Ένας δειλός καβάλα σ' έναν πήγασο

Λοιπόν, έχουμε και λέμε.... πέντε εφτά τριανταπέντε και τέσσερα κι άλλα οχτώ και τα είκοσι... πως να τα ξεχάσεις τα είκοσι... Που είμασταν; Α, ναι! εξηνταεφτά και δεν βγάζεις ούτε την εβδομάδα... Προσθέτουμε σ' αυτά είκοσι και εννιά και δεκατέσσερα και οχτώ, μα τι τα ήθελα τα οχτώ! Κινηματογράφος σου λέει... Άντε να μου βγει ο προϋπολογισμός τώρα... Οι πολυτέλειες θα με φάνε... Φφφφφφφφφ... Οχτώ είναι οχτώ, δεν είναι παίξε γέλασε! Τώρα, ας προσθέσουμε και τα εξηντατέσσερα και εβδομήντα του λογαριασμού και τα δύο και σαράντα, μα ακούς εκεί δύο και σαράντα! Έναν καφέ ήθελα, δεν νοίκιασα το τραπέζι, αγαπητέ... Κι έπειτα άλλα μηδέν κόμμα πενήντα και...

 

Ο Μνήμονας είχε ιδρώσει. Τα χείλη του κινούνταν σαν να ακολουθούσαν τον ρυθμό μιας ψαλμωδίας και τα μάτια του κάρφωναν τον τοίχο αντικρίζοντας το άπειρο. Από μικρός είχε κλήση στα μαθηματικά, και είχε και μια εξαιρετική ικανότητα απομνημόνευσης, τέτοια που μέχρι και οι Times είχαν γράψει άρθρο γι' αυτόν. Αλλά τι τα θες... Τελείωσε το πανεπιστήμιο, έκανε και το διδακτορικό του, αλλά δουλειά δεν έβρισκε. Ακόμα και δάσκαλος που ήθελε να γίνει, την θέση του την πήρανε τα ανίψια των δημάρχων, βουλευτών, υπουργών, εφοπλιστών, διευθυντών, οδηγών, γραμματέων, ιερέων και λοιπών... Και πως να βρει δουλειά ο κακομοίρης; Ήταν μικρόσωμος με βαθουλωμένα μάγουλα, καραφλίτσα και φοβισμένο βλέμμα. Μπροστά στους άλλους τραύλιζε και ίδρωνε και ποτέ μα ποτέ δεν τους κοίταζε στα μάτια. Πως να τον εμπιστευθεί κανείς; "Στην πρώτη δυσκολία, τούτος εδώ θα μου λιποθυμήσει..." Κι έτσι, ο Μνήμων μπορούσε να σου πει τι καιρό έκανε την τελευταία μέρα του Φλεβάρη πριν από οκτώ χρόνια, αλλά δεν μπορούσε να σου πει πότε ήταν η τελευταία φορά που ήταν ευτυχισμένος.

Ίδρωνε ξεΐδρωνε εκείνο το πρωί, ο λογαριασμός δεν του έβγαινε... Βρε πως να χωρέσεις μια θάλασσα σε ένα κρασοπότηρο, μπορείς; Και καλά, όλα τα άλλα τα βόλευε, η θέρμανση είναι υπερεκτιμημένο πράγμα, στην Ελλάδα ζούμε, τόσους μήνες ήλιο έχουμε... Και το φαΐ, μα σιγά το πολύ που έτρωγε ο κακομοίρης... Τα ρούχα; Η κινεζούλα με το μαγαζί με τα ρούχα, τρόφιμα, ηλεκτρικά, υπολογιστές και κοσμήματα ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο μιλούσε κάθε πρώτη του μήνα, όταν έπαιρνε το ένα πουκάμισο ή το ένα παντελόνι. "Καλημένα κύνιε Μίμο"...

Το θέμα της μεταφοράς τον απασχολούσε παρόλα αυτά. Κι όχι υπερβολές, δεν ήταν από τους καλομαθημένους να πεις, μέχρι και είκοσι χιλιόμετρα τα πήγαινε με τα πόδια, δεν είχε πρόβλημα. Αλλά τον είχαν πάρει σαν βοηθό σε ένα λογιστικό γραφείο, κοντά σαράντα χιλιόμετρα από το σπίτι του...

Ένα να πάω κι ένα να γυρίσω κι αυτό επί πέντε και το όλο επί τέσσερα... Σαράντα, μάλιστα σαράντα, το ένα δέκατο του μισθού μου, σαράντα... Τι φοβερό! Φόρεσε το παλτό του και βγήκε στον δρόμο. Βέβαια, παλτό δεν χρειαζόταν, ο ήλιος έλαμπε και τα πάντα χαμογελούσαν, εκτός από τον Μνήμονα που έψελνε μέσα από τα δόντια του, αφηρημένος όπως πάντα πως "σαράντα, τι σαράντα, με σαράντα θα έβαζα δόσεις για να πάρω αυτοκίνητο, μα χιλιόμετρο και κέρμα, χιλιόμετρο και κέρμα...".

Εκείνη η μέρα ήταν Κυριακή και τις Κυριακές ο Μνήμονας ένιωθε πλούσιος. Κατέβαινε στο παζάρι και κοιτούσε τα σκουριασμένα μετάλλια των στρατιωτών της Σοβιετικής Ένωσης, τις λάμπες με το μεταλλικό λαιμό, τα σκαλιστά λιοντάρια των πόμολων της πόρτας... Φανταζόταν πως ήταν εκείνος κάποιος Ρώσος, βγαλμένος από διήγημα του Τσέχοφ και είχε ένα σπίτι σε κάποιο προάστιο. Συνταξιοδοτημένος στρατιωτικός, αυτό ήταν το σενάριο που προτιμούσε, στρατιωτικός λοιπόν, σεβάσμιος από όλους με σπίτι και μια παραδουλεύτρα με λευκά μαλλιά και κοντές κάλτσες που την λέγανε Λουντμίλλα. Την Κυριακή έπαιρνε το τρένο και πήγαινε να ψωνίσει για το σπίτι, από τις αντικερί της πόλης. Στον γυρισμό θα τον περίμενε ένα πιάτο σούπα με πατάτες και κρεμμύδια, ένα ποτηράκι λικέρ τριαντάφυλλο και καπνός με άρωμα πορτοκάλι για την πίπα.

Στην πραγματικότητα απλά κοίταζε τους βρώμικους πάγκους και προσπαθούσε να φανταστεί όλα αυτά τα σκουπίδια, γυαλισμένα να λάμπουν πάνω σε πόρτες και σε μάλλινες χλαίνες, μέσα σε σαλόνια με βαριά έπιπλα και τεράστιες κουρτίνες που μύριζαν πάντοτε γαρύφαλλο. Κι όταν καθόταν σε κάποιο παγκάκι να ξεκουραστεί, στο μυαλό του έρχονταν φυσιογνωμίες που είχε δει κατά την διάρκεια της βόλτας του και διακριτικά τον πλησίαζαν να του μιλήσουν... Κάποιοι ήταν συγγενείς του που τον κολάκευαν μπας και του φάνε κανένα ρούβλι, άλλοι ήταν στρατιώτες του, που συγκινημένοι τον αγκάλιαζαν και μιλούσαν με τις ώρες για την μάχη εκείνη που κερδήθηκε χάρις στην ανδρεία και τις σωστές αποφάσεις του Μνήμονα, ενώ ήταν από πριν, εμφανώς χαμένη.

Ο Μνήμονας δεν ήταν τρελός, όχι, αλλά η βόλτα της Κυριακής του ήταν γι αυτόν ο πιο φτηνός κινηματογράφος...

Μα εκείνη την Κυριακή, παρατήρησε κάτι παράξενο. Σε έναν πάγκο, ήταν ένα ποδήλατο, όμορφο, πολύ όμορφο... Λίγο σκουριασμένο εντάξει, και η σέλα ήταν σε άθλια κατάσταση και τα γρανάζια ήταν λίγο λειψά και τα φρένα δεν πατιόντουσαν και τα λάστιχα ήταν σκισμένα, αλλά ήταν όμορφο, πολύ πολύ όμορφο, τόσο όμορφο... Ο Μνήμονας έσκυψε και το παρατήρησε. Στον σκελετό έγραφε Πerac και είχε ένα μικρό σήμα που έμοιαζε με πήγασο κι από κάτω, ίσα που φαινόταν, 1915... Πριν καν προλάβει να φανταστεί τον στρατιώτη που το έσερνε στο λασπωμένο χιόνι, γυρνώντας από το μέτωπο για να δει την αρραβωνιαστικιά του, τον πλησίασε ο έμπορος και η βάρβαρη φωνή του διέλυσε τον νεαρό στρατιώτη σε μικρές ακτίνες ομίχλης...

-Πενήντα

-Όοοχι, εγώ το κοιτούσα, δεν... δηλαδή εγώ ήθελα να δω... όχι να το αγοράσω...

-Τριάντα

-Μα, σας ευχαριστώ αλλά εγώ, όπως σας είπα και προηγουμένως...

-Τι είναι τριάντα; Ένα ταξί να έπαιρνες, περισσότερα θα έδινες. Κι αυτό είναι του κουτιού, μην το βλέπεις έτσι... Το είχε ο θείος μου, το ξέρω εγώ αυτό το ποδήλατο! Αυτό βρε; Ποδήλατο πενταετίας είναι και να το δεις πως τσουλάει... Λίγο φούσκωμα θέλουν τα λάστιχα, άντε και λίγο λάδι στην αλυσίδα, τι είναι λίγο λαδάκι; Βρε τριάντα σου λέω, λεωφορείο να έπαιρνες...

Ο Μνήμονας αγόρασε το ποδήλατο, όχι για άλλο λόγο, αλλά γιατί το ποδήλατο του νεαρού στρατιώτη έπρεπε να κυλάει σε λάσπες και η καρδιά του να χτυπά με μανία όταν γυρνάει από το μέτωπο, καθώς περιμένει να δει την αρραβωνιαστικιά του κι όχι να ανήκει σε κάποιον πλαδαρό θείο εμπόρου που δεν σέβεται την ιστορία του...

Κι έπειτα, τριάντα είναι τριάντα, με το λεωφορείο θα ήθελε σαράντα... Κι αν είχε και απεργία; Α, όχι, τριάντα είναι καλά, είναι πολύ καλύτερα από σαράντα... Μα αστειευόμαστε τώρα;

Κι έτσι του πήρε και σαμπρέλες, και λαδάκι του βαλε και έραψε την σέλα μέχρι να πάρει μια καλύτερη και γυάλισε τον πήγασο στον λαιμό και τον καμάρωνε να λάμπει κάτω από τον ήλιο και χάιδευε με τις ώρες το 1915, κι όλο σκεφτόταν τον νεαρό στρατιώτη και τα χιόνια και τις λάσπες...

Τις Κυριακές όλοι οι άνθρωποι ονειρεύονται πάντοτε, όλα αυτά που η Δευτέρα ποτέ δεν τους φέρνει, ευτυχισμένοι που οι Κυριακές, θα είναι πιστές στο ραντεβού τους και την επόμενη εβδομάδα.

Κι όταν η Δευτέρα ξύπνησε, ο Μνήμονας βγήκε στους δρόμους με τον Πήγασο για να πάει στην δουλειά του, των σαράντα χιλιομέτρων και των τετρακοσίων κερμάτων. Εκείνη την ημέρα τρόμαξε, πολύ τρόμαξε, τα αυτοκίνητα που του κόρναραν, τα λεωφορεία που περνούσαν ξυστά δίπλα του, τον δρόμο με τις λακκούβες και τα μηχανάκια που τον προσπερνούσαν απρόβλεπτα. Αλλά το απόγευμα που η κίνηση είχε πέσει, τα πράγματα ήταν καλύτερα και στον δρόμο σιγοτραγουδούσε χαρούμενα.

Την Τρίτη διεκδίκησε λίγο περισσότερο χώρο στον δρόμο και την Τετάρτη πέρασε επιδεικτικά μπροστά από ένα αυτοκίνητο που πήγε να παραβιάσει το κόκκινο, την Πέμπτη είχε την μισή λωρίδα δική του και την Παρασκευή βρήκε δουλειά σε ένα διπλανό γραφείο κι είπε στ' αφεντικό του να πάει να γαμηθεί.

 

Και το Σάββατο το βράδυ αποκοιμήθηκε με τον πήγασο να γυαλίζει δίπλα στο κρεβάτι του, περιμένοντας την Κυριακή, καινούργια όνειρα να κάνει... Κι όσο για τα χρήματα; Μα, κάποια λύση θα βρεθεί, τα χρήματα, αλήθεια! τα είχε ήδη ξεχάσει...