Ο Ανεμοπόδαρος

Ξεκούραση, ε όχι και ξεκούραση, αυτό μου μοιάζει με παραίτηση! Παραίτηση μάλιστα! Σταματάς να δουλεύεις μετά από σαρανταπέντε χρόνια, σαρανταπέντε ολόκληρα χρόνια, τόσα πολλά που χωράς μέσα τους μια ολόκληρη ζωή! Την πρώτη βδομάδα είναι όλα όμορφα, λες πως είναι ωραίο πράγμα η σύνταξη, δεν έχεις πια άγχη, δεν φοβάσαι πια, τώρα κάθε μήνα θα μπαίνουν χρήματα στον λογαριασμό σου και θα έχεις επιτέλους τον απαραίτητο ελεύθερο χρόνο να φτιάξεις τον κήπο σου.

 

Τον έφτιαξα τον κήπο, περιποιήθηκα την λεμονιά μου, την τεράστια καρυδιά, τις δύο ροδιές, έβαλα και γιασεμί να μου μιλάει το καλοκαίρι, όπως και τότε που ήμουν παιδί. Γιατί η οσμή δεν είναι κάτι που αντιλαμβάνεσαι μονάχα με την μύτη, το άρωμα μιλάει στην μνήμη, φτιάχνει εικόνες, περπατάς στον δρόμο και ξαφνικά βλέπεις τον εαυτό σου με κοντά παντελονάκια και χτυπημένα γόνατα, νιώθεις την ανάσα σου βαριά και γρήγορη, έτρεξες πολύ απόψε, έπαιξες με όλη σου την καρδιά και το αύριο θα είναι μονάχα καλύτερο, ακόμα καλύτερο! Μα ξάφνου το άρωμα χάνεται, φοράς ένα μακρύ μάλλινο παντελόνι και καπέλο για να σε προστατεύει από τον αέρα κι ο λόγος που η ανάσα σου είναι έτσι βαριά, δεν είναι το παιχνίδι, αλλά η ανηφόρα. Η ίδια ανηφόρα που κάποτε διέσχιζες με δρασκελιές και τώρα πρέπει να κάνεις στάση κάθε λίγα βήματα.

Αλλά για λίγο έγινες παιδί κι αυτό το οφείλεις στο άρωμα.

Έφτιαξα λοιπόν τον κήπο, και μετά πιάστηκα με τα μερεμέτια του σπιτιού. Τελείωσαν κι αυτά. Και τώρα; Εγώ ξυπνάω στις 7, πίνω το τσάι μου, φοράω το καπέλο μου, παίρνω τα κλειδιά μου και ετοιμάζομαι για τη δουλειά. Αλλά δουλειά πια δεν υπάρχει. Κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού και με πιάνει το παράπονο. Ούτε το καπέλο δεν βγάζω. Σύνταξη. Παραίτηση. Σαρανταπέντε λεπτά σιωπή. Χρόνος που διαρκεί όσο αυτά τα σαρανταπέντε χρόνια, χωράς μέσα τους μια ολόκληρη ζωή.

Και σε πιάνει το παράπονο και για έναν άλλο λόγο. Τι κατάφερες τελικά; Πόσα πράγματα δεν έζησες; Αυτό που δεν κατάλαβα ποτέ μου είναι πως η ζωή εκτός από ευθύνες έχει και χαρές. Όχι, όχι τις χαρές της Κυριακής, αυτή είναι βεβιασμένη ευτυχία, ένας τρόπος να γεμίσεις τις μπαταρίες σου για την Δευτέρα που έρχεται, δεν ζεις πραγματικά, ξεκλέβεις χρόνο μοναχά για να θυμηθείς τα απλά πράγματα πριν γυρίσεις στο στέρεο οικοδόμημα, πετάς λιγάκι, αλλά λιγάκι, τόσο που να έχεις κάτι να συζητήσεις με τον καταστηματάρχη από απέναντι την ώρα που παραγγέλνεις καφέ. "Πως τα περάσατε χτες;" "Υπέροχα, απλά πράγματα, ξεκουραστήκαμε". Κι η συζήτηση τελειώνει εκεί. Ε, λοιπόν δεν θα έπρεπε να ξεκουράζεσαι, θα έπρεπε να ζεις!

Τελείωσε ο κήπος και τα μερεμέτια, πέρασαν τρία τέταρτα στην άκρη του κρεβατιού και πετάς το καπέλο στο πάτωμα με νεύρα. Ίσως στην ζωή μου να ήμουν ένας μεγάλος τεμπέλης, αλλά δεν είχα το χρόνο να το συνειδητοποιήσω γιατί δούλευα πολύ…

Ξάφνου χτυπάει το τηλέφωνο. "Παππού" φωνάζει μια παιδική φωνή. "Ερχόμαστε την Κυριακή στο χωριό για διακοπές!". Μάλιστα, ξαναβουρκώνεις, τι πράγμα κι αυτό, απ' όταν πήρες την σύνταξη κλαις συνέχεια, νιώθεις την συγκίνηση στα βάθη της καρδιάς σου, σε ταράζει ολόκληρο. Πρέπει να ετοιμάσεις το σπίτι, πρέπει να κάνεις ότι μπορείς για να περάσει καλά το παιδί, να είναι ευτυχισμένο. Ίσως το παιδί να μην έχει ανάγκη από τίποτα από όσα σχεδιάζεις, ίσως να του φτάνουν τα καλοκαιρινά αστέρια και μια ανηφόρα, αλλά εσύ πρέπει να δώσεις, πρέπει να προσφέρεις. "Σύνταξη", θα πείς, "ωραίο πράγμα! Έχει κανείς όσο χρόνο θέλει να προετοιμάσει την ευτυχία των ανθρώπων που αγαπά!"

Το παιδί σε αγκαλιάζει, αλλά δεν προλαβαίνεις να το χαρείς. Το ήξερες και δεν σε πειράζει. Όσο περισσότερο αγαπάς κάποιον, τόσο λιγότερο χρόνο έχεις να περάσεις μαζί του. Δεν μιλώ για τον χρόνο που μετράς με ώρες και λεπτά, μιλώ για τον χρόνο που μετράς με στιγμές.

Έχει ένα καινούργιο παιχνίδι και όλος του ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από αυτό. Έχει ένα ποδήλατο. Εσύ ποδήλατο δεν έμαθες ποτέ κι ακριβώς δεν καταλαβαίνεις τι βρίσκει σε τούτο το ρημάδι και από τα χαράματα μέχρι το βράδυ δεν ξεκαβαλά από πάνω του. Ανησυχείς μονάχα, φοβάσαι. "Πως ισορροπεί κανείς σε δύο ροδίτσες μια σταλιά;"

Το μεσημέρι καθόμαστε κάτω από τον ίσκιο της καρυδιάς, στο στρωμένο τραπέζι. Παρατηρώ τότε πως το παιδί μόνο για το ποδήλατό του μιλάει, εξιστορεί τις περιπέτειές του και με ρωτά διαδρομές, βρίσκει λέει πολύ ενδιαφέρον να τρέχει κάτω από τα δέντρα, δίχως να φοβάται τα διερχόμενα αυτοκίνητα, δίχως παρκαρισμένα να του κλέβουν το πεζοδρόμιο. Κι είναι όμορφα γιατί τα πνευμόνια του γεμίζουν οξυγόνο, γιατί μυρίζουν τα δέντρα, κι είναι αυτή η οσμή τους ένα εξαιρετικό καύσιμο.

- Παππού, εσύ ξέρεις ποδήλατο;

- Όχι, δεν έμαθα ποτέ.. Όταν ήμουν στην ηλικία σου, δεν θυμάμαι να υπάρχουν ποδήλατα στο χωριό, μόνο ο ταχυδρόμος είχε ένα...

Η ανθρώπινη μνήμη είναι ένα μεγάλο μυστήριο, να ξέρεις! Όταν κάποιος γεράσει σβήνει κάθε σημαντική λεπτομέρεια από το μυαλό του, κάθε τι που μετράει χάνεται. Δεν θυμάσαι το χαμόγελο της γυναίκας σου όταν γέννησε, τον ήχο της φωνής της, τα λόγια της... Στην θέση τους μένουν άχρηστες πληροφορίες, ο τρόπος που ο ήλιος δημιουργούσε μια φωτεινή λεπτή γύρω από το πρόσωπό της ένα καλοκαιρινό απόγευμα ή την έκφρασή της όταν δοκίμασε για πρώτη φορά σαλιγκάρια, πράγματα δηλαδή που δεν έχουν κανένα λόγο ύπαρξης. Και το ακόμα πιο παράλογο, είναι όταν συνειδητοποιείς πως η φωτεινή γραμμή και η γκριμάτσα σου λείπει όσο τίποτα στον κόσμο...

Παράξενο πράγμα η μνήμη λοιπόν, έχω ξεχάσει πολλά πράγματα από την παιδική μου ηλικία, αλλά το ποδήλατο του ταχυδρόμου το θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια. Πράσινο σκούρο, με ένα μεταλλικό σήμα στο κούτελο που γυάλιζε κάθε φορά που το ποδήλατο έπαιρνε την στροφή, για να μπει στην πλατεία. Το σήμα ήταν μια ασπίδα με τα γράμματα Α και Π. Για κάποιον λόγο μου είχε κολήσει στο μυαλό πως σήμαινε "ανεμοπόδαρος", τι αστείο!

Το ποδήλατο είχε λευκούς λασπωτήρες, κίτρινες μούφες και ήταν φορτωμένο με δυο μεγάλους δερμάτινους σάκους. Θα μπορούσα όλα αυτά να τα εξιστορήσω στο παιδί, αλλά ίσως να μην είχαν καμιά σημασία γι' αυτό. Αντίθετα, οι δικές του ιστορίες για τα μονοπάτια, τα ρυάκια, το ανέβασμα στο βουνό, το πόσο τρέχει το ποδήλατό του και γιατί είναι το καλύτερο από όλα τα ποδήλατα του κόσμου, αυτά μάλιστα, έχουν σημασία γιατί μέσα τους ουρλιάζει η ζωή. Κι έτσι, αντί να διηγείται ο παππούς στον εγγονό ιστορίες όπως κάνουν όλοι, εγώ ρουφούσα κάθε λέξη, κάθε εικόνα, κάθε στιγμή που μου απέμενε στον ίσκιο της καρυδιάς, παρέα με το παιδί.

Το φθινόπωρο έφτασε πιο γρήγορα από κάθε άλλη χρονιά και πήρε μαζί του το παιδί και το ποδήλατο, άφησε πίσω έναν γέρο και τα 45 ατελείωτα λεπτά του πρωινού. Πλέον, δεν υπάρχει κανείς να σε διδάξει τι είναι η ζωή. Κι ύστερα λένε πως οι γέροι είναι σοφοί... Σοφός είναι μονάχα αυτός που αφήνει τον εαυτό του να μαθαίνει από τις εμπειρίες των άλλων, σοφός είναι ο μάγος εκείνος που ενώ εσύ του μιλάς, εκείνος εκμεταλλεύεται την ευκαιρία και ζεί την ζωή σου.

- Το θέλω!

- Να σας ρωτήσω... Για εσάς το θέλετε;

- Φυσικά!

- Συνήθως το αγοράζουν για τα εγγόνια τους, οι άνθρωποι δηλαδή που... Εννοώ...

- Ο εγγονός μου έχει ποδήλατο, αυτό το θέλω για εμένα!

- Μάλιστα, καλή επιλογή, γερό ποδήλατο...

Ο πωλητής σκέφτεται πως "ο παππούς τρελάθηκε" και, τι αστείο, έχει δίκιο! Διασκεδάζω με την αμηχανία του, λέω μάλιστα να τον τσιγκλίσω λίγο ακόμα...

- Αλλά πρέπει να μου το φέρετε στο σπίτι εσείς.

- Μάλιστα, κι απόψε αν θέλετε, όταν κλείσουμε θα το φορτώσω...

- Να μου το φέρετε γιατί εγώ δεν ξέρω ποδήλατο και δεν θα μπορούσα να το μεταφέρω με άλλον τρόπο.

- Δεν ξέρετε ποδήλατο;

- Όχι.

- Είσαστε σίγουρος πως θέλετε να αγοράσετε ποδήλατο; Είναι επικίνδυνο ξέρετε, θέλω να πω...

Στο μυαλό του φωλιάζει αυτή η χυδαία φράση για τον γέρο και το πέσιμο.

Στο μυαλό μου έρχεται ο δάσκαλος με τα στρογγυλά γυαλάκια που μας έλεγε πως ο Σωκράτης, λίγο πριν πιει το κώνειο, ζήτησε από τους μαθητές να του φέρουν μια άρπα για να ξεκινήσει μαθήματα.

Ο χρυσοχόος είναι φίλος μου από παλιά. Του ζητώ να μου φτιάξει μια ασπίδα με τα γράμματα "Α" και "Π" μέσα της. Του λέω ακόμα πως πρέπει να είναι κυρτή για να μπαίνει στον λαιμό του ποδηλάτου και του σχεδιάζω με δυσκολία τα αρχικά σε ένα κομμάτι χαρτί. Με κοιτάζει παραξενεμένος, αλλά δεν ρωτάει πολλά.

Εκείνο το απόγευμα πέρασα κι από το μαγαζί με τα εργαλεία και αγόρασα κλειδιά, πινέλα και έφτιαξα τα δικά μου χρώματα, πράσινο σκούρο και το χρώμα της ώχρας. Κι από το βιβλιοπωλείο αγόρασα ένα βιβλίο για τα τεχνικά θέματα του ποδηλάτου, και μια συλλογή με κείμενα που είχαν γράψει κάποιοι ποδηλάτες...

Η επόμενη ημέρα ξημέρωσε ίδια ώρα που της υπαγορεύει το σύμπαν από τότε που δημιουργήθηκε το φως. Αλλά εγώ ήμουν ήδη στην αυλή και περίμενα με λαχτάρα το πρωινό. Στον κορμό της καρυδιάς υπήρχε το ποδήλατο, το κούτελο του Ανεμοπόδαρου τα χρώματα και εργαλεία, παρατημένα όπως τα παιχνίδια των παιδιών κι επιτέλους, η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά, τόσο μα τόσο δυνατά...

Μια εβδομάδα μου πήρε να βάψω το ποδήλατο. Έμαθα να το συναρμολογώ, να αλλάζω λάστιχα, βίδωσα και ξεβίδωσα κάθε βίδα και παξιμάδι που υπήρχε. Το απόγευμα εκείνης της Κυριακής κοιτούσα συγκινημένος τον Ανεμοπόδαρο να λάμπει στις ακτίνες του ηλιοβασιλέματος...

Οι πρώτες μου εμπειρίες πάνω στην σέλα ήταν ένα συμπυκνωμένο μάθημα ζωής. Έπρεπε να παλέψω για να νικήσω τον φόβο μου ώστε να είμαι ελεύθερος, τόσο ελεύθερος ώστε να μπορώ να κρατήσω την ισορροπία μου. Ο αγώνας ενάντια στον φόβο και η ελευθερία που γεννά την ισορροπία είναι δυο πράγματα που θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο.

Στην αρχή ισορροπούσα μέσα στην αυλή, μετά οδηγούσα μέσα στο χωριό, πριν περάσουν τρείς μέρες ταξίδευα στα γύρω χωριά μέσα από τους δασικούς δρόμους. Τις ατελείωτες ώρες πάνω στην σέλα τις περνούσα με συντροφιά τις αναμνήσεις μου. Κι αν κάποια στιγμή κουραζόμουν, ξάπλωνα κάτω από ένα δέντρο, έπαιρνα ένα μήλο και ένα μπουκάλι νερό από τις δερμάτινες τσάντες και ρουφούσα την στιγμή με πάθος.

Ένα βράδυ του χειμώνα έβλεπα την βροχή να κυλάει στο τζάμι, μέσα από το καφενείο του χωριού. Δίπλα μου, στο ξύλινο τραπεζάκι είχα ακουμπήσει τον Ανεμοπόδαρο που λες και ήταν άνθρωπος, είχε γύρει το τιμόνι του προς την σόμπα πετρελαίου και κοιτούσε σιωπηλά την πορτοκαλί λάμψη από τις φλόγες.

- Πως θα φύγεις τώρα με τέτοιον καιρό; με ρώτησε ένας από τους θαμώνες.

- Με τα πόδια. Έχω αδιάβροχο. Απάντησα άκεφα.

- Τι το θες το ποδήλατο σε αυτή την ηλικία; Δεν ξέρεις πως ο γέρος θα πάει ή από πέσιμο...

- ή από συνήθεια, τον διέκοψα. Πριν προλάβει να με ρωτήσει, πλήρωσα, φόρεσα το αδιάβροχο, πήρα τον Ανεμοπόδαρο και βγήκα έξω στη βροχή. Στην ανηφόρα προς το σπίτι, σταμάτησα να πάρω ανάσα. Ακούμπησα στην ξύλινη κολόνα μιας λάμπας και γύρισα το κεφάλι μου ψηλά. Οι σταγόνες της βροχής λάμπανε από το φως και στην συνέχεια πέφτανε μέσα στα μάτια μου. Έκλεισα τα μάτια και χαμογέλασα. Η εικόνα με τις φωτεινές σταγόνες είναι η ασήμαντη μνήμη που θα κρατούσα από εκείνη την ημέρα.

Χάιδεψα το ψυχρό μέταλο του ποδηλάτου. Στα χέρια μου χορεύαν οι σταγόνες. Τις φανταζόμουν φωτεινές να σκάνε πάνω στις διογκωμένες φλέβες και να διαλύονται σε χιλιάδες μικροσκοπικά κομμάτια.

Χιλιάδες μικροσκοπικά φωτεινά κομμάτια που πετάνε στο κενό της νύχτας, ξαφνικά το μυαλό μου γέμισε με αστέρια, άρχισα να ταξιδεύω ανάμεσά τους, πετούσα... Όταν συνήθισα στην αίσθηση του κενού, άφησα το μυαλό μου ελεύθερο, ήμουν τώρα πάνω στον Ανεμοπόδαρο και πετούσαμε μαζί ανάμεσα στα αστέρια, ανάμεσα σε εκατομμύρια κόκκους αστρόσκονης που στροβιλίζονταν γύρω μας. Γελούσα σαν παιδί. Στον πραγματικό κόσμο άνοιγα το στόμα μου και γευόμουν τη βροχή, στον κόσμο της αστρόσκονης έβλεπα τον εαυτό μου να αλλάζει, το δέρμα μου άλλαζε, οι φλέβες δεν πετούσαν πια, τα χέρια που κρατούσαν το τιμόνι δεν ήταν σκληρά, ήταν μικρά και μαλακά, ήταν τα χέρια ενός παιδιού. Είδα την μητέρα μου να μου χαμογελάει μέσα στην δίνη του φωτός, είδα τους φίλους μου, την πρώτη μου δουλειά, την αυλή του σχολείου... Άκουσα την φωνή της γυναίκας μου, ω! πόσο μου είχε λείψει αυτή η ανάμνηση, να ΄ξερες πόσο ευτυχισμένος έγινα... Την είδα να χαμογελά, είδα την γέννηση των παιδιών μου, είδα όλα όσα πίστευα πως είχα χάσει, εκεί, μέσα σε σύννεφα αστρόσκονης, μέσα σε φωτεινές σταγόνες... Κρατούσα σφιχτά το τιμόνι του Ανεμοπόδαρου κι όλο ζούσα, ζούσα, ζούσα...

Στον πραγματικό κόσμο, η βροχή σταμάτησε, άνοιξα τα μάτια μου και συνέχισα να σέρνω τον Ανεμοπόδαρο στην ανηφόρα. Κοιμήθηκα ευτυχισμένος και γεμάτος εκείνο το βράδυ κάτω από τις ζεστές κουβέρτες. Και το επόμενο πρωινό γύριζα όλο το χωριό με αργές πεταλιές και χάζευα τον κόσμο γύρω μου, τον τόσο καθαρό και λαμπερό κόσμο που μας περιβάλλει, που μας κυκλώνει κάθε ημέρα και που εμείς προσπερνάμε βιαστικά... Όπως προσπερνάμε βιαστικά όλα όσα ζούμε, όλα όσα έχουν σημασία, όλα όσα μας κάνουν αυτό που είμαστε. Τόσο βιαστικά και επιπόλαια, που σχεδόν τα ξεχνάμε...

Είδες όμως, είδες πως, μια τόση δα συγκίνηση, η λαχτάρα του καινούργιου, ο αγώνας ενάντια στον φόβο, η ελευθερία που είναι τόση όση χρειάζεται για να ισορροπήσεις, πως αυτά τα πράγματα αρκούν για να ανακαλύψεις τα μυστήρια της ζωής...

Την υπόλοιπη ημέρα τριγύριζα στους λασπωμένους δρόμους κι ονειρευόμουν, το επόμενο καλοκαίρι, που θα σκαρφάλωνα στην ράχη του Ανεμοπόδαρου και μαζί με το εγγόνι μου θα γύριζα τον κόσμο...

e-book
Download this file (Ο Ανεμοπόδαρος.epub)epub
Download this file (Ο Ανεμοπόδαρος.mobi)mobi