25 χρόνια και μια νύχτα

Ο ήλιος έπεφτε βασανιστικά πάνω του και του έκαιγε το σβέρκο. Βρισκόταν περίπου στα μισά της διαδρομής του προς την κωμόπολη και, αν και οι μεγάλες ανηφόρες είχαν περάσει, είχε ακόμα πολύ περπάτημα. Σκέφτηκε να ξαποστάσει σε μια ελιά και να συνεχίσει όταν η ζέστη θα είχε υποχωρήσει, αλλά φοβόταν μήπως καθυστερήσει και τον πάρει η νύχτα, δεν ήξερε και καλά την διαδρομή... Και το χειρότερο ήταν πως του είχε τελειώσει το νερό και ο λαιμός του, κατάξερος, τον πονούσε φοβερά. Έτσι συνέχισε να σέρνει τα βήματά του στην καυτή άσφαλτο, ελπίζοντας πως θα συναντούσε κάποιο χωριό στην διαδρομή ή έστω κάποια πηγή.

 Μετά από λίγο, κι ενώ χάζευε τα πόδια του που παίζανε με την σκιά του, στον ίδιο μονότονο ρυθμό περπατήματος, άκουσε το γάβγισμα ενός σκύλου. Σήκωσε το κεφάλι και σκέπασε τα μάτια του με την παλάμη για να μπορέσει να δει. Στην κορφή του λόφου υπήρχε ένα μικρό λευκό σπιτάκι με κεραμίδια και μια μάντρα με μισοπεσμένα δοκάρια, που χορεύανε στον αχνό της καυτής γης. “Τουλάχιστον, θα έχει νερό” σκέφτηκε και κίνησε προς τα εκεί.

Ο παππούλης που έμενε εκεί, προφανώς βοσκός, ήταν πολύ ευγενικός. Του πρόσφερε νερό και φρούτα και τον ρώτησε που πήγαινε.

- Θέλω να πάω στην Αθήνα κι έπειτα, αν όλα μου πάνε καλά, να γυρίσω τον κόσμο.

Ο γέρος τον κοίταξε με περιέργεια.

- Και πόσο χρονών είσαι;

- 15.

- 15...

- Μάλιστα.

- Οι γονείς σου το ξέρουν πως έφυγες; Τους είπες που πας;

- Ο πατέρας μου δεν ξέρω ποιος είναι, δεν τον γνώρισα ποτέ.

- Κι η μάνα σου;

Ο νεαρός έμεινε σιωπηλός και χαμήλωσε το κεφάλι, ντρεπόταν να πει την αλήθεια.

- Εντάξει λοιπόν, εμένα λόγος δεν μου πέφτει. Αλλά με τα πόδια στην Αθήνα, δεν πρόκειται να φτάσεις ποτέ. Έλα μαζί μου...

Ο γέρος άνοιξε μια πόρτα κι έπειτα μια μικρότερη και τον οδήγησε σε μια μικρή αποθήκη που βρομούσε έντονα ακαθαρσίες ζώων. Αφού παραμέρισε κάτι σπασμένες πλαστικές λεκάνες και κουρελούδες, του έτεινε τα χέρια με καμάρι. Ο νεαρός κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει, ώσπου τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι και διέκρινε την πίσω ρόδα ενός ποδηλάτου. Ο βοσκός το έσυρε προς τα έξω και το έβγαλε έξω από το σπίτι.

Το ποδήλατο, τώρα που το έλουζε το φως, φαινόταν πανέμορφο. Είχε ένα περίεργο τιμόνι με καμπύλες και το χρώμα του ήταν κόκκινο σκούρο. Τα λάστιχά του ήταν σκασμένα και ο σκελετός σε πολλά σημεία σκουριασμένος, αλλά εξακολουθούσε να ασκεί μια απίθανη γοητεία στον νεαρό. Είχε δύο μεταλλικούς λασπωτήρες και στον πίσω, φαινόταν ένα μεταλλικό σήμα, προφανώς της εταιρείας που το κατασκεύασε.

- Ξέρεις να κάνεις ποδήλατο;

- Ξέρω ναι! είπε ψέμματα εκείνος.

- Ε, τότε πάρ' το και με γειά σου και χαρά σου. Εγώ τι να το κρατήσω εδώ... Μόνο που δεν έχει σαμπρέλες και εγώ δεν έχω να σου δώσω. Στην συνέχεια έξυσε το σαγόνι του και αποφάσισε να γεμίσει τα λάστιχα με χαρτιά εφημερίδας. “Να τσουλάει στην κατηφόρα...”

Ο μικρός τον ευχαρίστησε και έσπρωξε το ποδήλατο, μέχρι το σημείο που δεν θα φαινόταν από την καλύβα. Τα υπόλοιπα παιδιά ήξεραν να κάνουν ποδήλατο, τα μάθανε οι γονείς τους όταν ήταν μικρά αλλά εκείνος δεν έμαθε ποτέ και ίσως γι' αυτό, ένιωθε μια μεγάλη αντιπάθεια για τα ποδήλατα. Τώρα όμως, μονάχος σε ένα δρόμο στο πουθενά, χωρίς κανέναν να τον κοιτάζει και να τον κοροιδεύει, ένιωθε διαφορετικά. Το κοίταξε καλά καλά, έπλυνε και λίγο με το σάλιο του το σηματάκι πίσω για να φαίνεται καλύτερα κι εκείνο σαν από ευγνωμοσύνη, άστραψε κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο. Ο νεαρός έσφιξε τα χείλη του αποφασιστικά και δειλά – δειλά, ανέβηκε στην σέλα. Έσπρωξε με τα πόδια του λιγάκι και το ποδήλατο κύλησε λίγα μέτρα στην κατηφόρα. Με τα πόδια πάντοτε πάνω από το έδαφος και ποτέ πάνω στα πετάλια, κύλησε λίγο ακόμα, ταλαντεύτηκε αλλά το κράτησε ίσιο, ξαναέδωσε ώθηση και ταλαντεύτηκε ξανά (αλλά λιγότερο) και σιγά- σιγά, ακούμπησε τα πετάλια και πριν τελειώσει η κατηφόρα, ήξερε πια να κάνει ποδήλατο! Τόση ήταν η χαρά του, που είχε ξεχάσει το πρόβλημα με την μάνα του, την Αθήνα, την απόφασή του να γυρίσει τον κόσμο...

Όταν έφτασε στην θάλασσα, έβαλε τα φρούτα και το μπουκάλι με το νερό στην θάλασσα, ανάμεσα στα βράχια για να παγώσουν και έκανε μια βουτιά. Έπειτα ξανανέβηκε στο ποδήλατό του και λίγο με πετάλι, λίγο με το να το παίρνει στα χέρια, έφτασε στην κωμόπολη. Με τα λιγοστά του κέρματα έβαλε καινούργιες σαμπρέλες και ξαμολύθηκε στους δρόμους.

Δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά τόσο ελεύθερος και φοβισμένος και αποφασισμένος, λες και ο κόσμος όλος του άνηκε!

Εκείνο το βράδυ, το πιο αναρχικό βράδυ όλης της ζωής του, όσης έζησε κι όσης έμελλε να ζήσει, κοιμήθηκε πάνω στα χορτάρια, στις ρίζες μιας ελιάς. Και με το που ξημέρωσε, ανέβηκε ξανά στο ποδήλατό του και άρχισε να κάνει πετάλι με μανία. Ανέβαινε βουνά και κατέβαινε σε παραλίες, διέσχιζε κάμπους και περνούσε σαν σβούρα από χωριά. Έπινε νερό από τις πηγές και ακουμπούσε την πλάτη του στους πλάτανους, κι όλο έτρεχε και έτρεχε κι άφηνε πίσω του μέρη άγνωστα για άλλα πιο οικεία, ώσπου χωρίς να το καταλάβει, γύρισε στο χωριό του. Μα ήταν τόση η πείνα και η εξάντληση, που δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. “Ας είναι, και γιατί να το πείς αποτυχία; Έκανα έναν τεράστιο κύκλο μόνο και μόνο για να γυρίσω στο σπίτι μου, αλλά σήμερα, έχω το όχημα για να φύγω οποιαδήποτε ώρα και στιγμή θέλω... Και την επόμενη φορά, αχ! εκείνη την επόμενη φορά...”

Στα σαράντα του, μάθαινε τον γιό του να κάνει ποδήλατο, σε ένα από τα λιγοστά πάρκα της Αθήνας. Τον κοιτούσε που προσπαθούσε να ισορροπήσει και χαμογελούσε.

- Μπαμπά, μπορεί κανείς να ταξιδέψει με το ποδήλατο;

- Φυσικά, αλλά όχι μόνος του.

- Και για να πάει στο χωριό ας πούμε, να δει την γιαγιά, πόσο καιρό θα του πάρει;

- 25 χρόνια κι ένα βράδυ κάτω από μια ελιά. Αλλά εκείνο το βράδυ, θα είναι το πιο όμορφο βράδυ της ζωής του...

- Μμμμμμμμ.... πολλά είναι.... είπε εκείνο με το δάχτυλο στο σαγόνι κι ύστερα βάλθηκε να κάνει το γύρο του συντριβανιού, απορώντας, πόσο τεράστιο διάστημα να είναι αυτά τα 25 χρόνια...