Οι καμπάνες

Άκουγε μονάχα τον ήχο της αλυσίδας του ποδηλάτου του. Στάθηκε και το ακούμπησε στον τοίχο. Στην συνέχεια πρόβαλε προσεκτικά το κεφάλι του πίσω από τον φαγωμένο από τις ριπές των όπλων, τοίχο. Ο δρόμος ήταν άδειος από κόσμο, γεμάτος, από πέτρες και τούβλα. Μια πλαστική σακούλα περιφερόταν με έναν αργό κυκλικό ρυθμό. Ο αέρας μύριζε όπως κάθε πρωινό, μπαρούτι και καμένο πλαστικό.

Στάθηκε στη γωνία αρκετή ώρα, κοιτάζοντας τα παραθυρόφυλλα των πολυκατοικιών. Η παραμικρή κίνηση πίσω από τις γρίλιες θα μπορούσε να σημαίνει κάποιον φοβισμένο συμπολίτη του, όπως θα μπορούσε να σημαίνει την παρουσία ενός ελεύθερου σκοπευτή. Αν και το ξημέρωμα τα πράγματα ήταν πιο ανθρώπινα. Ήξερε πια, πως σε λίγες ώρες οι δρόμοι θα γέμιζαν από κόσμο που θα προχωρούσε πάντα βιαστικά, σαν μια συνηθισμένη ημέρα πριν το μεγάλο χάος του πολέμου και της επανάστασης. Στις αγορές και τα παζάρια μπορεί που και που να ακουγόταν ένας πυροβολισμός και τότε, το πλήθος έτρεχε προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, ουρλιάζοντας. Αλλά στους δρόμους με τα εμπορικά μαγαζιά ή ότι είχε απομείνει από αυτά, η ζωή ήταν πιο φυσιολογική κάτω από τον ήλιο, απλά πιο βιαστική...

Το βράδυ, όλα γύριζαν στον φόβο και την ανασφάλεια. Και τον παραλογισμό.

Εκείνος τα βράδια έπαιρνε το κορίτσι του και κρυβόντουσαν σε ένα εγκαταλελειμμένο δωματιάκι, με τα φώτα σβηστά για να μην δίνουν στόχο. Μεταξύ τους το αποκαλούσαν “το άσυλο”, κι ήταν γι αυτά το πιο ασφαλές μέρος στον κόσμο. Και κοιτούσαν πίσω από τις γρίλιες τις μεγάλες φωτιές στην πόλη, κάτω από τα μελαγχολικά αστέρια, πάντοτε αγκαλιά για να έχει ο ένας τον άλλο σαν ασπίδα, από την οποία δεν θα μπορούσαν ποτέ – μα πως ήταν εξάλλου δυνατόν- να περάσουν οι σφαίρες...

Ξεθάρρεψε και καβάλησε το ποδήλατό του. Βγήκε από τη γωνία και άρχισε να τρέχει, προσπαθώντας να αποφύγει τις πέτρες και τα ξύλα. Δεν είχε προλάβει να φτάσει στο επόμενο στενό, όταν άκουσε κάτι αχνό πίσω του, να τον ακολουθεί. Το αίμα του πάγωσε και χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, έδωσε ακόμα μεγαλύτερη ώθηση στα πετάλια. Τώρα άκουγε την ανάσα του διώκτη του. Καταλάβαινε πως η απόσταση μεταξύ τους μίκραινε και δεν είχε ελπίδα να γλιτώσει. Έστριψε στο πρώτο στενό που μπορούσε και γύρισε να κοιτάξει κλεφτά πίσω του.

Το θέαμα τον έκανε να ξεσπάσει σε ένα αβίαστο γέλιο.

Ο διώκτης του είχε μακρυά μαύρα αυτιά και μια μικρή μαύρη βούλα στη μουσούδα, σαν μουστάκι. Είχε σταματήσει και τον κοιτούσε με απορημένο βλέμμα, κουνώντας χαρούμενα την ουρά του. Ο νεαρός άπλωσε το χέρι του και το σκυλάκι έτρεξε να τριφτεί πάνω στην παλάμη του. Μείνανε έτσι για πολύ ώρα, παίζοντας και γελώντας. Εξάλλου, όσο η ώρα περνούσε και ο ήλιος ανέβαινε πάνω στα λιγοστά σύννεφα, η πόλη γινόταν πιο ασφαλής.

Αλλά όταν έστρεψε το κεφάλι του ευθεία μπροστά για να συνεχίσει την πορεία του, το αίμα του πάγωσε.

Στα 100 μέτρα ήταν σταματημένο ένα ερπιστριοφόρο. Στην κορυφή του ήταν ένας στρατιώτης που κρατούσε σφιχτά το τουφέκι του. Είχε το γνωστό ηλίθιο ύφος που έχουν όλοι όσοι στην ζωή τους αντί να παίρνουν αποφάσεις και να σχεδιάζουν τη ζωή τους, ακολουθούν διαταγές και άντε, αραιά και που, να μουγκρίσουν καμιά λέξη, όταν θα είναι μόνοι τους και δεν θα τους βλέπει κανένα μάτι. Ήταν τόσο ηλίθια η φάτσα του στρατιώτη, που παρά τον τρόμο που του προκαλούσε το όπλο, δεν μπορούσε παρά να βάλει τα γέλια...

Τώρα, θες ο αέρας που στιγμιαία σταμάτησε να μυρίζει μπαρούτι και πλαστικό και έφερε λίγη από την ξεχασμένη δροσιά των βουνών γύρω από την πόλη, θες η αίσθηση της αγκαλιάς εκείνης, χρωματισμένη από τις μεγάλες φωτιές πίσω από τις γρίλιες, θες ο τρόμος από το όπλο στα χέρια του ηλίθιου, ο νεαρός ένιωσε τόσο δυνατός, σαν τους σούπερ ήρωες των κόμιξ, που πίστεψε πως τίποτα στον κόσμο δεν θα μπορούσε να του κάνει κακό.

Έσκυψε, πήρε μια πέτρα και την πέταξε με δύναμη στο άρμα. Ακούστηκε ένα δυνατό “ντόν” και η πέτρα εξοστρακίστηκε μακρυά. Ο ηλίθιος στρατιώτης δεν κουνήθηκε. Τότε έσκυψε και πήρε κι άλλη πέτρα και ξανά ένα δυνατό “ντον” ακούστηκε. Ο στρατιώτης ανοιγόκλεινε νευρικά τα δάχτυλά του. Η τρίτη έσκασε στο κράνος του, κάνοντας πάλι “ντον” αλλά λίγο πιο υπόκωφο.

Ο στρατιώτης γύρισε το όπλο προς το μέρος του νεαρού και έκανε πως σημαδεύει.

Μα τον νεαρό δεν τον ένοιαζε. Ήθελε απλά να φύγει από μπροστά του η ηλίθια φάτσα που του έκλεινε τον δρόμο και την επομένη να ξυπνούσε σε έναν κόσμο χωρίς όπλα, ηλίθιους, πόλεμο και δολοφονίες.

Ακολούθησαν αρκετές πέτρες. Περίεργο θέαμα, ένας 15χρονος πιτσιρικάς καβάλα σε ένα ποδήλατο, με παρέα ένα σκύλο που δεν έδινε δεκάρα για τον κόσμο γύρω του, παρά για τις ακτίνες του ποδηλάτου που έβρισκε τρομερά ενδιαφέρουσες όταν κινούνταν και για χάδια ενδιαφερόταν, να πετάει πέτρες σε κοτζάμ άρμα...

Ο κόσμος ξύπνησε από το “ντον – ντον” που ηχούσε σαν βραχνιασμένη και άρρυθμη καπάνα, άνοιξε τα παραθυρόφυλλά του κι άρχισε να γελά και να σχολιάζει. Η φάτσα του στρατιώτη, εκτός από ηλίθια ήταν τώρα κατακόκκινη κι αν δεν είχε λάβει ρητά την διαταγή, άνετα θα πατούσε την σκανδάλη. Εξάλλου σε διαταγές και σκανδάλες περιοριζόταν η μόρφωσή του.

Κάποια στιγμή ο νεαρός βαρέθηκε και έστριψε το ποδήλατό του, παίρνοντας άλλο δρόμο για το σπίτι, παρέα με τον σκύλο που δέχτηκε με χαρά το κυνηγητό με το ποδήλατο.

Στο τέλος, δεν άλλαξε τίποτα. Το άρμα δεν μετακινήθηκε, ο πόλεμος δεν κόπασε, οι φωτιές και τα αστέρια εξακολούθησαν να λάμπουν τις νύχτες κι ο στρατιώτης εξακολούθησε να έχει το ίδιο ηλίθιο ύφος ακολουθώντας πιστά τις διαταγές. Τις διαταγές που ενίοτε φωνάζουν “πυρ”...