Η ιστορία του αυτοτσούλητου

Ο Αδάμ ένιωθε μεγάλη μοναξιά εκείνον τον καιρό. Τι ο Θεός του πήγαινε όλα τα ζώα για να παίξει, τι του έφτιαχνε ουράνια τόξα, τι γέμιζε τον τόπο με ευωδιές, τίποτα...

Ο Αδάμ ήταν μόνος του.

Ο Θεός φυσικά ήξερε τι χρειαζόταν ο Αδάμ, ένας Θεός ξέρει τα πάντα εξάλλου, αλλά δίσταζε να δημιουργήσει την γυναίκα. Ήταν και διορατικός πως να το κάνουμε, ήξερε ήδη την ιστορία με το φίδι και τον απαγορευμένο καρπό και προσπαθούσε να το καθυστερήσει όσο μπορούσε. Έτσι έσπαγε το κεφάλι του να δει τι να του φτιάξει για να σκοτώνει την ανία του...

 

Ένα πρωινό, ενώ παρακολουθούσε τον κακομοίρη τον Αδάμ να σέρνει αργά τα βήματά του στους κήπους, αναστενάζοντας και παραμιλώντας, Του ήρθε μια ιδέα. Δίχως να χάσει χρόνο, έκανε ένα *παφ* κι εμφανίστηκε μπροστά του ξαφνικά...

"Μπα, πανάθεμά σε, με κοψοχόλιασες!" διαμαρτυρήθηκε ο Αδάμ.

"Έτσι όπως το πας, δεν θα το γλιτώσεις..." του απάντησε ο Θεός. "Αλλά πες μου υιέ μου, γιατί είσαι λυπημένος;"

"Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω τι θέλω. Το μαμούθ έχει την μαμουθίτσα, ο παχυκεφαλόσαυρος (σσ. είδος δεινοσαύρου) την παχυκεφαλοσαυρούλα... Για να σου πω την αλήθεια, δεν ξέρω τι θα μπορούσε κανείς να βρεί σε μια παχυκεφαλοσαυρούλα, αλλά φαίνεται πως ο νεαρός είναι πολύ χαρούμενος. Δεν θα μπορούσες να μου φτιάξεις κι εμένα μια Αδαμίτσα;"

"Μμμμ, προς το παρόν, θα σου κάνω ένα δώρο. Κι αν συνεχίσεις να θέλεις γυναίκα, ε, τότε, κακό του κεφαλιού σου..." του είπε ο Θεός και πριν ακόμα τελειώσει η φράση του ακούστηκε ένα μεγάλο *πουφ* και μέσα από ένα πολύχρωμο σύννεφο σκόνης, εμφανίστηκε ένα ποδήλατο.

Ο Αδάμ ήταν μπερδεμένος. Δεν ήξερε τι σημαίνει “κακό”, τι σημαίνει “γυναίκα” και φυσικά δεν ήξερε πως να χρησιμοποιήσει αυτό το “ποδήλατο”.

Ευτυχώς, το τελευταίο ήταν και το πιο εύκολο, αφού τον καιρό εκείνο μπορούσες να μάθεις κάτι απλά και μόνο προσπαθώντας το, χωρίς να φοβάσαι για τις συνέπειες από τυχόν απροσεξίες κι ατυχήματα. Όσες φορές κι αν έπεσε δεν πόνεσε, και φυσικά για θάνατο ούτε κουβέντα. Συνήθως ανέβαινε ολόκληρα βουνά και πηδούσε με το ποδήλατό του από γκρεμούς. Στο τέλος γινόταν ο ίδιος ένα πολύχρωμο σύννεφο, αλλά σηκωνόταν και χαρούμενος ξανανέβαινε στο βουνό, ψάχνοντας για ακόμα καλύτερο γκρεμό. Λέγεται μάλιστα, στα απόκρυφα κείμενα, πως ο Θεός βλέποντας τον Αδάμ να διασκεδάζει με αυτόν τον τρόπο, πολύ αμφέβαλλε ότι ήταν το τελειότερο δημιουργημά Του κι αυτό το “κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση” Του φαινόταν τουλάχιστον τραβηγμένο.

Αλλά ο Αδάμ ήταν χαρούμενος.

Καρφάκι δεν του καιγόταν πια για τα υπόλοιπα ζώα, τον Θεό και όλα όσα τον περιστοιχίζαν. Του έφτανε να ανεβαίνει στον γκρεμό και να πηδάει από εκεί. Κι Eκείνος, ο ουράνιος πατέρας, έβλεπε το παιδί Του ολοένα ν' απομακρύνεται, όπως ακόμα και σήμερα ένας άνθρωπος χαρούμενος δεν ψάχνει τον Θεό, αφήνοντας τέτοιου είδους ασχολίες για τους δυστυχισμένους και τους ετοιμοθανάτους. Πληγώθηκε ο Θεός, τέτοια αχαριστία πια... Σκέφτηκε πως μόνο ένα πράγμα θα μπορούσε να τον ξαναφέρει κοντά Του, κι αυτό ήταν μια γυναίκα.

Ένα απόγευμα, ενώ ο Αδάμ ανέβαινε για χιλιοστή φορά στην κορυφή του βουνού, του έριξε μια με έναν κεραυνό, τον ξάπλωσε φαρδύ- πλατύ στο χώμα και του βούτηξε τα παϊδάκια του. Όταν ο Αδάμ ξύπνησε, κοίταξε γύρω του και είδε μέσα στη θολούρα του, ένα παράξενο πλάσμα να κάθεται πάνω στο ποδήλατό του.

"Άντε πια, “γεράσαμε” να σε περιμένουμε υπναρά!" του είπε χαμογελώντας.

Ο Αδάμ την κοίταξε καλύτερα. Ήταν σαν εκείνον, αλλά με λιγότερες τρίχες. Επίσης, μπροστά είχε δυο πολύ ωραία, έτσι στρογγυλά- στρογγυλά, σαν φρούτα από τα οποία για έναν περίεργο λόγο δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα του, ενώ της έλειπε τελείως αυτό το είδος προβοσκίδας ανάμεσα στα πόδια.

“Την κακομοίρα” σκέφτηκε...

"Λοιπόν, εγώ είμαι καινούργια εδώ, τι κάνει κανείς για να διασκεδάσει; Α, και είμαι η “πανέμορφη πριγκίπισσα Εύα”, αλλά εσύ μπορείς να με φωνάζεις απλά Εύα..."

"Εμ, εγώ είμαι ο Αδάμ. Και για να διασκεδάσω... Α, ναι, λοιπόν, ανεβαίνω πάνω στο βουνό με το ποδήλατο..."

"Α, καλό ακούγεται, πάμε!"

"Φυσικά, μα έχουμε μόνο ένα ποδήλατο..."

"Αυτό είναι προφανές... Σπρώξε λοιπόν, τι περιμένεις, το ποδήλατο δεν θ' ανέβει μόνο του στα βουνά ξέρεις!"

Ο Αδάμ, η αλήθεια είναι οτι ετοιμαζόταν να της βάλει τις φωνές, αλλά την στιγμή εκείνη, η πριγκίπισσα Εύα χαμογέλασε, κι εκείνος ξέχασε μεμιάς τα πάντα. Κι όταν ακούμπησε την πλάτη της για να την σπρώξει κι ένιωσε πόσο απαλό ήταν το δέρμα της, κατάλαβε ότι όσο περίεργο κι αν ήταν αυτό το πλάσμα με την λειψή γούνα, ήταν ότι πιο όμορφο είχε υπάρξει ποτέ σε ολόκληρο τον Παράδεισο...

 

Η πριγκίπισσα διασκέδασε αρκετά μέχρι που φτάσανε στην κορυφή του βουνού.

"Και τώρα, τι κάνουμε;" τον ρώτησε όλο περιέργεια.

"Ε, τώρα πηδάμε στο γκρεμό! Παίρνουμε φόρα από εκεί πάνω και..."

"Α, πα πα! Θα γίνω όλο σκόνες! Κι έπειτα, πόσο χαζό είναι να ανεβαίνεις μέχρι εδώ πάνω, μόνο και μόνο για να πέσεις πάλι κάτω! Αποκλείεται! Αλλά βέβαια, Αδάμ δεν είσαι; Όλοι ίδιοι είστε... Δεν καταλαβαίνετε, απλά δεν καταλαβαίνετε! Λοιπόν, εγώ θα κατέβω από το μονοπάτι, τσουλώντας στην κατηφόρα, κι εσύ θα ακολουθείς!"

Έτσι κι έγινε. Οι πρωτόπλαστοι συνέχιζαν να παίζουν με το ποδήλατο για πολλά χρόνια, πάντα με τον ίδιο τρόπο. Καλά, όχι πάντα με τον ίδιο τρόπο, η αλήθεια είναι οτι η έλλειψη προβοσκίδας τους ώθησε και σε άλλα παιχνίδια, αλλά αυτά θα τα διαβάσετε πάλι στα απόκρυφα. Πίσω στα δικά μας, ο Αδάμ έσπρωχνε στην ανηφόρα, η πριγκίπισσα τσούλαγε στην κατηφόρα κι ήταν τόσο ευτυχισμένοι, που ο καταραμένος όφις δεν μπορούσε να βρεί ούτε ένα ψεγάδι, μια τρύπα στην χαρά τους, για να σπείρει τις κακόβουλες προθέσεις του. Και προσπάθησε. Τους υποσχέθηκε την ελευθερία τους, τους είπε πως θα γίνουν θεοί, έφτιαξε φορέματα και ρούχα για να τους παραπλανήσει, δημιούργησε τα χρήματα... Αυτό το τελευταίο μάλιστα, αν και δεν έπιασε, αποφάσισε πως ήταν πολύ εμπνευσμένο και το κράτησε για να το ξαναχρησιμοποιήσει στο μέλλον. 

Τελικά κατάλαβε πως η μόνη του ευκαιρία θα ήταν να φτιάξει κάτι πιο πρακτικό απ' το ποδήλατο.

Τι ήθελε η Εύα; Κάτι που να τσουλάει μόνο του. Τι ήθελε ο Αδάμ; Κάτι που να του επιτρέπει να είναι συνεχώς δίπλα της, να την μυρίζει, να την αγγίζει, να την κοιτά...

Κι έτσι έφτιαξε ένα όχημα που είχε θέση για δύο και τσουλούσε από μόνο του, και για τον λόγο αυτόν το ονόμασε “αυτοτσούλητο”. Εντάξει, μπορεί να μην ακούγεται τόσο καλό, αλλά την εποχή εκείνη δεν είχε εφευρεθεί ακόμα το μάρκετινγκ για να βάζει ωραία ονόματα στα άχρηστα πράγματα!

Βέβαια, σαν κάτι που κατασκευάστηκε στην κόλαση, είχε κι αυτό τα μειονεκτηματάκια του. Π.χ. έβγαζε καυσαέρια και βρομούσε, ή έκανε θόρυβο, άσε που έπρεπε πριν ξεκινήσουν, να σκάβουν πηγάδια για να βρίσκουν πετρέλαιο. Γιατί μπορεί στην κόλαση το πετρέλαιο να έρεε άφθονο και γι αυτό να χρησιμοποιήθηκε σαν καύσιμο, αλλά στην γη του παραδείσου ήταν αδύνατο να το βρεί κανείς. Βέβαια ο διάολος σκέφτηκε πως ήταν ακόμα στο πρωτότυπο κι ένιωθε σίγουρος πως στο μέλλον, το πρόβλημα θα λυνόταν...

Με τα πολλά ήρθε η μέρα που τους έκανε επίδειξη του αυτοτσούλητου.

Η Εύα συγκλονίστηκε όταν το είδε, αν και θα προτιμούσε αντί για κόκκινο, κάτι σε ροζ.

Στον Αδάμ δεν έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, σκέφτηκε μονάχα πως μέσα σε αυτό θα μπορούσε να διαφέρει, αν και δεν ήταν σίγουρος από ποιόν θα διέφερε, δεδομένου οτι δεν υπήρχε άλλος...

Με τα πολλά, αρπάξαν τα κλειδιά που είχαν ένα μπρελόκ με ένα μήλο απάνω (λογότυπο της αυτοτσουλητοβιομηχανίας της κόλασης), τα έβαλαν στην μίζα και...