Ο τρόπος

“Πιο γρήγορα!” ακούστηκε η ηχώ από ένα μέρος που υπήρξε παλιά, πριν η ρόδα του ποδηλάτου της το περάσει για πάντα. Τα χαλίκια φλυάρισαν για μια στιγμή, το τιμόνι γουργούρισε μέσα στις παλάμες της, ο δρόμος άνοιξε σε εκατομμύρια πιθανούς προορισμούς. “Είναι υπέροχο πόσο δροσερός είναι ο αέρας εδώ” σκέφτηκε, “μετά από ένα πενθήμερο κλεισμένη σε μια γυάλα. Όλος ο κόσμος είναι νέος!”. Άλλη μια πεταλιά· ένα εκατομμύριο προορισμοί ακόμα.

 

Η Ευγενεία γύρισε το κεφάλι και κοίταξε πίσω της, τις λαμπερές στήλες με τα μικρά κουτάκια και τις μικρές ζωές, όπου οι άνθρωποι στριμώχνονται ο ένας πάνω στον άλλο, ο ιδρώτας τους μυρίζει χαρτί, οι ανάσες τους είναι ασθενικές. Για ποιόν λόγο δεν είχε δραπετεύσει νωρίτερα; Γιατί δεν είχε σκεφτεί ποτέ της πως θα μπορούσε να φύγει, να ανέβει στην σέλα του ποδηλάτου και να μοχθήσει προς τα σύνορα της πόλης και ακόμα και της ίδιας της ζωής της;

Είχε ξαναφύγει από την πόλη, αλλά ποτέ με αυτόν τον τρόπο.


Ένα μικρό κείμενο που έγραψα στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής.