...

Τρέξε, τρέξε!

Η καρδιά του κόντευε να σπάσει από την ένταση, τα πόδια του είχαν πάρει φωτιά, τα πετάλια γυρνούσαν στο κενό... Βρισκόταν στο τελευταίο τρίτο της διαδρομής, όπου είχε μια μεγάλη και απότομη κατηφόρα. Αν τα κατάφερνε να παραμείνει πρώτος στο τέλος της, θα είχε ένα σημαντικό προβάδισμα για τη νίκη. Σταμάτησε να ποδηλατεί και κράτησε με δύναμη το τιμόνι, προσπαθώντας να είναι όσο πιο σταθερό γίνεται, για να μην χάσει ούτε χιλιοστό. Το σωματάκι του είχε κολλήσει πάνω στον σκελετό του ποδηλάτου, τόσο πολύ είχε σκύψει, για να έχει λιγότερη αντίσταση από τον αέρα, που εκείνο το αυγουστιάτικο μεσημέρι ήταν πολύ δυνατός. Ήξερε τι θα γινόταν σε λίγη ώρα, ήξερε πως τον είχε χάσει τον αγώνα στο παρελθόν και θα τον έχανε και τώρα, αλλά δεν τον ένοιαζε, καθόλου δεν τον ένοιαζε. Ζούσε ξανά με πάθος εκείνη την ημέρα, την ημέρα που σαν παιδάκι δεν ήξερε τι θα του έφερνε το μέλλον κι απλά έτρεχε, με τα κοντά παντελονάκια του και τα χτυπημένα γόνατα για να κερδίσει τον αγώνα και να κερδίσει μια θέση στα μάτια της Μαργαρίτας, νικητής – τροπαιοφόρος πάνω στο κατακόκκινο ποδήλατο του...

Η κατηφόρα τελείωνε σε μια απότομη στροφή κι εκείνος, ο κατά 60 χρόνια μεγαλύτερος εαυτός του, ήξερε πολύ καλά τι θα γινόταν σε εκείνη την στροφή. Σήκωσε το κεφάλι του, ακουμπώντας σχεδόν το σαγόνι του πάνω στο τιμόνι για να μπορέσει να κοιτάξει ευθεία. Η Μαργαρίτα καθόταν στον πλάτανο μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά που δεν είχαν πάρει μέρος στον αγώνα και κάποιους γονείς που χάζευαν αδιάφορα το πολύχρωμο σύννεφο σκόνης, ακτίνων και παιδικών αγκομαχητών που πλησίαζε με θόρυβο.

Σκεφτόταν τον εαυτό του, να καμαρώνει όρθιος δίπλα στο κόκκινο ποδήλατο που θα γυάλιζε κάτω από τον ήλιο, σκεφτόταν και τη Μαργαρίτα που πια θα ήταν αναγκασμένη να τον προσέξει, σκεφτόταν και την μοιραία στροφή που θα του στερούσε τα παραπάνω...

Κι η στροφή πλησίαζε.

Κι ίσως η Μαργαρίτα να εντυπωσιαζόταν, ίσως πάλι να μην έδινε σημασία, αλλά εκεί που η Μαργαρίτα θα κοιτούσε εκείνος θα ήταν παρών.

Κι η στροφή πλησίαζε.

Κι όταν αργότερα θα την ρωτούσαν οι γονείς της πως πέρασε την ημέρα της, ή θα συζητούσε με τις φίλες της, εκείνος στις λέξεις της θα ήταν παρών.

Κι η στροφή είχε πια φτάσει.

Ένα τίναγμα της ρόδας, ποιος ξέρει αν ήταν από μικρό χαλίκι ή από κρυφό γκρεμό... Το ποδήλατο πήγε λίγο αριστερά κι έπειτα λίγο δεξιά και ξαφνικά έχασε τον έλεγχο και χόρευε σε ένα τρελό ζιγκ ζαγκ με τα χέρια σφιχτά επάνω στο τιμόνι και τα μάτια γουρλωμένα. Η πίσω ρόδα γλίστρησε, τα φρένα μπλόκαραν τους τροχούς που δεν πατούσαν πια στο έδαφος, σε μια στιγμή το ποδήλατό του είχε τρελαθεί και τον παρέσερνε μαζί του, μακρυά από όσους νόμους έχουμε στη ζωή μας σαν σταθερές, μακρυά από ότι είναι αρκετά στέρεο για να περιφέρουμε στη βάση του τη ζωή μας...

Κι όπως ότι χορεύει δίχως νόμους, έτσι και το ποδήλατο του ακολούθησε μια τρελή, καταστροφική πτήση. Την στιγμή που το σωματάκι του αποχωριζόταν τον μεταλλικό σκελετό, σκεφτόταν πάλι την Μαργαρίτα, να γελάει, δείχνοντας τον με το δάχτυλο, κι ακόμα το πως θα συζητούσε για την πτώση του με τις φίλες της. Και καθώς πια το σώμα του κυλούσε έξω από τον δρόμο, και αγκάλιαζε τα ξερά χορτάρια, είχε ολόδικά του αυτά τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που όλοι τον κοιτούσαν, μα κανείς δεν είχε τον χρόνο να τον δεί, για να βάλει τα κλάματα.

Έχασε τον αγώνα μα την Μαργαρίτα, ευτυχώς, δεν την είδε. Παρά ένα πλήθος από χοντρές θείες με πόδια που ξεχείλιζαν μέσα από μαύρες γόβες και τεράστια βυζιά που βρώμαγαν ιδρώτα, που τον περικύκλωσαν, κρύβοντάς του τον γαλάζιο ουρανό που πρόβαλε μέσα από τα κίτρινα χορτάρια.

Το απόγευμα καθόταν μονάχος του, δίχως το ποδήλατο, στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, στο απέναντι βουνό, και κοιτούσε λυπημένα τις στέγες να βάφονται στο πορτοκαλί φως του ηλιοβασιλέματος. Τα πόδια του ήταν γεμάτα γρατσουνιές, κατακόκκινα από το ιώδιο κι έφτανε μια μικρή αναπνοή του δροσερού ανέμου για να ανατριχιάσει από τον πόνο. Καθισμένος στο πέτρινο πεζούλι που χώριζε την πλαγιά σε μικρές ημισελήνους, καταλάβαινε πως θα έκανε αρκετό καιρό να ξανακαβαλήσει το ποδήλατό του κι έβγαζε μικρούς αναστεναγμούς, αφού διακοπές χωρίς ποδήλατο ήταν αδιανόητες.

Τότε, ο κατά 60 χρόνια μεγαλύτερος εαυτός του κοίταξε στη στροφή της πλαγιάς, πίσω από τα έλατα προσμένοντας αυτό που ήξερε πως θα έρθει.

Και η ρόδα με το καλαθάκι έκαναν την εμφάνισή τους, συνοδευμένα από μικρά αγκομαχητά και δυο λεπτά χεράκια που σπρώχναν το ποδήλατο στην ανηφόρα. Κι όταν η Μαργαρίτα κάθισε δίπλα του στο πεζούλι, σκουπίζοντας πρώτα επιμελώς τα χώματα, το μυαλό του άδειασε από λέξεις, όπως ο κόσμος γύρω του είχε αδειάσει από οτιδήποτε δεν συμπεριελάμβανε τα σκούρα μάτια της και τα λεπτά ροζ χείλη της. Κι ακίνητος δίπλα της, πάντα ανίκανος να σκεφτεί κάτι για να πει, κι ακόμα πιο ανίκανος να σύρει το βλέμμα του μακριά της, πλησίασε τα χείλη του στα δικά της, λίγο μπερδεμένος γιατί δεν ήξερε τι έπρεπε να περιμένει και φοβισμένος, γιατί δεν ήξερε πως εκείνη θα αντιδρούσε.

Τα χείλη της ήταν απαλά και δροσερά. Κι ο κόσμος ήταν ένα ατελείωτο καλοκαίρι. Και το βράδυ που γυρνούσε στο σπίτι του, τρέχοντας μα και βογκώντας από τον πόνο, με μια τρελή χαρά στην καρδιά, φουσκωμένος από υπερηφάνεια για αυτά τα χείλη που είχε κατακτήσει, συνειδητοποιούσε πως εκείνο το απόγευμα είχε κάνει το πρώτο του δειλό βήμα σε κάτι τρυφερό, γλυκό και γεμάτο μυστήριο. Κι ήταν αυτό το πιο δυνατό από όλα τα βήματα που θα ακολουθούσαν.

Κι όταν έφτασε στο σπίτι του, γλυκά τον πήρε ο ύπνος στο ράντσο κάτω από την καρυδιά, κι έτσι τελείωσε η πρώτη μέρα που ο άγγελος του 'χε χαρίσει...