Το δικό μου τοτέμ!

Τα παιδικά χρόνια ενός εκκολαπτόμενου μάγου

Από μικρό παιδί ήθελα να γίνω μάγος. Μάλιστα. Ο καθένας έχει ένα - δυο ντουζίνες όνειρα για την ζωή του, εγώ ήθελα μονάχα να κάνω πράγματα που θα αλλάζουν τον κόσμο γύρω μου, αυτό και τίποτα άλλο!

 

Μας ρώταγε η δασκάλα στο σχολείο:

- Τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις Γιαννάκη;

- Αεροπόρος να καβαλώ αεροπαπόρο! έλεγε με καμάρι ο Γιαννάκης, σφιγγόταν η δασκάλα, πήγαινε στον Κωστάκη...

- Τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις Κωστάκη;

- Αεροπόρος θέλω να γίνω κι εγώ, αλλά σε διαστημόπλοιο κυρία! φώναζε με στόμφο ο Κωστάκης γουρλώνοντας τα μάτια. Να μην σας τα πολυλογώ, λίγο πολύ όλα τα αγοράκια θέλανε να γίνουνε αεροπόροι σε ότι όχημα είχε εφευρεθεί (και άλλα που δεν τα ανακάλυψε ποτέ τελικά ο άνθρωπος), μέχρι που ερχόταν και εμένα η σειρά μου.

- Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις Νικολάκη;

- Ο Γκάνταλφ κυρία!

- Τι είναι αυτό παιδί μου;

Αλλά πως να της το εξηγήσω, “αεροπόρος καβάλα σε έναν τεράστιο αετό κυρία!” έλεγα για να ξεμπερδεύω...

 

Κι αν η μαγεία δεν υπάρχει;

Μ’ αυτά και με τούτα περάσαν τα χρόνια, έφτασα στην εφηβεία, το όνειρο να γίνω μάγος ήταν ακόμα πιο ζωντανό, ιδιαίτερα εκείνα τα χρόνια... Αλλά το μόνο μου ξόρκι ήταν η Σούλα, αλήθεια σας το λέω, έλεγα “Σούλα” και άλλαζε ο κόσμος μου στην στιγμή, γέμιζε με χρώματα, γινόταν πιο φωτεινός, ο ήχος χανόταν και όλες οι φωνές γίνοταν νότες και αρπίσματα σε λα ματζόρε, μέχρι που η Σούλα τα έφτιαξε με τον Τάκη τον μπασίστα από το Β2 και πάει και η μαγεία και τα χρώματα και η μουσική και όλα...

Σπουδές υποχρεωτικά, να γίνω μορφωμένος με ειδικότητα στην νομική για να καμαρώνει η οικογένεια πως έχει παιδί σπουδαγμένο, ε λοιπόν σας το λέω, ολόκληρους τόμους μάθαινα απ’ έξω, βιβλιοθήκες ολόκληρες ξεκοκκάλιζα, ένα τόσο δα ξόρκι δεν βρήκα πουθενά! Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά όσο μεγάλωνα τόσο αμφισβητούσα πως υπάρχει μαγεία στον κόσμο μας, θα ΄λεγε κανείς πως τελειώνοντας τις σπουδές μου άφηνα πίσω μου έναν ολόκληρο κόσμο κι έμπαινα σε αυτόν τον φθηνό κι άθλιο παλιόκοσμο των δελτίων ειδήσεων και των κακόγουστων φωτισμένων βιτρίνων στους εμπορικούς δρόμους... Γιατί έτσι τον έβλεπα εγώ τον κόσμο των ενηλίκων! Τα δελτία υπάρχουν για να μας θυμίζουν ότι πολλοί μαζί μπορούμε να καταφέρουμε σπουδαία εγκλήματα και οι βιτρίνες για να μας θυμίζουν πως ο καθένας μόνος του μπορεί να καταφέρει να είναι ακόμα πιο μόνος του...

Αλλά η μαγεία, το λέω για να το μάθεις κι εσύ, είναι πράγμα μαγικό και θα σου το τεκμηριώσω αν δεν με πιστεύεις!

 

Μια πρακτική συμβουλή για υποψήφιους μάγους

Φαντάσου την στιγμή που προσπαθείς να περάσεις από το πεζοδρόμιο που είναι καλυμμένο με βουνά από σκουπίδια κι ενώ ένα παπάκι σε σπρώχνει με τον καθρέφτη για να περάσει δίπλα από τα εκατό πιο θορυβώδη αυτοκίνητα του κόσμου που έχουν μποτιλιαριστεί στο πλάι σου και κορνάρουν εν χορώ, λίγα δέκατα του δευτερολέπτου πριν προσγειωθούν στο κεφάλι σου τα λασπόνερα από τον δεύτερο που έχει ρίξει η Νίτσα που κάνει γενική στα μπαλκόνια της, ε, εκείνη ακριβώς την στιγμή για ένα απειροελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου, περνά μπροστά σου μια πεταλούδα και το μόνο που σκέφτεσαι είναι πως “ήρθε η άνοιξη! Για φαντάσου!”

Αυτό είναι η μαγεία, μάλιστα! Αδειάζεις την κεφάλα σου από όσα βλέπεις και βλέπεις μόνο αυτά που ονειρεύεσαι! Πάφ! Μαγεία! Βρεγμένος, με μελανιά στα πλευρά, βρώμικος από το καυσαέριο και ενώ το δέρμα σου απορρέει την ειδυλλιακή οσμή των σκουπιδιών, με ένα χαριτωμένο πονοκέφαλο από τις κόρνες για γαρνιτούρα, χαμογελάς κι άμα σε ρωτήσει κανείς πως ήταν η μέρα σου, θα του πεις “είδα μια πεταλούδα σήμερα, ήρθε η άνοιξη!”

Βέβαια, υπάρχουν και οι άλλοι, αυτοί που δεν θα δουν ποτέ την πεταλούδα, αυτοί που θα την δουν αλλά δεν θα την προσέξουν κι αυτοί που θα την δουν, αλλά θα την ξεχάσουν αμέσως. Αλλά εγώ, ουδέποτε υπήρξα ένας τέτοιος, σε αντίθεση με τον Τάκη τον μπασίστα που είμαι σίγουρος πως ανήκει ταυτόχρονα σε όλες τις παραπάνω κατηγορίες...

Αλλά εσείς, αν θέλετε μια μέρα να γίνετε μάγοι μεγάλοι και τρανοί, αφήστε το ΔΝΤ, την TV και ότι σας χαλάει την ζωή και επικεντρωθείτε στα ανεπαίσθητα αυτά σημάδια που υπάρχουν γύρω σας και σας μιλούν για την άνοιξη, την ομορφιά και την ελευθερία, αρκούν μονάχα αυτά, για να αλλάξετε τον κόσμο με ξόρκια μαγικά!

 

Τα πρώτα στάδια της μαγείας, τα παραμυθένια πλάσματα και το ξύλο που τρώει κανείς μέχρι να γίνει μάγος

Η πρώτη ένδειξη για την ύπαρξη της μαγείας, μου παρουσιάστηκε στα 25 μου, την ώρα που διάβαζα σε μια βαρετή βιβλιοθήκη του βαρετού πανεπιστημίου, ένα βαρετό βιβλίο... Για μια στιγμή μονάχα αφαιρέθηκα και κοίταξα την σκόνη που χόρευε στις ακτίνες του ήλιου και αισθάνθηκα κάτι τόσο οικείο και ζεστό που για μια στιγμή, για μια φευγαλέα και ασήμαντη στιγμή, έφερε στο μυαλό μου ένα καλοκαιρινό απόγευμα που καβάλα στο ποδήλατό μου έτρεχα στους χωματόδρομους του χωριού μου... Αυτό ήταν! Η σκόνη άρχισε να χορεύει σαν τρελή, συμπυκνώθηκε, πήρε μορφή, την μορφή ενός νάνου που κρατούσε ένα τεράστιο σφυρί ίσα με το μπόι του! Ένα πραγματικός νάνος στεκόταν απέναντί μου και με κοίταζε τσαντισμένος! Είχα μείνει με τα μάτια γουρλωμένα και δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη!

Ώσπου ο νάνος μου έδωσε μια με το σφυρί, εγώ ούρλιαξα και έπεσα από την καρέκλα μου και μέχρι να σηκωθώ οι συμφοιτητές μου είχαν κάνει κύκλο γύρω μου και γελούσαν, μαζί και η Σούλα - που πια σπούδαζε πολιτικές επιστήμες, ενώ ο νάνος ήταν - φυσικά - άφαντος!

Αυτό το περιστατικό με έβαλε σε σκέψεις και άναρθρες κραυγές πόνου καθώς το ίδιο βράδυ έπιανα το τεράστιο καρούμπαλο που είχα στο κεφάλι μου. Τι ήταν αυτό που είχα ζήσει; Μήπως μια παραίσθηση; Μήπως με πήρε ο ύπνος και απλά έπεσα από την καρέκλα; Αλλά το καρούμπαλο; Μα τι σόι όνειρο σου προκαλεί καρούμπαλα, ότι θέλουμε λέμε;

Το επόμενο πρωί είχαν απεργία τα Μέσα Μαζικής Κονσερβοποίησης κι έτσι ξύπνησα νωρίτερα για να πάω στο πανεπιστήμιο με τα πόδια. Με είδε η Κούλα η σπιτονοικοκυρά κι αφού μου απόκοψε διακριτικά την έξοδο προς την πόρτα της αυλής, πάλεψε με νύχια και δόντια να βγάλει το κουτσομπολιό της ημέρας... Βρε να έχει βάλει το μοτέρ μπροστά και να μην σταματά με τίποτε... “Μα ούτε ένα κορίτσι δεν έχεις φέρει έξι μήνες τώρα...” και “άστα Νικολάκη μου τι τράβηξα από την Παπαδοπούλου, ξέρεις, αυτή την κουτσομπόλα στον έκτο, με τον άνδρα τον - τάχα μου τάχα μου - μεγαλέμπορο, σου λέει, που να σου πω εγώ ιστορίες...” και “Χάλια ο κόσμος Νικολάκη, χάλια! Κι έχουν απεργίες τα ταξιά και τα λεωφορεία και τα Μετρά, να μην μπορεί να πάει πουθενά ο κοσμάκης, αααααα, έτσι βρε θα γίνουμε κράτος;”... Κάπου ανάμεσα σε αυτή την ακατάσχετη φλυαρία στην οποία ο υπουργός οικονομικών και η Παπαδοπούλου του έκτου είχαν το ίδιο ποσοστό ευθήνης για οτιδήποτε πάει στραβά στον πλανήτη, μου πρότεινε να μου δανείσει το ποδήλατο της ανηψιάς της που σπούδαζε στην Κρήτη. Εγώ δεν είχα - σας διαβεβαιώνω - καμιά διάθεση να κάνω ποδήλατο, αλλά ήταν η μόνη μου ελπίδα να δραπετεύσω από την είσοδο της πολυκατοικίας, επομένως όπως θα έκανε κάθε λογικός άνθρωπος, το πήρα και έφυγα σφαίρα...

Τις πρώτες πεταλιές δεν τις θυμάμαι καλά, νομίζω πως απλά έτρεχα δίχως να σκέφτομαι, το σύνδρομο του φυγά, αλλά σίγα - σιγά η αίσθηση εκείνη, μικρό παιδί στην σέλα να τρέχω στον χωματόδρομο ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, επέστρεψε! Ένιωθα απλά χαρούμενος και ελεύθερος! Μέχρι που άκουσα ένα κακιασμένο γέλιο πίσω από τους ώμους μου, φρέναρα αμέσως και γύρισα να δω... αλλά δεν υπήρχε τίποτα!

Μια εβδομάδα πέρασε έτσι, το ποδήλατο μου άρεσε και το συνήθισα και λιγάκι εδώ που τα λέμε, είχαν - δεν είχαν - απεργία τα “ταξιά και τα Μετρά”, με αυτό πήγαινα στην σχολή. Έφτασε η Παρασκευή, χαρούμενος γύριζα στο σπίτι και αναλογιζόμουν το Σαββατοκύριακο, τον ήλιο και όσα ομορφαίνουν τις Παρασκευές από την δημιουργία του κόσμου κι ύστερα, όταν αποφάσισα να μεγαλώσω την βόλτα μου και να περάσω από ένα ρέμα το οποίο ο δήμαρχος προεκλογικά μετονόμασε σε “δρυμό” για τους δικούς του λόγους... Μου φάνηκε εξαιρετική η ιδέα να βολτάρω κάτω από την σκιά των δέντρων... Ψυχή δεν κυκλοφορούσε κι όλα ήταν ήσυχα και κατά κάποιο τρόπο πιο φωτεινά... Μια λευκή στήλη καπνού υψωνόταν νωχελικά ανάμεσα στα δέντρα, ίσως από κάποιον που έκαιγε παλιόχορτα... Στήλη καπνού; Για την ακρίβεια έμοιαζε περισσότερο με τεράστιο πόδι... Πόδι; Σταμάτησα το ποδήλατο κι ανέβασα σιγά - σιγά το βλέμμα. Το πόδι συνέχιζε σε μια προβιά, η προβιά πιανόταν στην μέση με μια ζώνη, πάνω από την ζώνη υπήρχε μια τεράστια κοιλιά, πάνω από την κοιλιά υπήρχε ένα δασύτρυχο στήθος, κολλημένο πάνω στο στήθος υπήρχε ένα πλακουτσωτό κεφάλι σε μέγεθος διαμερίσματος, πάνω από το οποίο ένα χέρι κρατούσε ένα τεράστιο ρόπαλο το οποίο έκοβε βόλτες απειλητικά πάνω από το προαναρφεθέν πλακουτσωτό κεφάλι... Η αντίδραση μου στην εικόνα του γίγαντα με το ρόπαλο ήταν να ψελίσω “πλάκα μου κάνεις!” κι έπειτα θυμάμαι το ρόπαλο να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, μια σκια να με κυκλώνει και - τσούπ! - ένα μεγάλο “μπάμ” και τον κόσμο να σκοτεινιάζει, να σκοτεινιάζει...

 

Ο μέγας μάγος με τη νυχτικιά και ο αρκούδος με την ροζ μύτη

Δεν ξέρω πόση ώρα ήμουν αναίσθητος, αλλά όταν ξύπνησα ήταν βράδυ και βρισκόμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι ενός σπιτιού που δεν είχα ξαναδεί. Το σώμα μου πονούσε φοβερά και στην παραμικρή κίνηση βογγούσα. Τότε άνοιξε η πόρτα και μια μαύρη σιλουέτα έκανε την εμφάνισή της, μια μαύρη σκυφτή σιλουέτα που όλο μεγάλωνε καθώς ταξίδευε πάνω στον τοίχο, ενώ ένα ανατριχιαστικό τσικ - τσικ - τσικ ακουγόταν όλο και πιο δυνατά...

Έπιασα σφιχτά το σεντόνι από το κρεβάτι και με δυσκολία συγκρατήθηκα για να μην βάλω τις φωνές... Μα κακός μπελάς που με βρήκε αδερφάκι μου, με κακιασμένους νάνους, τσαντισμένους γίγαντες και σκιές που γλυστράν σε τοίχους!

Εντωμεταξύ η σιλουέτα απλωνόταν στον τοίχο και ολοένα ερχόταν κατά πάνω μου... Κρατούσα ακόμα και την αναπνοή μου από την αγωνία, ώσπου τελικά είδα ένα σκυφτό γεροντάκι με ρόμπα και σκουφί για τον ύπνο από αυτά που φορούσαν στις παλιές, ασπρόμαυρες ταινίες, που ερχόταν σιγά σιγά με την μαγκούρα του προς το μέρος μου...

Το πρόσωπό του ήταν παράξενο, φορούσε ένα ζευγάρι τεράστια γυαλιά που κάναν τα μάτια του να φαίνονται τεράστια, τόσο τεράστια όσο τα αυτιά πάνω στα οποία τα γυαλιά αυτά ακουμπούσαν...

- Με λένε Αριστείδη και είμαι σπουδαίος μάγος, μου συστήθηκε...

- Είστε σπουδαίος; αναφώνησα έκπληκτος! Εννοώ... εννοώ είστε μάγος εσείς; προσπάθησα να τα μπαλώσω...

- Νεολαία... είπε μέσα από τα δόντια του ο Αριστείδης και με μια κίνηση του χεριού του η μαγκούρα μεταμορφώθηκε σε κλαδί, το κλαδί άνθισε, από τα άνθη ξεπήδησαν ουράνια τόξα και στο σημείο που τα ουράνια τόξα ακούμπησαν το πάτωμα, φύτρωσαν υπέροχα, πολύχρωμα λουλούδια! Έπειτα ακούμπησε την μαγκούρα του πάλι στο πάτωμα και όλα χαθήκαν σε μικρά σύννεφα πολύχρωμης σκόνης. “Άκουσε” μου είπε, “θα σε διδάξω κάποια πράγματα. Μπορεί να σου φανούν απίστευτα, ιδιότροπα, χαζά ίσως... Αλλά αν με ακούσεις προσεκτικά θα γίνεις μια μέρα ένας σπουδαίος μάγος! Είσαι πολύ δύνατός, πολύ δυνατός, είδα τον γίγαντα, πολύ δυνατός...”

Ήθελα να τον ρωτήσω αν πράγματι τον είδε και δεν ήταν πλάσμα της φαντασίας μου, ήθελα να τον ρωτήσω χιλιάδες πράγματα, αλλά αποφάσισα να σταματήσω και να τον αφήσω να μου εξηγήσει εκείνος...

- Καταρχήν πιο είναι το τοτέμ σου;

- Το... τοτέμ;

- Ουφ, κάθε μάγος έχει κάτι που όταν το σκέφτεται και συγκεντρώνεται σε αυτό ή όταν έρχεται σε επαφή μαζί του, αποκτά λίγη από την δύναμη της φαντασίας που είχε όταν ήταν παιδί... Σκέψου, ο γίγαντας δεν είναι η πρώτη φορά που κάτι παράξενο σου συμβαίνει, κι άλλες φορές έχεις δημιουργήσει κάτι από την σκόνη που μας περιβάλλει... Τι σκεφτόσουν, τι είχαν όλες οι φορές κοινό;

- Κοινό... Το ποδήλατο! Μάλιστα, αυτό είναι! Την πρώτη φορά το σκεφτόμουν, την δεύτερη το χρησιμοποιούσα... Μα ναι!

- Κλασσικό! Οι μισοί μάγοι είναι ποδηλάτες... Οι τυχεροί...

- Οι... τυχεροί; Δηλαδή το δικό σας τοτέμ είναι κάτι άλλο;

- Ναι... είπε και κούνησε το κεφάλι του προς τα δεξιά.

- Τι; ρώτησα με απορία.

Εκείνος ξανακούνησε το κεφάλι του στα δεξιά μουγκρίζοντας. Αλλά το μόνο που υπήρχε σε εκείνο το σημείο του δωματίου ήταν ένα τεράστιος χνουδωτός αρκούδος με ροζ μύτη.

- Ο Σταμάτης ο Αρκούδος, μας σύστησε ο Αριστείδης.

- Δηλαδή το... αρκούδι είναι το μαγικό τοτέμ σας; ρώτησα προσπαθώντας να κρατήσω τα γέλια μου.

- Άκου να δεις, που χλευάζεις, ξέρεις τι τράβηξα εγώ στην Σχολή των Μάγων, όπου ο καθένας έπρεπε να έχει το τοτέμ του μαζί του για να μελετάει την δύναμή του; Ξέρεις η γειτονιά τι μου έσερνε πίσω από την πλάτη μου όταν με έβλεπε να φεύγω μέσα στα άγρια χαράματα με μια στοίβα βιβλία και τον Σταμάτη με την ροζ μύτη αγκαλιά; Όλοι αποφοιτήσαν με σπουδαία ονόματα “Φάνης ο Δημιουργός Σεισμών”, “Παναγιώτης ο Αφέντης του Ύπνου”, “Δημήτριος ο Πάνθηρας” ακόμα και ο Κωστάκης έμεινε στην ιστορία ως ο “Κωνσταντίνος ο Συντροφικός”, μόνο το δικό μου απολυτήριο έγραφε “Αριστείδης ο Αρκουδάκιας”...

 

Η σχολή των μάγων και το κιτρινοπράσινο ξωτικό

- Υπάρχει σχολή μάγων; ρώτησα με ενδιαφέρον.

- Υπήρχε, κάποτε. Αλλά μια μέρα ένα σιχαμένο κιτρινοπράσινο ξωτικό, μισή σπιθαμή όλο κι όλο το σκασμένο, που μας ζήλευε και μας φθονούσε, απέκτησε εξουσία και με ένα μαγικό ξόρκι μια πρωτοχρονιά, την ώρα που χιλιάδες πυροτεχνήματα φώτιζαν την πόλη πήρε το δικό του τοτέμ, μια κάρτα τραπέζης, και καταράστηκε τους ανθρώπους να χάσουν την φαντασία τους... Η σχολή έκλεισε γιατί δεν είχε πια μαθητές!

- Μα τι σόι ξόρκι ήταν αυτό; Εννοώ, τι ξόρκι προκύπτει από μια κάρτα τραπέζης;

- Η ανάληψη του πρώτου ευρώ... Αλλά λέγαμε για τα τοτέμ...

- Σωστά, αποκρίθηκα μπερδεμένος...

- Όταν συγκεντρώνεσαι στο τοτέμ σου και η δύναμη της πραγματικότητας ατονεί και οι δεσμοί με αυτόν τον κόσμο αποδυναμόνωνται, μπορείς να δημιουργήσεις πράγματα της φαντασίας σου και να τους δώσεις ύπαρξη σε αυτόν εδώ τον κόσμο. Όταν χρησιμοποιείς το τοτέμ σου, η δύναμη αυτή είναι μεγαλύτερη, γι’ αυτό και δημιουργείς πιο ισχυρά πράγματα, όπως έκανες και το μεσημέρι, όπου δημιούργησες έναν γίγαντα! Εγώ θα σου διδάξω να ελέγχεις την δύναμη σου και να μην δημιουργείς ότι βλακεία έχει κολήσει στο υποσυνείδητό σου, αλλά πράγματα με ουσία! Όχι τίποτα άλλο, αλλά αν δεν ελέγχεις την δύναμή σου, μπορεί να φτιάξεις πράγματα πολύ πιο φοβερά από τον γίγαντα, πράγματα τρομερά...

 

Το δικό μου τοτέμ

Από τότε δεν αποχωρίστηκα ποτέ ξανά το τοτέμ μου, πρωί - μεσημέρι - βράδυ καβάλα στο ποδήλατο ήμουν... Και τα μαθήματα με τον Αριστείδη, πάνω στην σέλα τα κάναμε. Σιγά σιγά έμαθα να ελέγχω τις δυνάμεις μου, αλλά μπορούσα να κάνω πράγματα που είχαν σχέση με το τοτέμ και μόνο... Έτσι όταν έβλεπα ένα παιδάκι μουτρωμένο να κλαίει γιατί ο πατέρας του δεν μπορούσε να του αγοράσει το παιχνίδι που ήθελε, παραμονή Χριστουγέννων, έκανα ένα “τσαφ!” και του εμφάνιζα ένα ποδήλατο!

Άλλες φορές πάλι ήμουν στεναχωρημένος, καθάριζα το μυαλό μου από σκέψεις και συγκεντρωνόμουν σε έναν περαστικό που μου φαινόταν αγχωμένος. Στην στιγμή έκανε μεταβολή, έμπαινε στο πρώτο ποδηλατάδικο που έβρισκε και έβγαινε καβάλα σε ένα ολοκαίνουργιο, γυαλιστό ποδήλατο, γελαστός κι ευτυχισμένος...

Μια φορά το παράκανα, η αλήθεια είναι, ήμουν κομματάκι υπερβολικός...

Ήταν μια Κυριακή του Μαίου, είχα πάθει λάστιχο στο κέντρο της πόλης και όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά... Το Μετρό και τα λεωφορεία είναι αλλεργικά στα ποδήλατα κι επομένως έπρεπε να το κόψω με τα πόδια μέσα στην ζέστη, αρκετά χιλιόμετρα κουβαλώντας την αφεντομουτσουνάρα μου και το ποδήλατο μαζί.... Μάλιστα, απελπισία με έπιασε, βρε να μην υπάρχει ένα ποδήλατο να περάσει να με κεράσει μια σαμπρέλα, να αράξουμε, να τσιμπήσουμε καμιά κατοσταριά psi, να περάσει η ώρα και μετά να πάρει ο καθένας τον δρόμο του να γυρίσει σπιτάκι του...

Μα τι σόι μάγος ήμουν εγώ τελοσπάντων; Έπιασα το ποδήλατο σφιχτά, αυτοσυγκεντρώθηκα πολύ - πολύ και - τσούπ! - ανοίγω τα μάτια μου και τι να δω!

Δέκα χιλιάδες ποδήλατα περνούσαν μπροστά μου για κανα μισάωρο...

Μ’ αυτά και με τούτα, ανακάλυψα ξανά το ποδήλατο και μαζί μ’ αυτό την μαγεία, τον τρόπο να αλλάζω τον κόσμο γύρω μου! Βέβαια, τα ατυχή περιστατικά δεν σταματήσανε, όλο και κάποιο μυθολογικό πλάσμα υλοποιούσα άθελά μου το οποίο με κυνηγούσε, όπως τον καταραμένο Ντελιβερά που εμφανίζεται από το πουθενά και παραβιάζει το “στοπ”, ή αυτούς τους άλλους, τους φοβερούς και τρομερούς μυθολογικούς Ηλίθιους, που τους εμφανίζω κατά δεκάδες να διπλοπαρκάρουν στην Θησέως στην μέση της λωρίδας μου... Αλλά σε γενικές γραμμές έμαθα να ελέγχω τις δυνάμεις μου και χρόνο με τον χρόνο γίνομαι όλο και πιο σπουδαίος μάγος. Φίλους και γνωστούς τους μετέτρεψα σε ποδηλάτες και άλλαξα και τον δικό τους κόσμο και αν κοιτάξετε αυτή την στιγμή έξω από το παράθυρό σας, όλο και κάποιον ποδηλάτη θα δείτε, μάλιστα, μάλιστα έργο δικό μου όλοι αυτοί...

 

Κι ένα ξόρκι για το τέλος...

Κι άμα είσαστε κι εσείς από αυτούς τους δύσπιστους, που λένε πως είμαι φαντασιόπληκτος ή τρελός - αφού παραδεχθώ πως είμαι και τα δύο - κι αν είστε από αυτούς που λένε πως μαγεία δεν υπάρχει και πως δεν μπορώ να μετατρέπω τους αγχωμένους ανθρώπους σε χαμογελαστούς ποδηλάτες, ένα μόνο θα σας πω!

Τι στοίχημα πάτε πως κι εσείς ακόμα που με διαβάζετε αυτή την στιγμή, είστε ποδηλάτες;

Και φυσικά, πάνω απ' όλα, φυσικά, εύχομαι να χαμογελάτε...

e-book
Download this file (Το δικό μου τοτέμ!.epub)epub
Download this file (Το δικό μου τοτέμ!.mobi)mobi