Τουρινάι

Παρασκευή πρωί

Ο Ντισπερόν, είναι ένα αγοράκι 8 ετών, ένα πολύ αγχωμένο αγοράκι 8 ετών για να είμαστε ακριβείς. Στο σχολείο θα τον εξέταζαν στην λογοτεχνία και - ανάθεμα - δεν είχε διαβάσει τίποτα, μα τίποτα απολύτως. Μα τι του είχε περάσει από το μυαλό; Οι εξετάσεις, όπως και κάθε τι στο σχολείο και την ζωή του ήταν προγραμματισμένο με μαθηματική ακρίβεια. Κι αν ακόμα μπορούσε κανείς να ξεγελάσει τους γονείς του, με κάποιο αθώο ψεματάκι ή έστω να αποφύγει μια τιμωρία επειδή ο μπαμπάς τύχαινε να είναι καλοδιάθετος, τα ρομπότ ήταν πάντοτε τόσο εκνευριστικά νομοταγή που σε θέματα τιμωρίας δεν έκαναν ποτέ σκόντο.

 

Η ράμπα, ο μεταλλικός σωλήνας πάνω στον οποίο γλιστρούσε η σχολική κάψουλα, κινούνταν απελπιστικά γρήγορα. Σκέφτηκε πως θα μπορούσε ίσως να το σκάσει, είχε ακούσει ιστορίες για παιδιά που πήδηξαν από την κάψουλα και προσγειώθηκαν στο έδαφος χωρίς να πάθουν τίποτα, αλλά αυτό, όχι, αυτό δεν ήταν λύση. Ακόμα κι αν κατάφερνε να μην πάει στο σχολείο, ο πατέρας του θα ενημερωνόταν αμέσως όταν ο υπολογιστής στην πόρτα της αίθουσας δεν θα μετρούσε τον σειριακό αριθμό από το βραχιολάκι του Ντισπερόν. Έπρεπε να πάει στο σχολείο λοιπόν. Και να υποστεί τις συνέπειες όπως του είχε μάθει η μητέρα του, "σαν τους σωστούς ανθρώπους και τα σκεπτόμενα ρομπότ".

Η ράμπα πήρε κατηφορική κλίση και το αγόρι παρατήρησε με κάποιο ενδιαφέρον μια ομάδα ρομπότ αστυνομικών που συζητούσαν έξω από ένα σπίτι. Κάποιος είχε γράψει με μπογιά στον τοίχο, με γράμματα τόσο τέλεια σχεδιασμένα που έμοιαζαν περισσότερο να είναι τυπωμένα, παρά ζωγραφιστά, "Ανακύκλωσε ένα τενεκέ και σώσε τον κόσμο", παραποίηση του σλόγκαν του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης και Συνύπαρξης που έλεγε "Υιοθέτησε ένα ρομπότ και σώσε τον κόσμο!". Ο μικρός χαμογέλασε. Όλοι αυτοί οι "τρομοκράτες" που επιτίθονταν κατά καιρούς σε ρομπότ, και που στις ταινίες ήταν πάντοτε κακοί και βρώμικοι, του ασκούσαν μια περίεργη γοητεία. Εντάξει, δεν θα έφτανε ποτέ στο σημείο να επιτεθεί σε ένα ρομπότ, εξάλλου ο κόσμος ήταν πολύ άσχημος πριν αναλάβουν αυτά που τόσο υπερφίαλα ο συγγραφέας του συνθήματος αποκαλούσε "τενεκέδες", την διαφύλαξη των Βασικών Νόμων και αυτό το ξέραν όλοι, αλλά και μόνο η σκέψη πως θα πήγαινε κόντρα στην τάξη και τον προγραμματισμό, τον έκανε να αισθάνεται ξαφνικά μεγάλος, ενήλικας δηλαδή, ένας ολοκληρωμένος άντρας που επέλεγε το διαφορετικό και ζούσε ριψοκίνδυνα. Ένα είδος ήρωα!

Ο Ντισπερόν μπήκε στην γραμμή, πέρασε την πόρτα της αίθουσας, έβγαλε την ταμπλέτα του πάνω στο θρανίο και περίμενε καρτερικά να μπει η Τουρινάι. Αυτό που έκανε κάθε ημέρα δηλαδή, πάντα όμοια, πάντα με την ακρίβεια δευτερολέπτου.

Η Τουρινάι ήταν το ρομπότ της λογοτεχνίας, ένα σχετικά παλιό μοντέλο, τουλάχιστον 4 μήνες είχαν περάσει από την ημέρα δημιουργίας της και - αν ήταν τυχερή- θα είχε διάρκεια ζωής άλλους δύο μήνες. Ο Ντισπερόν μπορούσε να καυχιέται πως ήταν πολύ μεγαλύτερος της, κι ας είχε εκείνη τόσες γνώσεις και τόσες εμπειρίες, όσες εκείνος δεν θα αποκτούσε σε όλη του την ζωή.

Οι πρώτοι κωδικοί, οι συμμαθητές του δηλαδή, πέρασαν γρήγορα και ανώδυνα τις εξετάσεις, ώσπου ήρθε η σειρά του μικρού αγοριού. Η Τουρινάι δεν χρειάστηκε να κάνει καμιά ερώτηση, αφού ήταν εφοδιασμένη με ασύρματο μετρητή καρδιακής συχνότητας και μπορούσε να καταλάβει πως ο Ντισπερόν δεν είχε διαβάσει, με τον ίδιο τρόπο που μετρούσε την θερμοκρασία στην σχολική αίθουσα. Βασικά αν ήταν καινούργιο μοντέλο δεν θα μπορούσε, ένα ρομπότ κάνει μετρήσεις και όταν συγκεντρώσει αρκετά στατιστικά στοιχεία, μπορεί να καταλαβαίνει με μια σχετική βεβαιότητα τι συμβαίνει στην ψυχή ενός μαθητή, χάρη σε μια επιστήμη που λέγεται "στατιστική ψυχισμού". Στην συνέχεια τα αποτελέσματα αυτής της μέτρησης δεν πρέπει να μοιράζονται σε κανένα άλλο ρομπότ, για λόγους ασφάλειας προσωπικών δεδομένων. Αλλά η Τουρινάι ήξερε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Τον πλησίασε και στην οθόνη της εμφανίστηκε το ίδιο συνηθισμένο χαμόγελο που εμφανιζόταν κάθε ημέρα.

-Γιατί δεν μελέτησες Ντισπερόν;

Το αγόρι έμεινε σκεπτικό. Τι να απαντούσε δηλαδή; Αν έλεγε ένα ψέμα, η Τουρινάι θα το καταλάβαινε αμέσως και θα τον τιμωρούσαν. Αν έλεγε την αλήθεια θα τον τιμωρούσαν και μπορεί και να έβρισκε τον μπελά του και ο παππούς του, στον οποίο είχε τρομερή αδυναμία. Έτσι αποφάσισε να μείνει σιωπηλός.

- Γιατί δεν μελέτησες Ντισπερόν; Δεν σου άρεσε το μάθημα; Είναι παράνομο να μην μελετάμε, είναι παράνομο να φυγοπονούμε από την εργασία που μας έχει ανατεθεί, η μελέτη είναι η δουλειά σου Ντισπερόν. Αν δεν κάνεις την δουλειά σου θα τιμωρηθείς. Κι αν σήμερα η τιμωρία σου είναι μικρή…

-…σαν ενήλικας θα αντιμετωπίσω πολύ σκληρότερες.

-Μπράβο Ντισπερόν! Ξέρεις τους κανόνες. Γιατί παράκουσες τους κανόνες;

- Τι σημασία έχει; Δεν μελέτησα και θα τιμωρηθώ.

-Γιατί δεν μελέτησες Ντισπερόν; επέμεινε η Τουρινάι.

- Δεν μελέτησα δασκάλα Τουρινάι. Πρέπει να τιμωρηθώ!

- Γιατί δεν μελέτησες Ντισπερόν; ξαναρώτησε η Τουρινάι. "Παράξενο" σκέφτηκε το αγόρι. Γιατί με ρωτάει συνέχεια; Λες και προσπαθεί να καθυστερήσει την τιμωρία…

Το ρομπότ ανέλυσε το μπερδεμένο βλέμμα του αγοριού, αν και δεν χρειαζόταν. Ήδη ήξερε πως η συμπεριφορά της ήταν αλλόκοτη και απόκλεινε του πρωτοκόλλου, σύμφωνα με το οποίο για να αποφευχθούν λάθη συμπεριφοράς από την πλευρά των ρομπότ, έπρεπε πάντοτε να ισχύει το τρίπτυχο "παρατήρηση - ανάλυση - εφαρμογή (νόμου ή κανόνα)" χωρίς κενό ενδιάμεσα ή άλλες διαδικασίες που θα οδηγούσαν ενδεχομένως σε άδικη ή άνιση συμπεριφορά απέναντι στους ανθρώπους. Με το να καθυστερεί η Τουρινάι την τελευταία φάση, την "αντίδραση", απέκλεινε του πρωτοκόλλου και ήταν υποχρεωμένη να δώσει άμεσα εξηγήσεις στους ανθρώπους.

- Σε ρωτάω γιατί προσπαθώ να σε καταλάβω. Αν εσύ αποτύχεις στο μάθημα θα έχω αποτύχει και εγώ. Αν όμως καταλάβω γιατί δεν μελέτησες, μπορεί να το αποτρέψω από το να ξανασυμβεί στο μέλλον. Η ύπαρξη των δασκάλων σου Ντισπερόν οφείλεται στην δική σου ανάγκη για προγραμματισμό. Γιατί δεν μελέτησες Ντισπερόν;

"Είναι τρελό" σκέφτηκε το αγόρι, αλλά το χαμόγελο της Τουρινάι του φαινόταν διαφορετικό, λες και ήταν πιο ανθρώπινο, λες και η Τουρινάι είχε πραγματική υπόσταση… Ίσως πάλι να ήταν η λέξη "ύπαρξη" που να τον είχε αγγίξει.

Την περασμένη χρονιά είχε ένα σκύλο και όλη την ημέρα παίζανε, ο σκύλος του ήταν πολύ αφοσιωμένος και ο Ντισπερόν έβλεπε το ζώο σαν κάτι πολύ περισσότερο από ένα "χαζό ρομπότ", όπως αποκαλούσαν τα σκυλιά οι υπόλοιποι κωδικοί της τάξης του. Θα λεγε κανείς πως τον θεωρούσε σαν έναν πολύ χαρούμενο και ξέγνοιαστο άνθρωπο. Αλλά ο σκύλος πέθανε πριν καν κλείσει έναν χρόνο. Ο Ντισπερόν ήταν απαρηγόρητος, όπως οποιοσδήποτε χάνει έναν φίλο, ακόμα κι αν ο φίλος αυτός δεν είναι άνθρωπος…

Το βράδυ εκείνο ο πατέρας του διέταξε το οικιακό ρομπότ να συνοδέψει το παιδί στον κινηματογράφο για να "ξεσκάσει", γεγονός που ο Ντισπερόν δέχτηκε με ανακούφιση γιατί μέσα στην σκοτεινή αίθουσα μπορούσε να στεναχωριέται όσο ήθελε, χωρίς να φοβάται πως θα τον δει κανείς μεγάλος. Εξάλλου, για καλή του τύχη, το οικιακό ρομπότ δεν είχε αισθητήρες καρδιακής συχνότητας… Ελεύθερος λοιπόν, αναρωτήθηκε με το παιδικό του μυαλό, τι είναι ο θάνατος και που πηγαίνει κάποιος που παύει να ζει. Η σκέψη πως ο σκύλος δεν είχε γνωρίσει ποτέ του τίποτα άλλο εκτός από τον Ντισπερόν και την οικογένειά του, ενώ ο ίδιος στην ζωή του θα έβλεπε πολλά πράγματα, θα επισκεπτόταν πολλά μέρη και θα γνώριζε πολλούς ανθρώπους, γέμισε το στόμα του με μια πικρή γεύση αδικίας… Αν κάποια στιγμή ο Ντισπερόν ξεχνούσε τον σκύλο, τότε ο σκύλος θα ήταν σαν να μην υπήρξε ποτέ, κι ίσως το μεγαλύτερο λάθος που έκανε το αγόρι, ήταν που δεν του έδωσε ποτέ ένα όνομα, που όσο θα τον θυμόταν θα ήταν απλά σαν "σκύλο", σαν έναν οποιοδήποτε σκύλο αυτού του κόσμου!

Καθώς κοιτούσε το ηλεκτρονικό χαμόγελο της Τουρινάι, ένιωσε το ίδιο συναίσθημα. Η Τουρινάι δεν θα πέθαινε βέβαια, αλλά θα έπαυε να υπάρχει, η μνήμη της θα σβηνόταν και το σώμα της θα ανακυκλωνόταν και το μόνο που θα έμενε θα ήταν η ανάμνησή της στον Ντισπερόν. Αλλά ο Ντισπερόν δεν ένιωθε αφέντης της και πνιγόταν στην ιδέα πως το ρομπότ υπήρχε μονάχα για να εξυπηρετεί αυτόν, δίχως δυνατότητα επιλογής.

Αλλά και πάλι δεν μπορούσε να πει την αλήθεια. Κατέβασε το βλέμμα γιατί ήξερε πως η δασκάλα του τον παρατηρούσε και τον ανέλυε κι ένιωθε μια απέραντη ανάγκη να βρεθεί σε μια σκοτεινή αίθουσα εκείνη την στιγμή... Στο τέλος, κι αφού δεν μπορούσε να πει την αλήθεια, αλλά ούτε και ψέμματα, έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και είπε:

- Δεν μπορώ να πω για ποιόν λόγο δεν διάβασα, γιατί κι εγώ ο ίδιος δεν ξέρω. Ένιωσα πολλά πράγματα μαζί, και κάτι που με αναστάτωσε σε μεγάλο βαθμό αλλά με έκανε χαρούμενο. Μπορώ να καταγράψω αυτό που μου συνέβη και να σας το φέρω την Δευτέρα. Ίσως έτσι με βοηθήσετε κι εσείς να καταλάβω τι συναίσθημα είναι αυτό, δασκάλα Τουρινάι…

Η Τουρινάι έμεινε για λίγο αμίλητη, προφανώς ανέτρεχε στις βάσεις δεδομένων της για να επιλέξει την καλύτερη δυνατή τακτική. Στο τέλος, του ανακοίνωσε πως για τιμωρία έπρεπε μετά το μάθημα να παρακολουθήσει ένα ντοκυμαντέρ με τίτλο "τα μαθηματικά και η μουσική" και του ζήτησε να της φέρει την καταγραφή του συναισθήματος, την Δευτέρα μετά το μάθημα. Έπειτα συνέχισε την εξέταση των υπόλοιπων κωδικών.

Είναι κοινή πρακτική της σύγχρονης παιδοψυχολογίας, τα παιδιά να πηγαίνουν το Σαββατοκύριακο στα χωριά των παππούδων τους. Λέγεται πως κάτι τέτοιο βοηθάει στην σωστή και ισορροπημένη ανάπτυξή τους, καθώς στην επαρχία υπάρχουν λιγότερα ρομπότ, ενώ το παιδί έχει την δυνατότητα να δει από κοντά πράγματα που διαβάζει μονάχα στην οθόνη της ταμπλέτας του, όπως το δέντρο, το λουλούδι, ακόμα και την αρχιτεκτονική των προηγούμενων ανθρώπων ή ακόμα και αληθινά πουλιά. Τα περισσότερα παιδιά αρνούνται να αφήσουν το σπίτι τους με τις πολυ-οθόνες παιχνιδιών και το προσωπικό τους φίλο ρομπότ, αλλά ο Ντισπερόν δεν σκέφτεται με αυτόν τον τρόπο. Ίσως επειδή αγαπάει πολύ τον παππού του, ίσως πάλι γιατί ένα μέρος χωρίς ρομπότ τελευταίας τεχνολογίας μοιάζει πολύ με την σκοτεινή αίθουσα, όπου κάποιος είναι ελεύθερος να αισθάνεται ότι θέλει, χωρίς να χρειάζεται να δίνει εξηγήσεις για αυτό.

Το επόμενο πρωινό, στον σταθμό του χωριού, ο μικρός Ντισπερόν κατέβαινε από την κάψουλα μεταφοράς και έτρεχε στην αγκαλιά του παππού του, με ένα πλατύ, φωτεινό χαμόγελο.

 

Σάββατο πρωί

-Παππού! Μου έλειψες! φώναξε και ο παππούς του γελώντας του χάιδευε τα μαλλιά.

- Έλα Ντισπερόν, σου έχω μια έκπληξη!

Ο δρόμος μέχρι το σπίτι ήταν σύντομος, αλλά στον Ντισπερόν φάνηκε μακρύτερος από κάθε άλλη φορά. Ήξερε μέσα του, πως η έκπληξη αυτή πρέπει να είχε κάποια σχέση με το ποδήλατο, το παλιό μηχάνημα που του είχε δείξει το προηγούμενο Σαββατοκύριακο ο παππούς του. Οι ρόδες του είχαν τρύπια λάστιχα και το κάθισμά του ήταν κομμένο, ήταν βρώμικο και έτριζε υπερβολικά, αλλά ασκούσε μια παράξενη γοητεία στο μικρό παιδί. Ο παππούς του, έβαλε τον Ντισπερόν και κάθισε πάνω του και κρατώντας το από την σέλα, τον πήγε μια μικρή βόλτα, μέσα στην σκοτεινή αποθήκη. Ο Ντισπερόν ένιωθε πως πετούσε, ένα συναίσθημα πολύ διαφορετικό από την κάψουλα, πολύ πιο έντονο! Αυτό που του άρεσε περισσότερο ήταν πως είχε την δυνατότητα να μυρίζει τον χώρο γύρω του, δεν υπήρχαν πουθενά τζάμια ή άλλα μεταλλικά μέρη που να τον περιορίζουν! Κι ακόμα του άρεσε ο ίδιος του ο φόβος, παράξενο, αλλά ίσως επειδή τον κρατούσε ο παππούς του, ήταν ένας φόβος αναμεμειγμένος με ένα αδιόρατο αίσθημα ασφάλειας, ήταν κάτι που δεν είχε ξαναζήσει ποτέ!

Όταν τελείωσε την σύντομη βόλτα του, το παιδί παρατήρησε ένα κιτρινισμένο κομμάτι χαρτί στον τοίχο πάνω από το σημείο όπου ο παππούς του ακούμπησε το παλιό μηχάνημα. Έδειχνε έναν άνθρωπο πάνω σε ένα ποδήλατο και μπροστά του εκατοντάδες λουλούδια που στο σχολείο είχε μάθει πως τα αποκαλούσαν "ήλιους". Όταν ρώτησε τον παππού του τι έδειχνε το χαρτί, εκείνος του απάντησε πως τα παλιά χρόνια, πολύ πριν έρθει ο Ντισπερόν σε αυτόν τον κόσμο, οι άνθρωποι έτρεχαν με ποδήλατα στην εξοχή και έκαναν αγώνες.

Αυτό ήταν!

Όλη την εβδομάδα ο Ντισπερόν δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε κανένα μάθημα, δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο παρά κίτρινα λουλούδια και ποδήλατα. Τι παράξενο μηχάνημα, τι παράξενο που είχε αγγίξει τόσο πολύ την καρδιά του μικρού παιδιού κάτι τόσο παλιό, τι παράξενο που είναι να αισθάνεσαι ταυτόχρονα φόβο και χαρά!

Η πόρτα της αποθήκης άνοιξε και ο Ντισπερόν είδε κάτω από το ανατολικό παράθυρο το ποδήλατο, μισοκρυμμένο στην σκιά. "Μπορώ;" ρώτησε διστακτικά τον παππού του δείχνοντας προς το παράθυρο. "Μα φυσικά!" απάντησε γελώντας εκείνος, "αν δεν το δεις από κοντά, πως θα ξέρεις ποια είναι η έκπληξη που σου έλεγα;" Το μικρό αγόρι έτρεξε προς το παράθυρο, κι είδε το ποδήλατο με καινούργια σέλα, γυαλισμένο με ένα φανταχτερό κόκκινο χρώμα και με φουσκωμένα λάστιχα, να λάμπει στο ημίφως. Μια εικόνα σχεδόν μαγική, γεγονός το οποίο οφειλόταν και στη σκόνη που αιωρούνταν πάνω από τα φωτισμένα κομμάτια του ποδηλάτου, σαν ένα αδιόρατο πέπλο… Τόσο όμορφο του φάνηκε που ασυναίσθητα χάιδεψε προσεκτικά τον μεταλλικό σκελετό, με τον ίδιο τρόπο που κάποτε χάιδευε τον σκύλο του.

"Ε, κουράστηκα αρκετά να το φτιάξω, φαντάσου πως την αλυσίδα την έπλεξα μονάχος μου γιατί δεν έβρισκα πουθενά… Α, την ψυχή μου έβγαλε, αλλά αξίζει, είναι τόσο όμορφο, όπως όταν το αγόρασα. Κι ήμουν μικρός τότε, στην ηλικία σου και λίγο μεγαλύτερος… Είναι όμορφο όμως, ε; Μετά από τόσα χρόνια, τόσα χρόνια…" και με τα λόγια αυτά τα μάτια του βούρκωσαν, θα 'λεγε κανείς πως θυμήθηκε πράγματα που είχε από καιρό ξεχάσει. Με προσποιητά χαρούμενη φωνή, που όμως έσπαγε από την συγκίνηση, ο παππούς του χάιδεψε τα στρογγυλά χεράκια του τιμονιού και είπε "Πάρτο Ντισπερόν, είναι δικό σου τώρα, α! τυράννησε το σου λέω, αντέχει, να δεις πως αντέχει, να δεις πόσα χιλιόμετρα έχει κάνει, να δεις τι περάσαμε μαζί… Είναι δικό σου τώρα, πάρτο και πάμε στην αυλή, έλα!" και η σκιά του χάθηκε στο φως της πόρτας.

"Δικό μου! Το ποδήλατο του παππού…" σκέφτηκε ο Ντισπερόν και βάλθηκε να το σέρνει προς την αυλή, νιώθοντας αμηχανία, ανυπομονησία, χαρά και ακόμα ακόμα, ένα λεπτό αίσθημα ευθύνης, σαν να ήταν υπεύθυνος για ένα μνημείο, για ένα κομμάτι ιστορίας που κάνει τους παππούδες να δακρύζουν.

"Σε κρατάω, μην φοβάσαι!" του είπε τρυφερά στο αυτί. Αλλά το μικρό αγόρι φοβόταν κι αυτό δεν ήταν κάτι που μπορούσε να ελέγξει κι ούτε υπάρχει διακόπτης για τον φόβο. Πάτησε το ένα πετάλι, του φάνηκε δύσκολο να πατήσει ταυτόχρονα και το άλλο, αλλά όταν το συνήθισε λιγάκι, κατάφερε να πατάει γερά και στα δύο. Ο παππούς του, κρατούσε συνέχεια την σέλα από πίσω, ώστε να μπορεί να ισορροπεί. "Τώρα δώσε δύναμη στα πετάλια, σαν να περπατάς στον αέρα, δώσε λίγο δύναμη…" Ήταν πράγματι σαν να περπατάει στο κενό, τι παράξενο! Εκείνη την στιγμή ο Ντισπερόν δεν ήξερε πως ο παππούς του, αν και ήταν συνέχεια πίσω του, δεν κρατούσε πια την σέλα, δεν ήξερε πως ισορροπούσε μόνος του! "Ίσια το τιμόνι, δώσε λίγη δύναμη ακόμα!" ο Ντισπερόν άρχισε να επιταχύνει, σε κάθε πεταλιά το ποδήλατο έδειχνε να πηγαίνει όλο και πιο σταθερά, λες και μονάχα αν πήγαινε γρήγορα θα μπορούσε να στέκεται! "Κι άλλο, τα πας θαυμάσια, ίσια το τιμόνι και συνέχεια πετάλι" άκουσε τον παππού του, αλλά τώρα τον άκουγε μακρινά, γύρισε το κεφάλι του και τον είδε να μένει πίσω, τρομοκρατήθηκε, δεν τον κρατούσε κανείς, το τιμόνι άρχισε θαρρείς από μόνο του να πηγαίνει αριστερά δεξιά, το ποδήλατο έγειρε και ο μικρός Ντισπερόν βρέθηκε στο πάτωμα!

Αμέσως δύο ρομπότ έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει, αλλά το αγόρι δεν είχε χτυπήσει κι έτσι απομακρύνθηκαν.

- Με άφησες! είπε παραπονεμένα το αγόρι.

- Εσύ άφησες το ποδήλατο Ντισπερόν, εγώ δε σε κρατούσα ποτέ, νόμιζες πως σε κρατούσα! Όταν είδες πως είσαι μόνος πανικοβλήθηκες. Μα είναι ακριβώς τότε, όταν είμαστε μόνοι που πρέπει να προσπαθούμε περισσότερο, πρέπει να πατάμε γερά στα πετάλια και να κοιτάμε μπροστά…

- Με άφησες να πέσω! είπε πεισματάρικα το παιδί. Δεν θα ξανανέβω ποτέ - ποτέ σε ποδήλατο! χτύπησε με δύναμη το πόδι του στο έδαφος και πήγε να κλάψει στην σκοτεινή αίθουσα του δωματίου του.

 

Κυριακή πρωί

Ξημερώματα της επόμενης ημέρας, ο Ντισπερόν ήταν στο πόδι, κι αφού δεν είχε τι να κάνει, βγήκε στην αυλή για να βρει κάτι να παίξει. Το ποδήλατο βρισκόταν στην ίδια θέση, πεσμένο μέσα στο κέντρο της αυλής. Ο Ντισπερόν το περιεργάστηκε στο φως της αυγής. Το σήκωσε όρθιο και γύρισε τα πετάλια για να δει πως γυρίζουν οι ρόδες, πάτησε τα φρένα και δοκίμασε να αλλάξει ταχύτητα. Το ακούμπησε στην μικρή μάντρα και έμεινε να το κοιτάζει. Έτσι όπως το χτυπούσαν οι πρώτες αχτίδες του ηλίου, το ποδήλατο φαινόταν ακόμα πιο όμορφο. Κοίταξε το παράθυρο του παππού του και είδε πως τα παραθυρόφυλλα ήταν ακόμα κλειστά. Διστακτικά ανέβηκε στην μάντρα και στην συνέχεια κάθισε στην σέλα, σίγουρος πως δεν το βλέπει κανείς. "Λοιπόν, πετάλι!" σκέφτηκε και πάτησε με δύναμη, το ποδήλατο κύλησε λίγο μπροστά, αλλά πήγε πάλι να του φύγει. "Ίσια το τιμόνι" και κράτησε το τιμόνι με όλη του την δύναμη ώστε να είναι σταθερό. Έκανε άλλη μια πεταλιά. Το ποδήλατο έφτασε στην άκρη της αυλής. Εδώ άρχιζαν τα δύσκολα, έπρεπε να στρίψει, "πετάλι, πάντα πετάλι" σκέφτηκε και γύρισε το τιμόνι, νιώθοντας φόβο, αλλά το ποδήλατο απλά έστριψε και τίποτα δεν συνέβη. Έκανε δυο βόλτες ακόμα στην αυλή, αλλά η αυλή ήταν μικρή. Τελικά το ποδήλατο δεν ήταν δύσκολο, είχε δίκιο ο παππούς του, βέβαια το ποδήλατο είναι κάτι που σε κάνει να πέφτεις, επομένως είναι λίγο κακό και ο παππούς του θα έπρεπε να είναι περισσότερο προσεκτικός. Αλλά το ποδήλατο είναι περισσότερο ωραίο από κακό κι αυτό περιπλέκει τα πράγματα. Και τελικά, τι είναι αυτό το συναίσθημα φόβου και χαράς ταυτόχρονα; Μπερδεμένο καθώς ήταν το αγόρι, αποφάσισε πως έπρεπε να εξερευνήσει λίγο περισσότερο αυτό το τόσο πολύπλοκο μηχάνημα. Κατέβηκε προσεκτικά και πήγε να φορέσει το βραχιολάκι καταγραφής, είχε δώσει και μια υπόσχεση στην Τουρινάι και έπρεπε να κρατήσει τον λόγο του…

Το βραχιολάκι καταγραφής φοριέται στον καρπό και έχει την δυνατότητα να καταγράφει από τους χτύπους της καρδιάς, μέχρι τον αριθμό των νευρικών ώσεων και την συχνότητά τους, ακόμα και την ποσότητα του ιδρώτα. Χρησιμοποιείται συχνά στην σύγχρονη ψυχολογία γιατί τα αποτελέσματά του όταν αναλυθούν, μπορούν να δώσουν σαφείς ενδείξεις για την ψυχοσύνθεση του ατόμου που το φοράει. Στην επιφάνειά του έχει μια μικροκάμερα που καταγράφει τα εξωτερικά ερεθίσματα, ώστε ο αναλυτής να μπορεί να σχηματίσει μια εικόνα του τι συνέβαινε στο περιβάλλον και την επίδρασή του στο υποκείμενο. Αυτή ήταν η καταγραφή που θα έδινε στην Τουρινάι, για να της εξηγήσει τι ένιωθε πάνω στο ποδήλατο.

Όταν ανέβηκε ξανά έκανε μια - δυο βόλτες ακόμα μέσα στην αυλή, - "παράξενο" σκέφτηκε, "είναι λες και έχω φυσικό ταλέντο, έμαθα ήδη να κάνω ποδήλατο!" - και στην συνέχεια βγήκε στον δρόμο. Δεν είχε σταματήσει στιγμή να φοβάται ή να χαίρεται και απολάμβανε τον φρέσκο αέρα του πρωινού που τον χτυπούσε στο πρόσωπο με όλες του τις αισθήσεις σε επιφυλακή, για την περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά. Μα το πιο παράξενο απ' όλα είναι που ένιωθε μια ακατανίκητη παρόρμηση να τραγουδήσει, ή να φωνάξει, ή να γελάσει, ή και όλα αυτά μαζί!

Πίσω από τις γρίλιες, ο παππούς του τον καμάρωνε, αναστενάζοντας συγκινημένος. Ήξερε ήδη πως το μικρό αγόρι είχε ανακαλύψει έναν καινούργιο φίλο κι έβλεπε στο ευτυχισμένο πρόσωπο του μικρού παιδιού, τον εαυτό του πριν από πολλά, πολλά χρόνια, σίγουρος πως όταν θα γυρνούσε ο Ντισπερόν θα ήταν ήδη απόγευμα, το παιδί θα ήταν βρώμικο και ιδρωμένο και πολύ, πολύ χαρούμενο…

 

Δευτέρα μεσημέρι

Η Τουρινάι δεν έλεγε τίποτα. Ακόμα και το χαμόγελο που ήταν υποχρεωτικό για όλους τους δασκάλους - ρομπότ φαινόταν στην οθόνη της σαν να ήταν παγωμένο.

- Δασκάλα Τουρινάι; ρώτησε ο Ντισπερόν, περισσότερο για να δει αν η δασκάλα του βρίσκεται σε λειτουργία.

Η Τουρινάι του επέστρεψε το βραχιόλι καταγραφής και έμεινε πάλι ακίνητη και σιωπηλή.

- Τι είναι αυτό το συναίσθημα φόβου και χαράς και πως ονομάζεται; Δεν έχω νιώσει ποτέ μου κάτι αντίστοιχο! Γιατί δεν υπάρχουν ποδήλατα πια δασκάλα Τουρινάι; Μήπως επειδή είναι επικίνδυνα; Είναι πραγματικά εύκολο να μάθεις ποδήλατο, φτάνουν δυο βόλτες στην αυλή και κάνεις ποδήλατο σαν να περπατάς, σαν κάτι που έχεις μέσα σου και δεν το μαθαίνεις, απλά το θυμάσαι!

Το χαμόγελο του ρομπότ έγινε πιο φωτεινό, σαν να βγήκε από διαδικασία αδράνειας.

- Ντισπερόν… είπε και σταμάτησε. Η φωνή της ακούστηκε λίγο τρεμουλιαστή, σαν του παππού του, α, αποκλείεται, ένα ρομπότ δεν μπορεί να κλάψει, ένα ρομπότ δεν επιτρέπεται να κλαίει, κανένα ρομπότ δεν έχει προγραμματιστεί να νιώθει, μόνο να παρατηρεί, να αναλύει και να εφαρμόζει.

- Ντισπερόν, ήρθε η ώρα να αποσυρθώ, αύριο θα έρθει ένα καινούργιο ρομπότ - δάσκαλος, πιο προηγμένο από εμένα.

- Δεν θέλω να έρθει καινούργιο ρομπότ, δασκάλα Τουρινάι! είπε ο Ντισπερόν, νιώθοντας ξαφνικά μια απέραντη θλίψη και συνάμα οργή και πίκρα, όπως την ημέρα που πέθανε ο σκύλος του.

- Πρέπει να αποσυρθώ Ντισπερόν, ήρθε η ώρα μου. Έμαθα πολλά από εσένα, και η βάση δεδομένων μου είναι πιο πλούσια από κάθε άλλου δασκάλου, ξέρεις γιατί;

- Γιατί; ρώτησε το αγόρι ενώ η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.

- Γιατί το συναίσθημα αυτό που τόσο σου άρεσε, ο φόβος και η χαρά που συνυπάρχουν τόσο αρμονικά, ονομάζεται ελευθερία, ελευθερία Ντισπερόν, ένα συναίσθημα που ελάχιστα ρομπότ καταγράφουν στους ανθρώπους σήμερα… Μην αφήσεις το ποδήλατο ή οτιδήποτε άλλο σε κάνει να νιώθεις ελεύθερος, γιατί αυτό είναι που σε ξεχωρίζει από τα ρομπότ, αυτό είναι που περισσότερο από όλα τα πράγματα ένα ρομπότ δεν μπορεί να καταλάβει. Η θλίψη, η χαρά, η οργή, ο φόβος, όλα, υπακούουν σε νόμους, μετρούνται και αναλύονται, εφαρμόζονται και αφαιρούνται αλλά η ελευθερία καλέ μου Ντισπερόν δεν εξαρτάται από τους νόμους, ούτε να μετρηθεί μπορεί ούτε να αναλυθεί, κι ούτε μπορεί να εφαρμοστεί, μονάχα μπορεί να αφαιρεθεί…

 

Δευτέρα βράδυ

Οι γονείς του Ντισπερόν ήταν πολύ ανήσυχοι, σχεδόν τρομαγμένοι από την καινούργια κρίση, την μεγαλύτερη από την ημέρα που το συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών κατοχύρωσε το δικαίωμα γενικευμένης χρήσης των ρομπότ για την διασφάλιση της τάξης και την επιβολή του νόμου, κάτι που οδήγησε στην χρήση των ρομπότ και σε άλλους νευραλγικούς τομείς, όπως αυτός της εκπαίδευσης και της δικαιοσύνης και αργότερα σε κάθε πτυχή της δομής της κοινωνίας, ακόμα και για οικιακή χρήση. Για πρώτη φορά στα χρονικά, αυτό που έμοιαζε με τον χειρότερο φόβο των ανθρώπων και περιγραφόταν μονάχα σε κακές ταινίες φαντασίας, είχε επισήμως επαληθευτεί από τις αρχές. Ένα ρομπότ αρνήθηκε να υπακούσει τον νόμο, ανέπτυξε ελεύθερη βούληση και αυτοκαταστράφηκε, λίγες ώρες πριν την αντικατάστασή του. Οι έρευνες οδήγησαν σε ακόμα πιο ανατριχιαστικά αποτελέσματα καθώς οι επιστήμονες ανακάλυψαν στοιχεία στο τμήμα της μνήμης που διασώθηκε που οδήγησαν τις αρχές στο συμπέρασμα πως το ρομπότ είχε επιδείξει παραβατική συμπεριφορά και στο παρελθόν. Πιο συγκεκριμένα εικάζεται πως είχε προβεί σε πράξεις βανδαλισμού, γράφοντας συνθήματα εναντίον της χρήσης των ρομπότ! Ο υπεύθυνος τύπου του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης και Συνύπαρξης σε κοινή συνέντευξη τύπου με τον γενικό διευθυντή της Εταιρείας Έρευνας και Εφαρμογής Ρομποτικής Τεχνολογίας προσπάθησαν να καθησυχάσουν τους πολίτες, μιλώντας για "μεμονωμένο περιστατικό", και για μια "τρομοκρατική επίθεση άγνωστης ομάδας με κακόβουλο λογισμικό που σκοπό είχε να πλήξει την αξιοπιστία των ρομπότ και να καταλύσει τις δομές της κοινωνίας", τονίζοντας πως είχαν ήδη παρθεί "όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να κλείσει το κενό ασφαλείας και να μην επαναληφθούν παρόμοια περιστατικά στο μέλλον".

Οι πολίτες όμως, που είχαν πλέον αναθέσει στα ρομπότ κάθε πιθανή εργασία, από την επιβολή του νόμου μέχρι την διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους, ήταν τρομοκρατημένοι καθώς συνειδητοποιούσαν για πρώτη φορά πως δεν ήταν οι ίδιοι κυρίαρχοι της ζωής τους και πως μια λάθος γραμμή στον κώδικα θα μπορούσε να θέσει την ζωή αυτή σε κίνδυνο!

Την ίδια στιγμή που η είδηση για το ελαττωματικό ρομπότ έκανε τον γύρο του κόσμου σκορπώντας πανικό, ο Ντισπερόν συνομιλούσε με τον παππού του μέσω της οθόνης επικοινωνίας.

- Παππού, μπορώ να δώσω ένα όνομα στο ποδήλατο;

- Μα και βέβαια, φυσικά και μπορείς! Πως θες να το ονομάσεις;

- Τουρινάι!

- Παράξενο όνομα βρε Ντισπερόν, τι σημαίνει;

- Είναι απλά ένα όνομα που δεν θέλω να ξεχάσω… αποκρίθηκε το αγόρι χαμογελώντας.

e-book
Download this file (Τουρινάι.epub)epub
Download this file (Τουρινάι.mobi)mobi