Μια ιστορία για το Tour

Διαβάζοντας την ιστορία του Tour de France, έπεσα πάνω σε ένα αρκετά παράξενο περιστατικό.

Το 1904 ο Maurice Garin κέρδισε το Tour, αλλά… ένας πιτσιρίκος τον πρόδωσε! Ο μπόμπιρας είχε δει να μπαίνουν μέσα στο τρένο διάφοροι ποδηλάτες, ανάμεσα στους οποίους και ο μετέπειτα νικητής, για να καλύψουν τμήμα της διαδρομής, την ώρα που οι συναγωνιστές τους έκαναν μανιωδώς πετάλι… Τι ακριβώς συνέβη όταν το παιδί αναγνώρισε τον Garin δεν το γνωρίζουμε γιατί τα αρχεία εκείνης της χρονιάς χάθηκαν κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, όταν και τα μετέφεραν από την Γαλλία για να τα γλιτώσουν από την γερμανική κατοχή.

Η ιστορία που ακολουθεί βασίζεται σε αυτό το γεγονός, αλλά με τελείως φανταστικά γεγονότα και ονόματα. Επίσης μπορεί να υπάρχουν τεχνικές λεπτομέρειες που να μου ξεφεύγουν, ούτως ή άλλως τα στοιχεία από τις εποχές εκείνες είναι λίγα…

Α! Και κάτι άλλο. Το Tour φέτος ξεκινά στις 3 Ιουλίου…


 

Το ποδήλατο έτριζε στην κατηφόρα, τόσο δυνατά που νόμιζα πως ο μπροστινός μου τροχός θα έφευγε από την θέση του. Ο δρόμος στο σημείο εκείνο είχε αρκετά πετραδάκια και κάποιες αρκετά μεγάλες πέτρες που είχαν γλιστρήσει από την πλαγιά, επομένως έπρεπε να είναι κανείς αρκετά προσεκτικός.

Στην αρχή του γύρου, στον πρώτο κι όλα αγώνα, μου είχε στραβώσει η ζάντα και είχα αναγκαστεί να εγκαταλείψω τον αγώνα, 20 χλμ έξω από το κοντινότερο χωριό. Η απογοήτευσή μου ήταν τεράστια καθώς περπατούσα στον δρόμο ανάμεσα στα ηλιοστάσια, με το ποδήλατο στην πλάτη, για να μην χαλάσω τελείως τον τροχό.

Είχα κάνει το χειρότερο δυνατό ξεκίνημα, μα αλήθεια, τι δουλειά είχα εγώ εδώ πέρα; Μακρυά από το σπίτι μου, να ακολουθώ ένα όνειρο… Στην καλύτερη περίπτωση θα έβγαζα μια φωτογραφία και θα την έβαζα σε μια κορνίζα στο ποδηλατάδικο του θείου μου, Luigi, σαν ενθύμιο του αγώνα. Ο θείος είχε υποσχεθεί πως το ποδηλατάδικο θα το άφηνε σε εμένα αφού άλλα παιδιά δεν είχε κι ένα ποδηλατάδικο είναι μια κάποια εξασφάλιση, όπως και να το κάνεις. Θέλω να πω πως, άλλο είναι να είσαι ένας άνεργος που περνάς τις ημέρες σου καβάλα σε ένα ποδήλατο κι άλλο ένας καταστηματάρχης. Γιατί αν πας να ζητήσεις το χέρι της Elena ως άνεργος, το καλύτερο που μπορείς να πάρεις είναι μια μπουνιά στην μύτη από τον πατέρα της. Αν όμως είσαι καταστηματάρχης τα πράγματα είναι διαφορετικά, θα σε αποκαλέσουν κύριο, θα σε κεράσουν λικέρ λεμόνι και ο πατέρας της θα σου μιλά για την οικονομική κατάσταση στην Ευρώπη και θα σου λέει ανέκδοτα για τους Γάλλους και τους Γερμανούς.

Συνέχισα να κατεβαίνω με ταχύτητα το δρομάκι εκείνο. Ήμουν πρώτος, ποιος θα το περίμενε ποτέ; Πρώτος, μάλιστα, εγώ! Αν μονάχα μπορούσαν να με δουν οι φίλοι μου από τη Νάπολη, πόσο περήφανοι θα ήταν αλήθεια! Κι όσο η κατηφόρα συνέχιζε, τόσο το μυαλό μου γυρνούσε πίσω, στην πρώτη εκείνη ημέρα των αγώνων, που παραλίγο να τα παρατήσω…

Θυμάμαι πολύ έντονα εκείνο το μεσημέρι. Ο ώμος μου είχε πιαστεί από το βάρος του ποδηλάτου που κουβαλούσα και η σαμπρέλα που είχα περάσει χιαστί στο σώμα μου με έκοβε λιγάκι. Άφησα το ποδήλατο στην ρίζα ενός δέντρου, έβγαλα το λάστιχο και ξάπλωσα πάνω στα χορτάρια πιάνοντας με δυσκολία το μεταλλικό μπουκάλι με το νερό από το τιμόνι. Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος, ούτε υποψία από σύννεφο δεν μπορούσε κανείς να δει. Αλλά για εμένα τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά.

Θα γυρνούσα πίσω. Μάλιστα, θα γυρνούσα πίσω. Θα πήγαινα στην πλατεία στο χωριό και θα περίμενα να περάσει ο υπάλληλος του υπουργείου. Θα πήγαινα στην πρώτη δουλειά που θα έβρισκα. Στην ανάγκη θα του έβαζα κανένα κέρμα μέσα στην τσέπη για να διαλέξει εμένα. Ότι δουλειά και να ήταν αυτή, θα την έκανα. Θα έκανα τα πάντα για να με κρατήσουν στην δουλειά αυτή και θα γινόμουν και ο καλύτερος, μάλιστα! Θα περνούσε πολύς καιρός μέχρι να αποκτήσω κάποια λίγα χρήματα, τόσα ώστε να αγοράσω ένα καλό κοστούμι για να ζητήσω την Elena, αλλά και πάλι, κάποια στιγμή θα τα κατάφερνα. Άσε δηλαδή που μέχρι τότε, μπορεί ο θείος να μου είχε ήδη αφήσει το ποδηλατάδικο…

"Γιατί να περιμένεις όνειρα και θαύματα; Τι γυρεύεις εσύ εδώ, σε μια ξένη χώρα;" ρωτούσα τον εαυτό μου. "Κέρδισες δυο αγώνες πίσω στην Ιταλία και πήραν τα μυαλά σου αέρα… Τέλος, το ποδήλατο τέλος, ξέχασέ το, όσο ανεβαίνεις στην σέλα, τόσο λιγότερο πατάς στην γη. Και σήμερα για να γίνεις κάποιος, για να μπορείς να έχεις κοστούμι, να πίνεις λικέρ λεμόνι και να λες ανέκδοτα για τους Γάλλους πρέπει να πατάς στην γη!"

Είχα ήδη πάρει την απόφασή μου, όταν σηκώθηκα για να συνεχίσω τον δρόμο μου μέχρι το χωριό. Ένας ποδηλάτης πέρασε και με κοίταξε περίεργα. Φορούσε ένα κίτρινο μπλουζάκι, τι περίεργο χρώμα αλήθεια! και σε λίγο χάθηκε ανάμεσα στους ήλιους, δεν ξεχώριζε. Αμέσως μετά πέρασε ένας άλλος, με το πράσινο περιβραχιόνιο* του νικητή από τον περσινό γύρο της Γαλλίας. Έμεινα να τον χαζεύω για λίγη ώρα. Με φαντάστηκα πάνω στο ποδήλατο, αχ και να ήμουν εγώ στην θέση του… Μια απίστευτη λαχτάρα με έπιασε, η ίδια λαχτάρα που με τυραννούσε από μικρό παιδί, η λαχτάρα αυτή που έκανε τον πόνο υποφερτό στις μεγάλες αναβάσεις, που δάμαζε την δίψα, που απογείωνε την ψυχή καθώς αποκτούσα την ταχύτητα του ανέμου στις κατηφόρες, ελεύθερος, πλούσιος από το συναίσθημα αυτό που μόνο με το συναίσθημα του έρωτα θα μπορούσε να συγκριθεί, το συναίσθημα της ελευθερίας…

"Να πάρει η ευχή!" αναφώνησα. Θα συνέχιζα. Θα συνέχιζα κι ας έβγαινα τελευταίος. Στην ζωή υπάρχουν πράγματα που μας κάνουν χαρούμενους, κι αν αυτά τα πράγματα τα παραμελήσουμε, τι θα μας μείνει τότε;

Κάποια στιγμή με παρέλαβε ένα κάρο και με μετέφερε μέχρι το χωριό. Ξαπλωμένος στην καρότσα του, αγκαλιά με το ποδήλατο κοίταζα τον αψεγάδιαστο ουρανό και συλλογιζόμουν την Elena, το συναίσθημα της ελευθερίας, το λικέρ λεμόνι και αναρωτιόμουν τελικά πόσο κακό είναι να μην πατά κανείς στην γη.

Το βράδυ έβλεπα τα αστέρια να καθρεπτίζονται στην επιφάνεια μιας μικρής λίμνης όταν αποφάσισα πως όταν κάποιος ακολουθεί το όνειρό του είναι προτιμότερο να τσακιστεί στην προσπάθειά του να το φτάσει και να αποκτήσει την εμπειρία που θα του προσφέρει ο αγώνας αυτός, παρά να αναρωτιέται για το υπόλοιπο της ζωής του τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αν…

Μέσα από τα νερά και τα αστέρια ξεχώριζα το πρόσωπο της Elena, όπως οι αρχαίοι φιλόσοφοι ξεχώριζαν ανάμεσα στους αστερισμούς το νόημα της ζωής. Και την επόμενη ημέρα βρισκόμουν στην γραμμή της αφετηρίας, κι αισθανόμουν, παρά την ατυχία μου, περισσότερο δυνατός από ποτέ.

Τις πρώτες ημέρες ήμουν μέτριος, αλλά πεισμωμένος.

Όταν άρχισαν οι μεγάλες αναβάσεις άρχισα κι εγώ να κερδίζω έδαφος. Μικρόσωμος κι ελαφρύς όπως ήμουν και με δυνατά πόδια, είχα όλα τα προσόντα για να τα καταφέρω. Σε εκείνες τις αναβάσεις πίστεψα στον εαυτό μου και πείσμωσα ακόμα περισσότερο.

Κάποια στιγμή ήρθε η πρώτη νίκη αλλά δεν την ευχαριστήθηκα όπως θα περίμενα, γιατί είχα ήδη στρέψει το βλέμμα μου στο Παρίσι. Δεν κυνηγούσα μια κάποια νίκη τώρα πια, αλλά τη μεγαλύτερη νίκη όλων!

Κι ήρθε κι άλλη νίκη, κι όλοι γύρω μου μιλούσαν για ένα καινούργιο ταλέντο και αρκετοί με κοιτούσαν αγριεμένοι ενώ άλλοι με έδειχναν στο δρόμο και με χειροκροτούσαν.

Κι έτσι φτάσαμε στο σήμερα…

Προτελευταίος αγώνας. Κατεβαίνω με μεγάλη ταχύτητα τον δρόμο με τις πέτρες κι η μεγαλύτερη ανησυχία μου είναι μήπως χτυπήσει ο τροχός κάπου και στραβώσει ξανά. Διψάω αλλά είναι τόσο μεγάλη η κούρασή μου που φοβάμαι, πως αν απλώσω το χέρι να φτάσω το μεταλλικό μπουκάλι, θα τσακιστώ. Ανοίγω το στόμα μου για να μπει ο γεμάτος υγρασία αέρας. Σε δέκα χιλιόμετρα περίπου θα φτάσω στον σταθμό των τρένων κι από εκεί και πέρα απομένει μια βαρετή ευθεία 20 χιλιομέτρων μέχρι την πόλη, όπου υπάρχει η γραμμή του τερματισμού. Ήδη φαίνεται ο σταθμός από την πλαγιά, το τρένο έχει ήδη φτάσει. Είμαι πρώτος και, με την νίκη μου αυτή θα έχω αρκετούς βαθμούς για να είμαι οριστικά ανάμεσα στους πρώτους. Επειδή δεν ξέρω τι γίνεται πίσω μου, δεν αποκλείεται να είμαι οριστικά πρώτος από σήμερα κι όλα! Τα πόδια μου έχουν βγάλει φτερά, αν κάποιος έφτασε ποτέ κοντά στην εκπλήρωση του ονείρου του, μόνο αυτός καταλαβαίνει την ένταση του συναισθήματος…

Κρατάω το τιμόνι με τόση δύναμη, που αν δεν ήταν ήδη κυρτό, θα το είχα στραβώσει εγώ. Κάτω στην πεδιάδα το τρένο αποβιβάζει τους ταξιδιώτες του. Μέσα στο πλήθος ξεχωρίζω κάτι που λάμπει τόσο δυνατά που για μια στιγμή με τυφλώνει. Κοιτάω ξανά. Καμιά εικοσαριά ποδηλάτες αποβιβάζονται από το τρένο. Σκέφτομαι πως θα είναι τίποτα πιτσιρίκια που βιάζονται να δουν τον τερματισμό. Μια συστάδα ψηλών δέντρων μου κόβει την θέα τώρα πια και στρέφω την προσοχή μου ξανά στον δρόμο. Τώρα, εκτός από τις πέτρες, υπάρχουν και κάποια νεροφαγώματα, εξαιρετικά επικίνδυνα αν τύχει και η ρόδα εγκλωβιστεί στα τοιχώματά τους. Στρέφω σε αυτά την προσοχή μου.

Όταν τα δέντρα τελειώνουν, φαίνεται πάλι ο δρόμος και τα πρώτα σπίτια της πόλης. Αλλά ένας πολύχρωμος όγκος βρίσκεται ανάμεσα σε εμένα και την πόλη. Είναι δυνατόν; Κοιτάζω με αγωνία μπροστά.

Περίπου είκοσι ποδηλάτες κάνουν το τελικό σπριντ. Αν και κατεβαίνω ακόμα την κατηφόρα, η απόσταση μεταξύ μας μεγαλώνει, πάνε τόσο γρήγορα, λες και είναι ξεκούραστοι. Όχι, δεν γίνεται, είμαι πρώτος, κανένας δεν με προσπέρασε, κανένας άλλος δρόμος δεν κατέβαινε το βουνό, που βρεθήκανε αυτοί; Στο μυαλό μου έρχεται ξανά η λάμψη από το τρένο.

Βουρκώνω τώρα, ξέρω τι έχει συμβεί, κάποιος μου έκλεψε τα αστέρια, την Elena, το λικέρ λεμόνι και την δύναμη του πείσματος. Κοιτάζω αλλά δεν βλέπω μπροστά. Νιώθω να πνίγομαι. Είναι αδικία, τ' ακούτε; Είναι αδικία! Βρίσκομαι στο σημείο όπου ο δρόμος του βουνού συναντά τον δρόμο που οδηγεί στον σταθμό των τρένων. Θέλω να ουρλιάξω αλλά δεν μπορώ, δεν έχω φωνή. Είναι άδικο, άδικο, ας τους δει κάποιος, ας τους σταματήσει, κοιτώ αλλά δεν βλέπω, τα χέρια μου χαλαρώνουν, η αίσθηση του πνιγμού είναι τόσο δυνατή που νιώθω πως θα λιποθυμήσω.

Η ρόδα χτυπά κάπου. Για λίγο δεν σκέφτομαι τίποτα.

Πέφτω με το γόνατο πάνω σε μια μεγάλη πέτρα κι ακούω έναν ήχο σαν κλαδί που σπάει.

Μετά από αρκετή ώρα το ποδήλατό μου προσγειώνεται μπροστά μου. Το κοιτάζω αναπνέοντας μεγάλες ποσότητες σκόνης. Ο ήλιος μου καίει τον σβέρκο.

Βάζω τα κλάματα σαν μικρό παιδί, την ώρα που ακούγονται οι ζητωκραυγές από την πόλη. Ο αγώνας τελείωσε.

Δεν θυμάμαι τι έγινε μετά. Κάποια στιγμή ένα αγοράκι με τραγιάσκα φωνάζει πως κάποιοι ποδηλάτες κατέβηκαν από το τρένο, αλλά ίσως και να το φαντάζομαι, ίσως να ονειρεύομαι πως κάποιος προσπαθεί να αποδώσει δικαιοσύνη. Ο ήλιος μου καίει τα μάτια. Βρίσκομαι πάνω σε ένα φορείο. Βλέπω τις στέγες των κτιρίων, είμαι στην πολιτεία, ακούω κόσμο, πολύ κόσμο και ένα αγοράκι με τραγιάσκα να φωνάζει συνεχώς για ένα τρένο.

Στο σημείο αυτό χάνω ξανά τις αισθήσεις μου.


Στο χωριό πίσω στην πατρίδα έχουν βάλει τρίγωνα σημαιάκια παντού, εκατοντάδες άνθρωποι και η μπάντα της Νάπολη με περιμένει στον σταθμό. Ο δήμαρχος έχει φορέσει ένα παπιόν που τον κάνει να φαίνεται πολύ αστείος. Μόλις κατέβηκα στην αποβάθρα άρχισε έναν βαρετό λόγο τον οποίο όμως δεν προσέχει κανείς. Ανάμεσα στο συγκεντρωμένο πλήθος βρίσκεται ο θείος μου. Μέσα σε όλη αυτή την βοή δεν ξεχωρίζω τι λέει, αλλά από τις κινήσεις του καταλαβαίνω πως καμαρώνει στους γύρω του πως είμαι δικό του ανίψι. Αρκετοί πέφτουν πάνω μου να με αγκαλιάσουν, τώρα πια επικρατεί ένα χάος, ο κόσμος έχει περάσει ανάμεσα στην μπάντα με αποτέλεσμα να ακούγεται μονάχα ένα φάλτσο τρομπόνι. Όλοι χειροκροτούν, φωνάζουν, γελάν… Ο δήμαρχος πετά τις σημειώσεις του στον αέρα, βγάζει το παπιόν το οποίο είναι φανερό πως του έχει σπάσει τα νεύρα και με χειροκροτά σαν τρελός! Ανάμεσα στο πλήθος βλέπω και την Elena, είναι τόσο χαρούμενη που λάμπει το πρόσωπό της, ενώ ο πατέρας της κουνάει το κεφάλι του επιδοκιμάζοντας.

Λίγη ώρα αργότερα βρίσκομαι στο σαλόνι του σπιτιού μου. Η μητέρα μου έχει φτιάξει ταλιατέλες στον φούρνο που μου αρέσουν, ο θείος Luigi μου ανακοινώνει την απόφασή του να μου παραχωρήσει το ποδηλατάδικο, αφού πρώτα όμως ξεκουραστώ και "γιάνει" το πόδι. Η Angelica, ξαδέρφη της Elena μου κλείνει το μάτι και τώρα πια ξέρω πως όλα θα πάνε καλά. Αρπάζω την εφημερίδα που βρίσκεται μπροστά μου και ρουφώντας μικρές γουλιές από ένα ποτήρι με λικέρ λεμόνι που τόσο άχτι το είχα, διαβάζω με μεγάλα γράμματα "Σκάνδαλο" κι από κάτω, η φωτογραφία ενός πιτσιρίκου με τραγιάσκα που διηγείται πως είδε είκοσι ποδηλάτες να κατεβαίνουν από το τρένο, λίγα χιλιόμετρα πριν την γραμμή του τερματισμού.

Θα λεγε κανείς πως, πράγματα όπως τα αστέρια, το λικέρ, τα όνειρα και οι Έλενες αυτού του κόσμου κρύβουν μέσα τους μια αίσθηση του δικαίου και κανείς δεν μπορεί ποτέ να τα κλέψει, να τα κατακτήσει μονάχα μπορεί, όταν μάθει να μην πατάει στην γη…

* το κίτρινο jersey για τον νικητή καθιερώθηκε πολλά χρόνια μετά την έναρξη του γύρου της Γαλλίας. Τα πρώτα χρόνια ο νικητής φορούσε ένα πράσινο περιβραχιόνιο…

e-book
Download this file (Μια ιστορία για το Tour.epub)epub
Download this file (Μια ιστορία για το Tour.mobi)mobi